Supreme Court allows appeal against bank's dismissal of consumer claim for damages due to negligent disclosure of investment risks.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's dismissal of a consumer's claim for damages. The appellant argued that the bank failed to adequately inform them of investment risks, constituting negligence under the Commercial Code. The court found the lower court erred in requiring more evidence than the law mandated for establishing the bank's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Commercial Code; The court established that a bank's failure to inform a client of investment risks constitutes negligence, creating liability for damages when such omission is causally linked to the loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 290 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 290/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Β. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος της τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2587/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1949/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28/2/2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1949/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την - παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 536/2019, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 1350/2018).
Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 349/2014). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (ΑΠ 1060/2018, ΑΠ 495/2017, ΑΠ 817/2013, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) με την αιτίαση, ότι το Εφετείο απορρίπτοντας, ως μη νόμιμη, την από 10/5/2010 αγωγή του, με την οποία αξίωνε την καταβολή ποσού 250.000 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 ΑΚ, τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ. και του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, τις οποίες και παραβίασε ευθέως με την μη υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που θεμελίωναν την ιστορική βάση της αγωγής του, η οποία ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις δικαίου.
Στην ένδικη υπόθεση και όσον αφορά το διαδικαστικό ιστορικό της δίκης, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε, κατά της Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.". την από 10/5/2010 (αρ.
κατ. 89603/5168/12-5-2010) αγωγή, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δικογράφου του, ισχυρίστηκε, ότι τον Δεκέμβριο του 2006 ζήτησε από τον αρμόδιο υπάλληλο του Private Banking της εναγομένης, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, την αύξηση του επιτοκίου του καταθετικού προθεσμιακού λογαριασμού που διατηρούσε στο κατάστημα Αμαρουσίου της ως άνω Τράπεζας.
Ότι, ο υπάλληλος τον ρώτησε αν μπορούσε να δεσμεύσει το ποσό των 210.000 ευρώ επί τρίμηνο, προτείνοντάς του την αγορά τραπεζικού ομολόγου, το οποίο θα εξαργύρωνε στο τέλος του τριμήνου μαζί με τους μέχρι τότε τόκους. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε την πρόταση δηλώνοντας ότι δεν ήθελε να αναλάβει έστω και τον ελάχιστο κίνδυνο ενώ επίσης επιθυμούσε να έχει την δυνατότητα ανάληψης του ως άνω ποσού ανά πάσα στιγμή.
Ότι ο υπάλληλος τον διαβεβαίωσε ότι και το προϊόν που του πρότεινε είχε αυτή την δυνατότητα με απώλεια μόνο μέρους των τόκων σε περίπτωση που ζητούσε το ποσό πριν τη λήξη του τριμήνου. Ότι ο ενάγων αρνήθηκε πλην, όμως, ο υπάλληλος επέμενε διαβεβαιώνοντάς τον ότι η αγορά του ομολόγου αφορούσε μόνο την Τράπεζα ενώ για τον ίδιο θα ήταν σαν προθεσμιακή κατάθεση με μια επιβάρυνση που θα είχε σχέση μόνο με το ύψος των τόκων.
Ότι, έτσι προέβη (ο υπάλληλος), στις 2/1/2007, στην ανάληψη του ποσού των 210.000 ευρώ από τον λογαριασμό του ενάγοντος, το οποίο τοποθέτησε σε ομόλογα. Ότι, τον Οκτώβριο του 2008 'όταν ο ενάγων ζήτησε να αναλάβει το ως άνω ποσό ο υπάλληλος του δήλωσε ότι η ανάληψη δεν ήταν δυνατή πριν το τέλος του τριμήνου. Ότι, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα, καθώς όχι μόνο ουδέποτε του είχε αναφερθεί τέτοιος περιορισμός αλλά αντιθέτως τον διαβεβαίωναν ότι τα χρήματά του θα ήταν πάντα διαθέσιμα, πλην, όμως προς αποφυγή περαιτέρω διενέξεων ανέμενε το τέλος του τριμήνου προκειμένου να αναλάβει τα χρήματά του, των οποίων είχε άμεση ανάγκη λόγω οικοδομικών εργασιών που διενεργούσε σε οικόπεδό του στον Διόνυσο Αττικής.
Ότι στο τέλος του τριμήνου (26/11/2008) έκπληκτος πληροφορήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης ότι η ανάληψη των χρημάτων του ήταν αδύνατη λόγω της οικονομικής κρίσης και των όρων της σύμβασης που είχε υπογράψει. Ότι στις έντονες, προφορικές αλλά και έγγραφες, με το από 12/5/2009 εξώδικό του, διαμαρτυρίες και στην απαίτησή του να του παραδοθεί αντίγραφο της σύμβασης που δήθεν είχε υπογράψει ή το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της επικαλούμενης από την εναγομένη συναίνεσής του για την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης, η τελευταία του κοινοποίησε την με αριθμό …/… σύμβαση, η οποία, όμως, έφερε ημερομηνία προγενέστερη της έκδοσης του ομολόγου που είχε αγοράσει.
Ότι, η εναγομένη, με την ανωτέρω συμπεριφορά της τον ζημίωσε παράνομα και υπαίτια, καθώς, αν και ήταν υποχρεωμένη από το νόμο, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, να ενημερώνει για τους κινδύνους που επηρεάζουν τα συμφέροντα των πελατών της, έπραξε κατά τον αντίθετο τρόπο αφού του υπέδειξε με αυξημένη πειθώ άλλο τραπεζικό προϊόν από την προθεσμιακή κατάθεση που εκείνος ζητούσε, παραλείποντας να τον ενημερώσει για τους κινδύνους που διέτρεχε από το προϊόν αυτό, η επέλευση των οποίων μπορούσε να επιφέρει όχι μόνο την μείωση, αλλά ακόμα και την ολοσχερή απώλεια του κεφαλαίου του.
Ότι, από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ζημία, το ύψος της οποίας ανέρχεται: α) στο ποσό του κεφαλαίου των 210.000 ευρώ που απώλεσε, β) στο ποσό των 20.000 ευρώ που κατέβαλε για την αποκατάσταση ζημιών στην οικοδομή του στον …, καθώς δεν κατέστη δυνατή η τοποθέτηση κουφωμάτων με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές σε αυτήν λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Ότι, ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, λόγω του άλγους, της αγωνίας και της πίεσης που αισθάνθηκε από την, εν αγνοία του και χωρίς την εντολή του, διαχείριση κατά τον χειρότερο τρόπο της ανωτέρω κατάθεσής του, που αποτελούσε αποταμίευση κόπου και μόχθου, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ύψους 20.000 ευρώ, ποσό που θεωρείται εύλογο και δίκαιο.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά την παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 250.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο των μεν 210.000 από 1/11/2008 (όχληση), άλλως από 3/2/2009 (επομένη της κατάθεσης παραπόνων προς τον Μεσολαβητή Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών) άλλως από την επίδοση της αγωγής, των δε 40.000 από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2587/2915 απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησαν έφεση τόσο ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων όσο και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη. Tο Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1949/2018 απόφασή του έκρινε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή ήταν μη νόμιμη.
Ειδικότερα. το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε 'ότι η αγωγή δεν θεμελιώνεται ούτε στις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων ούτε σ' εκείνες περί αδικοπραξίας ή σ' αυτές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ ή του νόμου για την προστασία του καταναλωτή (διαζευκτικά ή κατά συρροή), ενόψει και της εκτιθέμενης στην αγωγή ρητής άρνησης του ενάγοντος να προβεί στην υπόψη επένδυση
Για τους λόγους αυτούς απέρριψε την έφεση του ενάγοντος δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με το ως άνω περιεχόμενο όμως η αγωγή κρίνεται, κατ' εκτίμηση του ιστορικού της, νόμιμη θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 ΑΚ και τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και παρά την ενυπάρχουσα αντιφατικότητά της, ρητά εκτίθενται σ' αυτήν τα περιστατικά παράλειψης, από τον προστηθέντα υπάλληλο της Τράπεζας, να ενημερώσει τον ενάγοντα και να τον διαφωτίσει με τρόπο σαφή και κατανοητό για τους κινδύνους που διέτρεχε από την αγορά του προτεινόμενου επενδυτικού προϊόντος. Η επικαλούμενη αυτή συμπεριφορά συνιστά, με βάση τα όσα ιστορούνται στην αγωγή, παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επέφερε αιτιωδώς ζημία στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα η παρανομούσα τράπεζα να υποχρεούται σε αποζημίωση.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή καθ` όσον για την νομική επάρκεια της αγωγής το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (όσον αφορά τα κονδύλια των 210.000 ευρώ και 20.000 ευρώ της χρηματικής ικανοποίησης, που πλήττονται με την αναίρεση) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στον ίδιο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ,) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1949/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 08 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ