Supreme Court allows appeal on holiday allowance claim, ruling private contract terms invalid against statutory law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the employer's appeal against the first-instance judgment regarding holiday and leave allowances. The employer argued that a private contract could not override the statutory prohibition on such payments for public employees established by Law 4093/2012. The court found the lower court erred in accepting the employee's claim because the contract lacked specific terms showing an agreement to pay amounts exceeding statutory limits or differing from public sector standards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 36 of Law 682/1977; Article 1, paragraph g of Law 4093/2012: A private employment contract cannot establish holiday or leave allowances that contradict the statutory prohibition on such payments for public employees, rendering such contractual terms legally invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 290 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 290/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "..." που προήλθε από μετατροπή της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Σπυριδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1562/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία διορθώθηκε με την 1918/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6372/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-3-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 352/2-3-2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 6372/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι από 2-11-2018 και 20-11-2018 αντίθετες εφέσεις των εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ. 1562/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1918/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 18-9-2015 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την επιδίκαση σ' αυτή μισθών υπερημερίας, καθώς και επιδομάτων εορτών και αδείας, λόγω ακυρότητας της από 30-6-2015 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της από 1-9-2014 ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας της (ενάγουσας), χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας διετούς διάρκειάς της.
Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι η εν λόγω αίτηση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, περιέχει εμμέσως πλην σαφώς και αίτημα να γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας και να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσιβλήτου, καθόσον, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικώς ή να περιέχεται στο αιτητικό της αναιρέσεως και η από την εν λόγω διάταξη απαιτούμενη αίτηση ως προς την ουσία της υποθέσεως - κατά περίπτωση, της εφέσεως ή της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και του αιτητικού αυτής (Ολ.ΑΠ. 849/1981, ΑΠ 1037/2019, 837/2003).
Από τις διατάξεις του άρθρου 669 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από το σκοπό και το είδος της. Εξάλλου κατά το άρθρο 672 εδ.
α Α.Κ. καθένας από τα διάδικα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να αξιωθεί από οιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (Ολ.
Α.Π. 10/1995). Για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, δηλαδή την κρίση αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχειρήσεως, ενώ τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν (Α.Π. 540/2018, 504/2017).
Τυχόν δε ανυπαρξία σπουδαίου λόγου ή, αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως, καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου άκυρη ως μη γενομένη (άρθρα 174, 180 Α.Κ.), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, να του οφείλει κατά το άρθρο 656 Α.Κ.
μισθούς υπερημερίας. Μόνη δε η μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, άρα και η μείωση των κερδών ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο υπέρ του τελευταίου για να καταγγείλει τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εφόσον ο εργοδότης φέρει τον κίνδυνο της επιχείρησής του και δεν μπορεί με την καταγγελία να επιρρίψει τον κίνδυνο αυτό στο μισθωτή ή να προκαλέσει δυσμενείς συνέπειες σε αυτόν από ενέργειες που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του αποκλειστικής δραστηριότητας (Α.Π. 806/2014, 77/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Αν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ή αντιστρόφως δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνεται με πληρότητα το περιεχόμενο της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενάγων για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νομίμου ή αντιστρόφως συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 1352/2017, 131/2006, ΑΠ 589/2005).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1624/2017, 623/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικού νηπιαγωγείου στη ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες της ως νηπιαγωγός στο δεύτερο από τα δύο τμήματα που λειτουργούσε στις εγκαταστάσεις της.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για δύο έτη, με έναρξη την 1.9.2014 και λήξη στις 31.8.2016, με εβδομαδιαίο ωράριο τριάντα ωρών από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ημερήσιο ωράριο από 08.30' έως 14.30' και έναντι μηνιαίων αποδοχών 761,90 ευρώ, οι οποίες από τις 25.5.2015 ανήλθαν στο ποσό των 1.250 ευρώ. Μετά δε την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης και αφού λήφθηκε υπόψη αυτή, με την υπ'αριθμ.
Φ.Ι.Α. 3/27366/10-11-2014 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, η ενάγουσα διορίστηκε στο ανωτέρω σχολείο της, πλην όμως η απόφαση αυτή δεν είναι συστατική διορισμού της ενάγουσας, αλλά αποτελεί πράξη έγκρισης από την ανωτέρω Δημόσια Υπηρεσία της ανωτέρω ήδη καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Εξάλλου προέκυψε ότι η ως άνω αύξηση των αποδοχών της ενάγουσας που έγινε στις 25.5.2015, συντελέστηκε αφού προηγουμένως η ενάγουσα απευθύνθηκε αρχικά στο συνδικαλιστικό της όργανο και δη στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (Ο.I.E.Λ.Ε.) και στη συνέχεια στην ως άνω Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, οπότε και μετά από επικοινωνία των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης με την ανωτέρω Δημόσια Υπηρεσία, οι αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν από 25.5.2015 στο ποσό των 1.250 ευρώ κάθε μήνα.
Προέκυψε επίσης ότι εξαιτίας αυτής της διεκδίκησης των μισθολογικών δικαιωμάτων της ενάγουσας, η εναγομένη προέβη στη συνέχεια και δη ένα μήνα περίπου μετά από την ανωτέρω αύξηση ήτοι στις 30.6.2015, στην καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία αυτή έγινε επειδή, λόγω του χαμηλού αριθμού εγγραφών μαθητών-νηπίων για τη νέα σχολική χρονιά 2015-2016, η εναγομένη ζήτησε από την ανωτέρω Δημόσια Υπηρεσία στις 26.6.2015 την αναστολή λειτουργίας του ενός εκ των δύο τμημάτων του νηπιαγωγείου της, στο οποίο μέχρι τότε εργαζόταν η ενάγουσα.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, σχετιζόμενος με την προσδοκώμενη από την εναγομένη μείωση των κερδών της λόγω της μειωμένης πελατείας της και ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο για την ανωτέρω απόλυση της ενάγουσας. Συνακόλουθα των ανωτέρω και μη υπάρχοντος σπουδαίου λόγου για την ανωτέρω καταγγελία, η από 30.6.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη, με αποτέλεσμα η εναγομένη να έχει περιέλθει σε υπερημερία και να οφείλει στην ενάγουσα, μισθούς υπερημερίας από 1.7.2015 (επόμενη ημέρα της καταγγελίας) έως τις 31.8.2016 (συμφωνημένου χρόνου της εργασιακής της συμβάσεως), καθώς και δώρα εορτών Χριστουγέννων 2015 και Πάσχα 2016 και επιδόματα αδείας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Κρίνοντας έτσι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και περί της ακυρότητας αυτής (καταγγελίας), καθόσον τα δεκτά ως άνω γενόμενα περιστατικά, σχετιζόμενα με τη μεταβολή των περιουσιακών σχέσεων της εναγομένης και την προσδοκώμενη μείωση των κερδών της, δε συνιστούν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το πραγματικό του σπουδαίου λόγου, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, που να δικαιολογεί την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ορισμένου χρόνου.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019, 209/2019, 1059/2017, 841/2017, 386/2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του ίδιου ως άνω άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, όπως ο λόγος αυτός ορθά εκτιμάται, ότι το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή και επικαλούμενο τις καταργηθείσες με το Ν. 4254/2014 διατάξεις των άρθρων 30 και 33 του Ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων", διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι "η υπ'αριθμ.
ΦΙΑ/27366/10-11-2014 απόφαση της Διευθύντριας Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, η οποία εκδόθηκε σε συνέχεια της από 1-9-2014 σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, δεν είναι συστατική διορισμού της ενάγουσας", εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 29 Ν. 682/1977, το οποίο αν ερμήνευε ορθά θα έπρεπε να δεχθεί ότι "η ως άνω απόφαση αποτελεί πράξη σύστασης και όχι έγκρισης, και δοθέντος του γεγονότος ότι επί του σώματος της οικείας απόφασης διορισμού της ενάγουσας αναγράφεται ότι η προσχώρηση αυτής (ενάγουσας) στους κόλπους της εναγομένης εταιρείας άρχεται από την 1-9-2014, δίχως παρεπόμενα να προσδιορίζεται ο χρόνος λήξης της συνεργασίας τους, αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας έλαβε το νομικό χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και υπό το καθεστώς αυτό η αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία ερείδεται νομικά επί των διατάξεων της σύμβασης ορισμένου χρόνου κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 επομ.
ΑΚ, τυγχάνει νόμω αβάσιμη". Ο λόγος όμως αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ως άνω επικαλούμενος προς θεμελίωσή του ισχυρισμός, δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε εξάλλου η αναιρεσείουσα επικαλείται κάτι τέτοιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, αλλά προτείνεται για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 242/2014, 273/2011, 701/2008, 2031/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητο προς θεμελίωση της αγωγής αυτής και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες ισχυρισμούς (της), χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους της βαρυνομένης αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1, ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, εφόσον όμως αυτός περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 22/2005, 9/1997, 11/1996, 469/1984, ΑΠ 460/2013).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως (ΑΠ 1266/2020, 1566/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα παρέλειψε να εξετάσει τον νομίμως προταθέντα από αυτή τρίτο λόγο της έφεσής της, ο οποίος αφορούσε πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης, για το λόγο ότι δέχθηκε ότι η εναγομένη, πριν καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, είχε ήδη προβεί σε καταγγελίες με προειδοποίηση των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου άλλων δύο (2) εκπαιδευτικών μισθωτών της και ότι κατά συνέπεια προέβη την ίδια χρονική περίοδο σε περισσότερες από μία καταγγελίες μισθωτών εκπαιδευτικών ανά εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 3α περ. iv του Ν. 682/1977, ενώ το άρθρο αυτό είχε ήδη καταργηθεί από τις 7-4-2014, με το Ν. 4254/2014 και δεν τύγχανε εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης (1-9-2014).
Όμως, ο προβαλλόμενος με τον ως άνω λόγο εφέσεως ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου θεμελιωτικό της κρίσης του περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται ποιά επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης η αναφορά στην ως άνω απόφαση της ως άνω διάταξης του καταργηθέντος άρθρου 30 Ν. 682/1977, δηλαδή στη διατύπωση του διατακτικού της, ούτε αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως θα ήταν διαφορετικό και ποιό, στην περίπτωση που γινόταν δεκτός ο προβληθείς ως άνω λόγος έφεσης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 584/2019, 402/2019, 161/2017, 173/2017), πολύ δε περισσότερο, αφού αντικείμενο της ένδικης αγωγής, όπως δέχθηκε εξάλλου τόσο η πρωτόδικη, όσο και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι η καταβολή στην ενάγουσα μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της από 30-6-2015 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της από 1-9-2014 ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας της (ενάγουσας), πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας διετούς διάρκειάς της στις 31-8-2016.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος "Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους.." κατά δε την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους".
Κατ' εξουσιοδότηση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εκδόθηκε το ΝΔ 3855/1958 "Περί τρόπου προσλήψεως και μισθοδοσίας του διδακτικού προσωπικού των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων", με τη διάταξη του άρθρου 3 του οποίου ορίστηκε ότι: "Αι αποδοχαί του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών σχολείων παρακολουθούν τας αποδοχάς μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων (πολυετίας, ευδοκίμου παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, ακριβείας, ειδικού επιδόματος κλπ) ως και τας εκάστοτε αυξομειώσεις των εν ενεργεία ομοιοβάθμων των δημοσίων εκπαιδευτικών λειτουργών (παρ. 1).
Το διδακτικόν προσωπικόν των Ιδιωτικών σχολείων έχει τας αυτάς υποχρεώσεις προς το σχολείον εις ο εργάζεται, τας οποίας έχει και το διδακτικόν προσωπικόν των δημοσίων σχολείων" (παρ. 2). Ακολούθως το άρθρο αυτό, κατά την παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 Ν. 682/1977 "Περί Ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων", με το οποίο, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 817/1978 ορίστηκε ότι: "Οι Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τουλάχιστον τας εκάστοτε αποδοχάς των ομοιοβάθμων των δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων, περιλαμβανομένου και του προσωρινού επιδόματος, το οποίο προβλέπεται υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 754/1978 "περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των υπαλλήλων ΝΠΔΔ...(παρ. 1).
Ούτοι δικαιούνται και της καταβαλλομένης εις τους δημοσίους εκπαιδευτικούς αποζημιώσεως δια την συνοδείαν μαθητών εις σχολικάς εκδρομάς...(παρ. 2). Αι αποδοχαί κατατίθενται υπό του ιδιοκτήτου του σχολείου...εις το πλησιέστερον υποκατάστημα Τραπέζης...Εξαίρεσις εκ των διατάξεων της παρούσης επιτρέπεται μόνον δι' αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (παρ. 3).
Δια πάσαν άνευ αδείας και αδικαιολόγητον απουσία ιδιωτικού εκπαιδευτικού ενεργείται ανάλογος περικοπή των αποδοχών του, ως επί δημοσίων υπαλλήλων". Με το άρθρο 24 αυτού ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό πρέπει να έχει, κατ' αρχή τα απαιτούμενα για το διδακτικό προσωπικό των δημοσίων σχολείων προσόντα και με το άρθρο 28 θεσπίζεται "επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών" στην οποία εγγράφονται οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας (παρ. 1).
Κατά δε το άρθρο 34 ίδιου νόμου "Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί προάγονται ή λαμβάνουν τον μισθόν του ανωτέρου μισθολογικού κλιμακίου, αναλόγως προς τα προσόντα, το ευδόκιμον και τον χρόνον υπηρεσίας των εις τον αυτόν βαθμόν ή κλιμάκιον κατά τα ισχύοντα εκάστοτε δια την προαγωγήν των δημοσίων εκπαιδευτικών λειτουργών και κατόπιν αιτήσεώς των (παρ. 1).
Εις τους ασκούντας καθήκοντα διευθυντών ιδιωτικών σχολείων, απονέμεται ο προβλεπόμενος δια τους Διευθυντάς αντιστοίχων δημοσίων σχολείων οργανικός βαθμός και καταβάλλονται αι αντίστοιχοι αποδοχαί", ενώ με το άρθρο 2 ίδιου νόμου τα ιδιωτικά σχολεία υπήχθησαν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και θρησκευμάτων, που "ασκεί επ' αυτών εποπτεία δια των περιφερειακών εποπτικών του οργάνων".
Η έννοια των ιδιωτικών σχολείων καθορίσθηκε με το άρθρο 1 αυτού, κατά το οποίο ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, "είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα μη ανήκοντα στο Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μεταξύ δε αυτών είναι και τα αναγνωριζόμενα ως ισότιμα προς τα δημόσια (άρθρ. 2 παρ. 2), υπό την έννοια ότι οι παρεχόμενοι από αυτά τίτλοι σπουδών είναι ισότιμοι προς τους τίτλους των αντίστοιχων δημοσίων σχολείων".
Όσον αφορά το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων που, έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα δημόσια, κατά την εκτεθείσα έννοια, το κράτος έχει αναλάβει από μακρού την συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Προς το σκοπό αυτό, ο Υπουργός Παιδείας καθορίζει με απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 του Ν. 682/1977, την οργανική σύνθεση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού προσωπικού, την συνταξιοδότηση του οποίου αναλαμβάνει το Δημόσιο, προβαίνει δε, κατ' αρχήν, κατόπιν προτάσεως του διοικούντος το σχολείο οργάνου ή και οίκοθεν, αν η πρόταση δεν υποβληθεί, στην ένταξη του εν λόγω προσωπικού στην οργανική σύνθεση του σχολείου.
Η ένταξη αυτή, η οποία έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του εκπαιδευτικού στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, δεν προσδίδει στον εντασσόμενο και την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αφού η ιδιότητα αυτή επιφυλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 103 του Συντάγματος, μόνο στους υπαλλήλους του Κράτους και των ΝΠΔΔ, ενώ οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί συνδέονται με το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο ανήκει το ιδιωτικό σχολείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 Ν. 682/1977.
Οσον αφορά τις αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ρυθμίζονται από το προεκτεθέν άρθρο 36 του Ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978, που καθορίζει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λαμβάνουν τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων και δεν αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και Ν. 3205/2003.
Η μισθολογική αυτή εξομοίωση τονίζεται και στην εισηγητική έκθεση του ν. 817/1978 (βλ. τα αναφερόμενα για το άρθρο 7 του νόμου αυτού, με το οποίο αντικαταστάθηκε, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 682/1977). Σε συνέπεια με τα ανωτέρω, το μηνιαίο χρηματικό ποσό με τον τίτλο "κίνητρο απόδοσης", που χορηγήθηκε στους εκπαιδευτικούς των δημοσίων σχολείων με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2470/1997, χορηγήθηκε και στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και μάλιστα ευθέως εκ του νόμου, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται να εκδοθεί γι' αυτούς, κατά το άρθρο 24 του ίδιου νόμου, κοινή υπουργική απόφαση, όπως εκδόθηκε για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.
και των Ο.Τ.Α. Τούτο τονίστηκε και κατά τη συζήτηση στη Βουλή (βλ. Πρακτικά Ολομελείας της Βουλής, τ. ΣΤ' , συνεδρίαση ΠΗ της 26.2.1997, σελ. 4427) από τον αρμόδιο Υφυπουργό Οικονομικών. Ομοίως η έκτακτη οικονομική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην πλειοψηφία των λειτουργών και υπαλλήλων του δημοσίου δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 Ν. 3758/2009 χορηγήθηκε και στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και μάλιστα ευθέως εκ του νόμου, δεδομένου ότι οι αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών (όπως και η βαθμολογική και μισθολογική τους προαγωγή), κατά τα εκτεθέντα, εξομοιώνονται πλήρως με τις αποδοχές των δημοσίων εκπαιδευτικών, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, χωρίς διάκριση της συνδέουσας αυτούς σχέσης (αορίστου ή ορισμένου), δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση οι αμοιβές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών προσδιορίζονται από το ίδιο μισθολογικό πλαίσιο (ΑΠ 1495,1497,1498/2012, ΣτΕ 783/2013, 1230/2010, 255/2011, 2714/2009).
Με βάση τις ρηθείσες διατάξεις, (ως και ικανό αριθμό άλλων ειδικών διατάξεων, όπως άρθρ. 5 Ν. 3194/2003, 13 ν. 2986/2002 κ. α.) έχουν δημιουργηθεί, στα πλαίσια εναρμόνισης της δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, όροι ισοδυναμίας του εργασιακού και υπηρεσιακού καθεστώτος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με αυτό των εκπαιδευτικών των δημοσίων σχολείων και έχουν θεσπισθεί κανόνες εποπτείας και ελέγχου των εργασιακών σχέσεων, του περιεχομένου και των όρων απασχόλησης των.
Από τις ίδιες διατάξεις, προκύπτει η πλήρης μεταξύ τους εξομοίωση (μισθολογική και βαθμολογική), η οποία άλλωστε προβλεπόταν και από το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς (άρθρ. 3 ΝΔ 3855/1958). Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί ανέκαθεν εντάσσονταν στα εκάστοτε ισχύοντα για τους εκπαιδευτικούς της δημόσιας εκπαίδευσης μισθολογικά κλιμάκια και ελάμβαναν, αντίστοιχα και τα διάφορα επιδόματα, που δικαιούνταν οι τελευταίοι.
Ρυθμιστικές των αποδοχών που δικαιούνται, είναι οι ρηθείσες διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 ν. 3855/1958, 36 Ν. 682/1977, όπως η τελευταία ισχύει, μετά την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου από το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 817/1978. Η ρύθμιση που έγινε, κατ' επιταγή των άνω συνταγματικών διατάξεων, με τις πρώτες διατάξεις (άρθρ. 3 ΝΔ 3855/1958) αποσκοπούσε στη μισθολογική και βαθμολογική εξομοίωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών προς τους λειτουργούς της δημόσιας εκπαίδευσης, ως εξυπηρετούσα πληρέστερα της εργατικής νομοθεσίας τα οικονομικά και βαθμολογικά συμφέροντα των εκπαιδευτικών λειτουργών της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Με αυτές καθιερώθηκε ως προς τη μισθοδοσία των λειτουργών αυτών ιδιαίτερο μισθολογικό καθεστώς, διαφορετικό εκείνου που, κατά την εργατική νομοθεσία (νόμους - υπουργικές αποφάσεις- συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις) διέπει τους λοιπούς, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένους μισθωτούς και ρυθμίζει τη μισθοδοσία τους σε όλο το εύρος της, δηλαδή περιλαμβάνει κάθε αξίωση αποδοχών, είτε με τη μορφή μισθού, είτε με τη μορφή επιδομάτων ή γενικά τακτικών ή εκτάκτων προσαυξήσεων των μισθών τους.
Το καθεστώς αυτό επικυρώθηκε και με τις δεύτερες (άρθρ. 36 ν. 682/1977, όπως ισχύει μετά το άρθρο 7 παρ. 1 ν. 817/1978). Η χρήση της λέξης "τουλάχιστον", στις εν λόγω διατάξεις, έγινε το μεν προς καθορισμό των κατωτάτων ορίων μέχρι των οποίων κατ' ελάχιστο, μπορούν να συνομολογηθούν με τους εργοδότες τους, οι πάσης φύσεως αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών, το δε προς υποδήλωση της ελευθερίας των συμβαλλομένων να συνομολογούν, με συμφωνία συναπτόμενη μεταξύ αυτών και των εργοδοτών, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, αποδοχές με ευνοϊκότερους - μείζονες όρους εκείνων των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών.
Καθόλου όμως δεν εσκοπείτο, με τη χρησιμοποίηση της λέξεως αυτής, είτε η διάσπαση του ως άνω καθιερωθέντος συστήματος μισθοδοσίας των λειτουργών της ιδιωτικής εκπαίδευσης, είτε η δημιουργία νομοθετικώς τάξεως μισθωτών, η ρύθμιση των αποδοχών των οποίων θα θεμελιωνόταν σε δύο νομοθετικές βάσεις, δηλαδή εκείνης που ρυθμίζει τη μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων και εκείνης της εργατικής νομοθεσίας, ανάλογα με το εκάστοτε υπέρτερο ύψος των εκ της μιας ή της άλλης ληπτέων αποδοχών (ΟλΑΠ 1469/1984).
Τούτο άλλωστε είναι συμβατό με τη γενικότερη αρχή εργατικού δικαίου, κατά την οποία δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών (Νόμου, ΣΣΕ, ατομικής σύμβασης εργασίας..) ως προς την έννοια των αποδοχών του μισθωτού, απαγορευομένης της εκλεκτικής ή σωρευτικής καταβολής αποδοχών από δύο ή περισσότερες ρυθμιστικές πηγές (ΟλΑΠ 5/2011).
Η αντίθετη εκδοχή αποκρούεται από τις ρηθείσες διατάξεις, μεταξύ των οποίων εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 7 ν. 817/1978, με την οποία, όταν ανέκυψε, μετά τον νόμον 754/1978 "περί ρυθμίσεως των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ... κλπ.", θέμα διατηρήσεως των αξιώσεων από υπερωρίες των εκπαιδευτικών λειτουργών, ως προσωρινού επιδόματος, διευκρινίσθηκε, αναδιατυπωθείσα η διάταξη του άρθρου 36 παρ.1 του ν. 682/1977, σε τρόπον ώστε να καθίσταται σαφές ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί λαμβάνουν και το έτσι διαμορφωμένο προσωρινό επίδομα, ως πλήρως εξομοιωθέντες προς τους δημόσιους εκπαιδευτικούς (ως και εκείνες ενδεικτικά των άρθρων 11 ν. 1351/1983, άρθρ. 13 ν. 2986/2002, άρθρ. 5 ν. 3194/2003), από τις οποίες καταδεικνύεται η εμμονή του νομοθέτη στην, επί του θέματος του μισθολογίου και του εργασιακού καθεστώτος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ενιαία ρύθμιση του μετά των αντιστοίχων των εκπαιδευτικών λειτουργών της δημοσίας εκπαιδεύσεως.
Το γεγονός ότι η σχέση που συνδέει τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς είναι εκείνη της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν αποκλείει την δια νόμου ειδική, με κανόνες διαφόρους εκείνων της εργατικής νομοθεσίας, ρύθμιση αυτής της σχέσεως, ούτε καθιστά επιτρεπτή και την παράλληλη με αυτήν εφαρμογή, ενόψει, πέραν των προεκτεθέντων και των διαφοροποιήσεων που υπάρχουν ως προς την εν γένει ρύθμιση των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών αυτών, (σε αντιστοίχηση με τους όρους εργασίας των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών) και δη ως προς την εξομοίωση με εκείνους των χρονικών ορίων εργασίας τους, της βαθμολογικής τους εξελίξεως, της λήψεως επιδομάτων μη προβλεπομένων από την εργατική νομοθεσία, αλλ' αναγνωριζομένων στους δημόσιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, της θέσεως υπό την εποπτεία του αρμοδίου Υπουργείου, της συνταξιοδοτήσεως τους από το Δημόσιο κ.α και τέλος των αποδοχών τους, εξομοιουμένων κατ' άρθρ. 7 § 1 του ν. 817/1978 προς τις αποδοχές των ομοιοβάθμων τους δημοσίων εκπαιδευτικών και τις οποίες και αυτοί "λαμβάνουν μετά των πάσης φύσεως επιδομάτων", ως κατηγορία μισθωτών, που εξομοιώνονται νόμω μισθολογικώς προς δημοσίους υπαλλήλους, έναντι των υπολοίπων μισθωτών, που δεν υπόκεινται στην ίδια μεταχείριση.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αποδοχές του διδακτικού προσωπικού των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων παρακολουθούν τις αποδοχές με τα επιδόματα των εν ενεργεία ομοιόβαθμων των δημόσιων εκπαιδευτικών λειτουργών, πρέπει να διαμορφώνονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες για τους τελευταίους σχετικές διατάξεις, σε περίπτωση ελλείψεως αντίθετης συμφωνίας για καταβολή υπέρτερων αποδοχών εκείνων των δημόσιων εκπαιδευτικών.
Ηδη, σύμφωνα με τον Ν. 4024/2011, που ισχύει από 1-11-2011, αναμορφώθηκε ριζικά το σύστημα καθορισμού των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, και των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί αρνητικά το ύψος των νόμιμων αποδοχών τους, ενώ με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Γ.1.
της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν. Κατά συνέπεια, εφαρμόζονται ευθέως και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, αφότου εφαρμόσθηκαν για τους δημοσίους εκπαιδευτικούς και οι διατάξεις των Ν. 3383/2010, 3986/2011, 4002/2011, 4024/2011 και 4093/2012, που αφορούν, μεταξύ άλλων, μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης, λόγω και της ρητής σε αυτές αναφοράς των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 1 Ν. 682/1977.
Ως εκ της εφαρμογής δε των ρηθεισών διατάξεων επέρχεται αναγκαστικά εκ του νόμου μείωση των νομίμων αποδοχών και κατάργηση των επιδομάτων εορτών και των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Όμως, η τυχόν καταβολή σε αυτούς, εκ μέρους των εργοδοτών, υπέρτερων των νομίμων ελαχίστων αποδοχών, όπως κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας, ως περιεχόμενο ατομικής σύμβασης εργασίας, ή επιχειρησιακής συνήθειας, δεν αποκλείεται (ΑΠ 140/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτός των προαναφερθέντων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "..... η από 30-6-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη, με αποτέλεσμα η εναγομένη να έχει περιέλθει σε υπερημερία και να οφείλει στην ενάγουσα, ως αποδοχές υπερημερίας........., καθώς και 1.250 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων 2015, 625 ευρώ (1250 δια 2) ως δώρο Πάσχα 2016 και 625 ευρώ (1250 δια 2) ως επίδομα αδείας, αφού εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και όχι δημοσίου δικαίου".
Ακολούθως, αφού έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, απέρριψε το σχετικό λόγο τέταρτο της έφεσης της εναγομένης εταιρείας, με τον οποίο παραπονούταν για την επιδίκαση στην ενάγουσα των αναφερομένων ποσών για επιδόματα εορτών και αδείας. Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται τα ως άνω ποσά ως επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2015, Πάσχα 2016 και αδείας 2016 και συνολικά το ποσό των 2.500 ευρώ, έσφαλε με τη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 36 Ν. 682/1977 και 1 του Ν. 4093/2012, καθόσον, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, οι νόμιμες αποδοχές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ακολουθούν αναγκαστικά αυτές των δημοσίων εκπαιδευτικών (αρθρ. 36 Ν. 682/1977), όπως αυτές διαμορφώνονται σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις για τους τελευταίους, η κατάργηση των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας των εκπαιδευτικών του δημοσίου τομέα, με τη διάταξη της παρ.
γ' του άρθρου 1 Ν. 4093/2012, ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι αμείβονται με τις αποδοχές των ομοιόβαθμών τους δημοσίων εκπαιδευτικών και στων οποίων τις ατομικές συμβάσεις εργασίας δεν περιέχονται ευνοϊκότεροι όροι αποδοχών, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Κατόπιν αυτών ο σχετικός από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης με τη μη εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται το ως άνω συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Στο Εφετείο η εκκαλούσα -εναγομένη εταιρεία με τον τέταρτο λόγο της από 2-11-2018 έφεσής της ισχυρίστηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένα δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή κατά το αίτημά της για την επιδίκαση στην ενάγουσα των ως άνω ποσών για επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων 2015, Πάσχα 2016 και αδείας έτους 2016, αφού με το άρθρο 1 παρ.γ' Ν. 4093/2012 καταργήθηκε από 1-1-2013 η καταβολή των επιδομάτων αυτών για τους δημοσίους υπαλλήλους και κατά συνέπεια και για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς.
Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι βάσιμος, αφού η ένδικη αγωγή, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι, ουδεμία αναφορά γίνεται στο δικόγραφό της περί συνομολογήσεως μεταξύ των διαδίκων μερών κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, ευνοϊκότερων των καθοριζομένων για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς αποδοχών, ούτε περί συγκεκριμένου, υπέρτερου του νομίμου, ύψους και χαρακτήρα αυτών, ούτε ότι τυχόν αποτέλεσε τέτοια συμφωνία περιεχόμενο της ατομικής τους σύμβασης εργασίας, αλλ' αντιθέτως γίνεται ρητή αναφορά στις αποδοχές της ενάγουσας (κατά το άρθρο 36 Ν. 682/1977) ως ιδιωτικού εκπαιδευτικού, κατά το ως άνω μέρος της, επιδιώκοντας την επιδίκαση των επιδομάτων αυτών, έπασχε νομικής αβασιμότητας.
Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το ως άνω μέρος, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της, να εξαφανισθεί η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 2.500 ευρώ, καθώς και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη.
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα εν γένει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6372/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενο στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση. Δικάζοντας επί της από 2-11-2018 (αριθμ. καταθ. 8167/2018) εφέσεως της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 1562/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει την από 18-9-2015 αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιο , ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Δικάζει την αγωγή κατά το μέρος αυτό και την απορρίπτει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ για δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ