Legislator Case Law & Legislation
290/2020 AI generated

290/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/8/2011 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2803/2016 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 23/1/2017 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 2159/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ως άνω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2018 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

290/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανάγκη της αναφερόμενης επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses medical expenses covered disability-related expenses cure expense allowance cost sharing of the insured health impairment in military insurance
AI generated
1785/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
527/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
1665/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
640/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
2176/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2545/2003 μη οριστική και 2951/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 8136/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2008 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 290/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., διαμένουσας στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαου Χριστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/8/2011 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 322/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2803/2016 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 23/1/2017 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 2159/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ως άνω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο εν λόγω στάδιο επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.

Συνεπώς, η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Επίσης, ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προθεσμία προς αναίρεση. Τούτο δε διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.

Η ανάγκη της αναφερόμενης επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.

Επιπλέον με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απολέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή (Ολ ΑΠ 11/1998, ΑΠ 464/2018, ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η ερήμην της αναιρεσείουσας κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2803/24-11-2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 322/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 30-1-2006 αγωγή αυτού (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου), έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και έκανε δεκτή την εν λόγω αγωγή και β) η υπ' αριθ. 2159/3-5-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από την αναιρεσείουσα ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω υπ' αριθ. 2803/2016 απόφασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση των ως άνω αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως.

Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί, εκτός των άλλων, και η ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, όπως και κάθε άλλο, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος του περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανιστεί στο δικαστήριο, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Δεν εμπίπτει όμως στην παραπάνω έννοια της ανώτερης βίας η ασθένεια του διαδίκου που εμποδίζει αυτόν να παραστεί στο δικαστήριο, όταν μπορεί να παραστεί δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου. Η πιο πάνω δε διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας, είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1624/2014, ΑΠ 273/2013, ΑΠ 1793/2009, ΑΠ 302/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 322/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, απορρίφθηκε, εκτός των άλλων, η από 30-1-2006 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής του αναφερομένου ποσού των 322.764,16 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ο αναιρεσίβλητος-ενάγων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 14-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6045/2015 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-10-2016. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, η οποία ζήτησε την αναβολή της συζήτησης, πλην όμως το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και κατόπιν αυτού αποχώρησε χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, προχώρησε στη διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 524 παρ. 4 α' ΚΠολΔ), έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου η αναιρεσείουσα άσκησε την από 23-1-2017 ανακοπή ερημοδικίας της, επικαλούμενη ότι δεν ήταν δυνατή η παρουσία της κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 6-10-2016, καθόσον βρισκόταν σε υποχρεωτική ακινησία (κλινήρης) συνεπεία τριπλού κατάγματος στο πόδι (κνήμης-περόνης-οπισθίου σφυρού), λόγω δε του κατάγματος αυτού είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στις 12-8-2016 στο ΚΑΤ και οι θεράποντες ιατροί της συνέστησαν τρίμηνη αναρρωτική άδεια-πλήρη ακινησία, λόγω της σοβαρότητας του κατάγματος, σε συνδυασμό με την εξαιρετικά βεβαρημένη κατάσταση της υγείας της ως ασθενούς πάσχουσας από σκλήρυνση κατά πλάκας, χρόνια ασθένεια που μεταξύ άλλων της προκαλεί αστάθεια στις κινήσεις και συχνά περιστατικά προσωρινής απώλειας συνείδησης, που εντάθηκαν τότε λόγω της χειρουργικής επέμβασης.

Ότι την ημέρα της δικασίμου στις 6-10-2016 η πληρεξούσια δικηγόρος της παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και γνωστοποίησε τα προβλήματα υγείας της, προσκομίζοντας και τη σχετική βεβαίωση του δημόσιου νοσοκομείου "ΚΑΤ" και ζήτησε αναβολή. Η εν λόγω ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2159/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διέλαβε στο αιτιολογικό της τα εξής: "Περαιτέρω, από την ...

ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Γ' ορθοπεδικού τμήματος του γενικού νοσοκομείου Αττικής "…." Α. Φ., προκύπτει ότι η ανακόπτουσα νοσηλεύθηκε στην Γ' ορθοπεδική κλινική από 12.8.2016 έως 17.8.2016 με ανοικτό κάταγμα κνήμης ΑΡ, κάταγμα περόνης και κάταγμα οπίσθιου σφυρού αντίστοιχα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ενδομυελική ήλωση για το κάταγμα της ΑΡ κνήμης και με εσωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα του οπίσθιου σφυρού και εξήλθε του νοσοκομείου στις 17.8.2016 με οδηγίες και τη σύσταση να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία καθώς επίσης και της συνεστήθη αναρρωτική άδεια τριών μηνών.

Επίσης, με την 4746/15.3.2017 απόφαση του τμήματος διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού του Υπουργείου Τουρισμού, της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια και για το χρονικό διάστημα από 12.8.2016 έως 17.11.2016. Πλην, όμως, τα ανωτέρω προβλήματα υγείας δεν εμπίπτουν στη συγκεκριμένη περίπτωση στην έννοια της ανώτερης βίας, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, δηλαδή σε γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, δεδομένου ότι εκτός του γεγονότος ότι η ανακόπτουσα κατά τη συζήτηση της έφεσης βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, που δεν καθιστούσε αδύνατη την εμφάνισή της στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της συζήτησης της έφεσης, μπορούσε αυτή να παραστεί δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, η οποία, μάλιστα, εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, μόνο για την υποβολή του αιτήματος αναβολής της υπόθεσης, αίτημα που απορρίφθηκε.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή...". Ήδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθ. 2159/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, απέρριψε την ως άνω ανακοπή της, παρά το ότι αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατη όχι μόνο η παράστασή της κατά τη συζήτηση της έφεσης στις 6-10-2016, αλλά και η αποτελεσματική δικαστική εκπροσώπησή της, αφού η κατάσταση της υγείας της - ως ασθενούς πάσχουσας από σκλήρυνση κατά πλάκας, υποβληθείσας σε χειρουργική επέμβαση στις 12-8-2016 λόγω τριπλού κατάγματος στο πόδι - ήταν τέτοια που δεν της επέτρεπε να διαβάσει (αντιληφθεί) το περιεχόμενο της έφεσης του αντιδίκου της (της οποίας έλαβε γνώση στις αρχές Αυγούστου 2016), αλλά και ούτε να έλθει σε επαφή με το δικηγόρο της, προκειμένης της προετοιμασίας της άμυνάς της, ενόψει και της αδυναμίας εξόδου από την οικία της στη Μύκονο (όπου και η εργασία της), αλλά και οποιασδήποτε πνευματικής εργασίας της.

Έτσι που έκρινε ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ως προς την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανώτερης βίας, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του, μετά τη νοσηλεία της αναιρεσείουσας στην Γ' Ορθοπεδική Κλινική του Γ.Ν. Αττικής "…." από 12-8-2016 έως 17-8-2016, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, τα προβλήματα υγείας αυτής κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης (6-10-2016) συνίσταντο στο ότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, ενώ στην εν λόγω απόφαση ουδόλως περιλαμβάνονται παραδοχές για συνδρομή κατά το συγκεκριμένο χρόνο άλλων προβλημάτων υγείας της που απέκλειαν ουσιαστική δικαστική εκπροσώπησή της.

Με τα δεδομένα αυτά τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, ότι αποδείχθηκαν (ύπαρξη αναρρωτικής άδειας), σε συνδυασμό με την επίσης γενόμενη ανέλεγκτα δεκτή δυνατότητα να παραστεί δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου, η οποία μάλιστα εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, γενικώς λαμβανόμενα, δεν μπορεί να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως λόγος ανώτερης βίας, δηλαδή γεγονός εξαιρετικής φύσης, το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί και να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης και ως εκ τούτου δεν υφίσταται παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν "πράγματα" αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί που αναφέρονται σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο. Την ως άνω παραβίαση για λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων συνιστά και η παραδοχή ανύπαρκτης βάσης αγωγής (Ολ ΑΠ 294/1981, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 126/2006).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του Ν. 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, και αυτών των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός, και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ 431/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1764/2017, ΑΠ 946/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από τη μεταξύ τους σύμβαση για χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η μόνη (λανθάνουσα) κύρια βάση της αγωγής του αντιδίκου της είναι αυτή της αδικοπραξίας λόγω απάτης και υπεξαίρεσης, ενώ αντίθετα νόμιμη βάση από τη σύμβαση του κοινού λογαριασμού δεν θεμελιώνεται στην ένδικη αγωγή, ενόψει και του ότι ουδόλως προσδιορίζεται η εσωτερική σχέση, δηλαδή ο λόγος (αιτία) για τον οποίο καταρτίστηκε μεταξύ τους η σύμβαση κοινού λογαριασμού, ούτε η μεταξύ τους συμφωνία σχετικά με το δικαίωμα αναγωγής από κάθε πλευρά.

Από την επισκόπηση όμως της από 30-1-2ΘΘ6 αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι σ' αυτήν εκτίθενται επαρκώς η κατάρτιση της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, η υφιστάμενη μεταξύ τους εσωτερική σχέση σύμφωνα με την οποία το ποσόν αυτής (κατάθεσης) θα ανήκει αποκλειστικά στον αναιρεσίβλητο ως προϊόν της επαγγελματικής του απασχόλησης, καθώς και η αντισυμβατική και χωρίς εντολή του τελευταίου ανάληψη εκ μέρους της αναιρεσείουσας των αναφερομένων χρηματικών ποσών απ' αυτόν.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει βάση από τη σύμβαση του κοινού λογαριασμού, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και ως εκ τούτου η παραδοχή από το Εφετείο της βάσης αυτής της αγωγής δεν συνιστά παραδοχή ανύπαρκτης βάσης της αγωγής, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και ως εκ τούτου την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 874/2017, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 1167/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2803/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 26-6-1995, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, την Ειρήνη, γεννηθείσα την 24-2- 1996.

Την 3-11-2002, ο ενάγων, ο οποίος τυγχάνει τοπογράφος-μηχανικός και εργολήπτης δημοσίων έργων, υπέστη βαρύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, εξαιτίας του οποίου νοσηλεύθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" από 3-11-2002 έως 6-11- 2002, και εν συνεχεία στο νοσοκομείο "..." από 6-11-2002 έως 20-12-2002. Κατά τον ως άνω χρόνο νοσηλείας του ο ενάγων βρισκόταν σε

κατάσταση βυθιότητας, ημιπληγίας, ημιαναισθησίας και έντονης δυσαρυθμίας, με αποτέλεσμα να μην έχει απόλυτη τη χρήση του λογικού του. Εκείνη την περίοδο ο ενάγων έπρεπε να εισπράξει το χρηματικό ποσό των 257.126 Ε από το ΥΠΕΧΩΔΕ, που αφορούσε τη συμμετοχή του στην κοινοπραξία με την επωνυμία "...", για το έργο της περίφραξης του χώρου της κεντρικής υπηρεσίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΚΥ/ΠΑ) στην περιοχή του Ελληνικού Αττικής.

Το παραπάνω χρηματικό ποσό εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος ο συνάδελφος του Γ. Σ. την 13-11- 2002, ο οποίος ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη - εν διαστάσει ήδη - σύζυγο του ενάγοντος. Η τελευταία την 13-11-2002 άνοιξε στο υποκατάστημα της ALPHA BANK του θεραπευτηρίου "..." τον με αριθ. ... κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους την ίδια και τον ενάγοντα, προκειμένου να κατατεθεί σ' αυτόν το άνω χρηματικό ποσό.

Για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού η εναγομένη κατέθεσε το ποσό των 300 Ε. Εν συνεχεία, την ίδια ημέρα ο Γ. Σ. κατέθεσε στον ως άνω λογαριασμό την υπ' αρ ... ισόποση τραπεζική επιταγή της τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ, που εκδόθηκε σε διαταγή του και την οποία αυτός οπισθογράφησε στον ενάγοντα. Έτσι την επόμενη πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων το ποσό των 257.126 Ε.

Στις 20-12-2002 που η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος είχε βελτιωθεί, οπότε και εξήλθε του νοσοκομείου "...", η εναγομένη ενημέρωσε αυτόν για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού και την κατάθεση σ' αυτόν του προαναφερόμενου ποσού, ο οποίος και ενέκρινε την ενέργειά της αυτή. Ακολούθως ο ενάγων νοσηλεύτηκε στο ΚΑΤ από 14-1-2003 έως και την 21-2-2003.

Εν τω μεταξύ στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό κατατέθηκαν, επιπλέον και εν γνώσει του ενάγοντος, το Δεκέμβριο του 2002 το ποσό των 17.700 Ε και τον Ιανουάριο 2003 το ποσό των 40.647,14 Ε. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούσαν σε μέρος της αμοιβής του ενάγοντος από τη συμμετοχή του στην εκτέλεση του δημοσίου έργου της ανακαίνισης του κτιρίου της πρώην ΜΕΑΠ στο στρατόπεδο Σακέτα Α, στον Καρέα Αττικής, με αποτέλεσμα το συνολικό χρηματικό ποσό που κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό να ανέλθει σε 315.773,14 Ε (300+257.126+17.700 + 40647,14), πλέον τόκων.

Ακολούθως, η εναγομένη ανέλαβε από τον επίδικο λογαριασμό, ως συνδικαιούχος έναντι της Τράπεζας, το συνολικό ποσό των 41.060 Ε, ήτοι τον Ιανουάριο 2003 το ποσό των 5000 Ε, το Φεβρουάριο 2003 το ποσό των 32.700 Ε και το Μάρτιο 2003 το ποσό των 3360 Ε. Οι αναλήψεις των ποσών αυτών έγιναν τμηματικά, όλες από ATM, πλην μιας ποσού 9 200 Ε στις 14-2-2003 που πραγματοποιήθηκε από το ταμείο της Τράπεζας.

Την 16-12-2003 αμφότεροι οι διάδικοι μετέβησαν στην ALPHA BANK και επένδυσαν το εκ του κοινού λογαριασμού τους ποσό των 281.867,04 Ε σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (REPOS), διάρκειας της επένδυσης από 16-12-2003 έως 23-12-2003 με απόδοση-καθαρό ποσό στη λήξη 281.966,43 Ε, που θα πιστωνόταν στον κοινό λογαριασμό.

Την 23-12-2003, που έληξε η παραπάνω επένδυση, η εναγομένη μετέβη στο υποκατάστημα της ALPHA BANK στη …… και ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό το συνολικό ποσό των 282.004,16 Ε, εκδοθέντων προς τούτο των από 23-12-2003 τριών αποδεικτικών αναλήψεως, ποσού 272.009 Ε, 4700 Ε,, και 5.295,16 Ε, αντίστοιχα, και άνοιξε νέο λογαριασμό στην ίδια τράπεζα με συνδικαιούχους την ίδια και την Χ.

Π., κόρη της από προηγούμενο γάμο. Εν συνεχεία, η εναγομένη πραγματοποίησε τις ακόλουθες τραπεζικές συναλλαγές στην ίδια ως άνω τράπεζα, ήτοι: α) την 24-12-2003 επένδυσε επ' ονόματι της με δικαιούχο την ίδια, ποσό 225.233,88 Ε, σε αμοιβαία κεφάλαια (32.224,144 μερίδια ALPHA CALL διαθέσιμων εσωτερικού) αξίας κατά τη λήξη την 10-6-2004 Ε 227.231,77, β) την 11-6-2004 επένδυσε με δικαιούχους την ίδια και την Χ.

Π. ποσό 227.231,77 Ε στα ίδια ως άνω αμοιβαία κεφάλαια, αξίας κατά τη λήξη, την 2-8-2004 Ε 227.840,81 Ε, γ) την 11-6-2004 επένδυσε με δικαιούχους την ίδια και την ως άνω κόρη της, ποσό 175.465,48 Ε στα ίδια αμοιβαία κεφάλαια, αξίας, κατά τη λήξη, την 25-2-2005 Ε 177.747,08, δ) από τον ως άνω κοινό λογαριασμό της εναγομένης και της κόρης της πραγματοποιήθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 5- 8-2004 έως 19-4-2005, αναλήψεις, συνολικού ποσού 95.000 Ε, ε) κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης η άνω τράπεζα εξέδωσε την 19-4-2005 δύο τραπεζικές επιταγές με δικαιούχο την ίδια, ποσού 45.000 και 25.000 Ε, αντίστοιχα.

Εν τω μεταξύ, και ενώ ο ενάγων προσπαθούσε να συνέλθει από την περιπέτεια της υγείας του και πάσχοντας, συνεπεία του προηγούμενου εγκεφαλικού επεισοδίου, από αριστερή ημιπληγία, για την οποία την 9-12-2003 κρίθηκε ανάπηρος άνω του 80% από την πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του τομέα Ανατολικής Αθήνας, χρήζων για το λόγο αυτό κινησιομαλάξεων, ηλεκτρομαλάξεων, Biofepohock, ασκήσεων, εργοθεραπειών, λογοθεραπειών και ψυχοθεραπειών (όπως είχε γνωματεύσει την 13-1-2004 η ίδια ως άνω επιτροπή), την 7-2-2004 υπέστη νέο εγκεφαλικό επεισόδιο και εισήλθε εκ νέου στο νοσοκομείο "...", όπου υποβλήθηκε σε κρανιοτομή για παροχέτευση του αιματώματος και εξήλθε την 14-2-2004.

Η κατάσταση όμως της υγείας του δεν βελτιωνόταν, γι αυτό και την 10-6-2004 εισήλθε στο θεραπευτήριο Πατρών "...", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 6-12-2004. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλες οι προαναφερόμενες αναλήψεις της εναγομένης από τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων, συνολικού ποσού 322.764,16 Ε (μετ' αφαίρεση του ποσού των 300 Ε που κατεβλήθη με χρήματα δικά της), έγιναν άνευ εντολής, ή συναίνεσης, ή έγκρισης του ενάγοντος και ενάντια προς το συμφέρον του και την εκφρασθείσα προς αυτήν πραγματική βούληση του, που ήταν να μην έχει η εναγόμενη οποιοδήποτε δικαίωμα επί των χρημάτων του επίδικου λογαριασμού και επομένως ούτε δικαίωμα αναλήψεως οποιουδήποτε χρηματικού ποσού άνευ προς τούτο εντολής του, αφού τα ως άνω χρήματα ανήκαν αποκλειστικά στον ίδιο.

Ειδικότερα, η εναγομένη αν και κατ' αρχήν θεμιτά ενεργώντας και προς το συμφέρον του ενάγοντος άνοιξε τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό, προκειμένου να κατατεθούν σε αυτόν οι αμοιβές του συζύγου της από την επαγγελματική του δραστηριότητα και μη γνωρίζοντας την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του πρόσθεσε για παν ενδεχόμενο ως συνδικαιούχο αυτού (λογαριασμού) την ίδια και για λόγους φορολογικούς, εν τούτοις στη συνέχεια, ενόψει της βελτίωσης της κατάστασης της υγείας του όφειλε να απέχει από κάθε περαιτέρω διαχειριστική ενέργεια, αφού, αφενός δεν είχε την προς τούτο εντολή, συναίνεση ή έγκριση του ενάγοντος (ρητή ή σιωπηρή) και αφετέρου γνώριζε, όπως αναφέρει και στις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι αυτός ήθελε να διαχειρίζεται μόνος του τα οικονομικά του και δεν επιθυμούσε να έχει η ίδια οποιαδήποτε σχέση με αυτά, γι' αυτό και δεν γνώριζε τον αριθμό κανενός από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε.

Η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ότι οι καταθέσεις συνολικού ύψους 315.473,14 Ε στον κοινό λογαριασμό προήρχοντο από την εργασία του συζύγου της, ούτε ότι προέβη στην ανάληψη του ποσού των 282.004,16 Ε την 23-12-2003. Αρνήθηκε όμως την ανάληψη του συνολικού ποσού των 41.060 Ε κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2003, και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η ανάληψη του ποσού των 282.004,16 Ε έγινε με τη συναίνεση, άλλως με την έγκριση του ενάγοντος και ότι αυτό διετέθη για την κάλυψη των αναγκών νοσηλείας και θεραπείας του, καθώς και των αναγκών της οικογενείας τους.

Ως προς το ποσό όμως των 41.060 Ε, για το οποίο δεν ισχυρίζεται ότι το ανέλαβε ο ενάγων και δεν θα μπορούσε εξάλλου, κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος του, αφού νοσηλευόταν στο ΚΑΤ από 14-1-2003 έως 21-2-2003 και η ανάληψη του μεν ποσού των 5000 Ε έλαβε χώρα την 28-1-2003, του δε ποσού των 25.900 Ε έλαβε χώρα μέχρι και 18-2- 2003, δεν δίδει κάποια εξήγηση για το πώς, αφού ομολογεί τις καταθέσεις του ποσού 315.473,14 Ε, το υπόλοιπο του λογαριασμού είχε μειωθεί την 23-12-2003 στο ποσό των 282.004,16 Ε.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα έξοδα νοσηλείας του ενάγοντος ανήλθαν στο μεν νοσοκομείο "..." στο συνολικό ποσό των 33.717,07 Ε (26.746,66 Ε από 6-11-2002 έως 20-12-2002 ΚΑΙ 6970,41 Ε από 7-2-2004 έως 14-2- 2004) στο δε θεραπευτήριο "..." στο ποσό των 12.621,15 Ε. Εκ του ποσού των 33.717,07 Ε η ασφαλιστική εταιρεία "...", στην οποία ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος δυνάμει του με αρ ...

ασφαλιστηρίου ζωής της εναγομένης, κατέβαλε ποσό 13267,96 Ε (9.914,03 Ε και 3353,93 Ε) το δε υπόλοιπο καταβλήθηκε από τον ενάγοντα σε μετρητά και με επιταγές από προσωπικό του λογαριασμό.... Ομοίως, τα έξοδα νοσηλείας του στο θεραπευτήριο "..." κατέβαλε ο ενάγων με επιταγές από προσωπικούς του λογαριασμούς... Επίσης τα έξοδα των οικογενειακών αναγκών των διαδίκων μέχρι το Μάρτιο του 2006 που διεκόπη η έγγαμη συμβίωσή τους, μεταξύ των οποίων και αυτών της συντήρησης της οικίας τους στην Πολιτεία της Κηφισιάς, την οποία μίσθωσε η εναγόμενη την 14-1- 2003 αντί μηνιαίου μισθώματος 750 Ε και για δύο έτη, ενόψει του ότι διέθετε θερμαινόμενη πισίνα, προκειμένου ο ενάγων να πραγματοποιεί εντός αυτής ασκήσεις φυσιοθεραπείας, καθώς και αυτών της επί τρίμηνο μίσθωσης οικίας στη Μύκονο αντί μηνιαίου μισθώματος 400 Ε, αλλά και τα έξοδα αποθεραπείας του ενάγοντος (φυσικοθεραπείες με τη βοήθεια ειδικών κλπ), καλύφθηκαν, κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος τους, αλλά πάντως όχι από χρήματα του επίδικου λογαριασμού, από τον ενάγοντα με χρήματα που διατηρούσε σε προσωπικούς του λογαριασμούς.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2003 μέχρι 23-12-2003 ανέλαβε από κοινό με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων λογαριασμό, το συνολικό ποσό των 110.876 Ε..., ενώ, αν και δεν εργαζόταν, εισέπραξε ως αμοιβές από δημόσια έργα που είχε ήδη εκτελέσει, το συνολικό ποσό των 149.377 Ε, κατά το χρονικό διάστημα από 6-9-2004 έως 3-10- 2005, η δε εναγόμενη, η οποία εργαζόταν στον EOT με μηνιαίες αποδοχές 1100 Ε, είχε λάβει άδεια άνευ αποδοχών κατά το από 17-2-2003 έως 13-2-2004 διάστημα, προκειμένου να περιποιείται το σύζυγο της.

Επίσης, δυνάμει της με αρ. 3727/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως των κατηγορούμενων απορρίφθηκε με την 634/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η εναγόμενη και η θυγατέρα της Χ. Π. καταδικάστηκαν αμετάκλητα σε φυλάκιση έξι (6) μηνών εκάστη, για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα η δεύτερη και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή η πρώτη, συνιστάμενη, η πράξη της ψευδορκίας, στο ότι την 10-7-2006 εξεταζόμενη ως μάρτυς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 31-1-2006 αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης του εγκαλούντος-ενάγοντος κατά της εναγομένης, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι η μητέρα της ανέλαβε το ποσό των 282.004,16 Ε από τον επίδικο λογαριασμό προκειμένου να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας και διαβίωσης του εγκαλούντος καθώς και ότι η ίδια και η μητέρα της είχαν αποκτήσει δύο πολυτελή αυτοκίνητα "JEEP 4X4" και "MERCEDES CLK" αξίας 30.000 και 70.000 Ε, αντίστοιχα κατόπιν σχετικής επιθυμίας του εγκαλούντος, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός τα έξοδα νοσηλείας και διαβίωσης του ανερχόταν σε πολύ μικρότερο ποσό από το ύψος της προαναφερόμενης απαίτησης του και καταβλήθηκαν είτε από την ασφαλιστική εταιρεία "..." είτε από προσωπικούς λογαριασμούς του ιδίου, αφετέρου δε η αγορά των ανωτέρω οχημάτων πραγματοποιήθηκε με χρήματα του εγκαλούντος, που ιδιοποιήθηκε εν αγνοία του η κατηγορούμενη-σύζυγος του.

Άλλωστε, αν η πρόθεση των διαδίκων ήταν να διατεθεί το χρηματικό αυτό ποσό για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, δεν υπήρχε λόγος να αναληφθεί και να κατατεθεί σε κοινό λογαριασμό της εναγομένης και της ενηλίκου θυγατρός της. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, το μεγαλύτερο μέρος από το αναληφθέν ποσό δεσμεύτηκε στην επένδυση αμοιβαίων κεφαλαίων με δικαιούχους την εναγομένη και την ως άνω κόρη της, ήτοι για αλλότριο σκοπό, χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του ενάγοντος.

Επιπλέον, αναφορικά με τις δαπάνες που η εναγόμενη επικαλέστηκε ότι προέβη κατά μεν το χρονικό διάστημα Νοεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2003 εξ ιδίων χρημάτων και δανείων, και κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου 2004- Μαρτίου 2006 από το αναληφθέν ποσό των 282.004,16 Ε, όπως αυτές αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις της, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε αφενός ότι αφορούσαν ανάγκες της οικογένειας τους και αφετέρου ότι καταβλήθηκαν απ' αυτή και δη προερχόμενα από τις άνω πηγές.

Επομένως ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της εναγομένης αποδεικνύεται αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ενάγων επί δύο και πλέον έτη από την ανάληψη εκ μέρους της εναγόμενης του συνολικού χρηματικού ποσού των 322.764,16 Ε εσιώπησε και δεν διεκδίκησε τούτο δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συγκατάθεση - έγκριση αυτού στην ανωτέρω ενέργεια της εναγομένης.

Κι' αυτό γιατί ο ενάγων μέχρι και τις αρχές του 2005, εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, και της διαδοχικής και παρατεταμένης νοσηλείας του σε διάφορα θεραπευτήρια ( ..., ...) αδυνατούσε σε μεγάλο ποσοστό να επιμεληθεί των υποθέσεων του και εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τους οικείους του και δη απ' την εναγομένη στις πράξεις της οποίας δεν ήταν σε θέση να προβάλει την παραμικρή αντίδραση ή άρνηση.

Όταν δε εντός του έτους 2005 ζήτησε από την εναγομένη να του επιστρέψει το ως άνω αναληφθέν ποσό και εκείνη αρνήθηκε, κατέφυγε σε πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος συνέταξε την υπό κρίση από 30-1-2006 αγωγή, η επίδοση της οποίας σ'αυτήν την 1-3-2006 προκάλεσε τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως τους. Επομένως κρίνεται αβάσιμος και ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός της εναγομένης, ο οποίος θεμελιώνεται στην επί μακρόν παράλειψη του ενάγοντος να αναζητήσει το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό.

Τέλος αβάσιμος κρίνεται και ο επικουρικός εκ του άρθρου 1399 ΑΚ ισχυρισμός της εναγομένης ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε εσωτερική σχέση (συμφωνία) που αφορούσε τη διαχείριση της κάλυψης των οικογενειακών αναγκών τους για την οποία δεν υπήρχε καμία περαιτέρω συμφωνία για λογοδοσία και ως εκ τούτου δεν είναι υποχρεωμένη αφενός να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για τις δαπάνες στις οποίες προέβη, αφετέρου να προβεί στην απόδοση του επίδικου χρηματικού ποσού.

Και αυτό γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε τέτοια εσωτερική σχέση-συμφωνία, ώστε ο ενάγων να μην έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εναγόμενης προς απόδοση του αναληφθέντος ποσού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι η εκ μέρους της εναγομένης ανάληψη του συνολικού ποσού των 315.773,14 Ε έγινε με την έγκριση του ενάγοντος, ότι τούτο διετέθη υπ' αυτής για την κάλυψη των δαπανών νοσηλείας του καθώς και των οικογενειακών τους αναγκών και ότι η επί δύο έτη σιωπή του ενάγοντος συνιστά έγκριση όλων των ενεργειών της εναγομένης, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 322.764,16 Ε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

Ήδη με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, παρά το ότι διαπίστωσε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη συγκατάθεσης ή μη του αντιδίκου της στο άνοιγμα του επιδίκου κοινού λογαριασμού και στις αναλήψεις ποσών απ' αυτόν εκ μέρους της, άσκησε δε εμμέσως ερμηνευτικό έργο σε σχέση με την αναζήτηση της συναφούς βούλησης του αντιδίκου της, παράλειψε να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι αντίθετο προς τα κριτήρια της καλή πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Από το πιο πάνω περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σε κανένα σημείο αυτής δεν προβαίνει, είτε ευθέως είτε εμμέσως, σε διαπίστωση περί ύπαρξης κενού ή ασάφειας ως προς τα πιο πάνω ζητήματα σχετικά με τη δήλωση βούλησης των διαδίκων και την υφιστάμενη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης με την προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά είναι φανερό ότι δέχεται ανέλεγκτα ότι η πιο πάνω σύμβαση κοινού λογαριασμού και οι σχετικές δηλώσεις βούλησης των διαδίκων είναι πλήρεις και σαφείς με το πιο πάνω περιεχόμενο ως προς την ως άνω εσωτερική τους σχέση.

Επομένως, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας βασίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΑΚ, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-7-2018 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση των υπ' αριθ. 2159/2018 και 2803/2016 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου