Legislator Case Law & Legislation
290/2019 AI generated

290/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

290/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το άρθρο 1 του ν. 119/1975 "Περί µονιµοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.λπ." (ΦΕΚ Α` 172) ορίζεται ότι: "1. Το µόνιµον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών θεραπευτών ... 2. Το περί ων η προηγουµένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίµακος αντιστοίχου της βαθµίδος των µονίµων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....".

Keywords

AI generated
mutuality in health insurance contract for medical treatment interprofessional agreement hospital stay co-payment admission to health insurance practice rules on cover
AI generated
7/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Οι υπό στοιχεία 7, 9, 20, 24, 27, 28, 43 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο υπό στοιχείο 45 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ζιάγκου και κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζιάγκο και κατέθεσαν προτάσεις.
330/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
743/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1675/2018
Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς (άρθρο 1 παρ.2 περ.
1029/2012
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καραβέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία δηλώνει ότι εκπροσωπεί το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Ε.Φ.Κ.Α." ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος και κατάθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ζ. - Γ., κατοίκου ...ς, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/6/2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 17/11/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Πιτταρά, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προαναφερόμενη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσεεγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 142/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 14.09.2017 σημειωματική πράξη επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Β.( επί του αντιγράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως), που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 28.11.2017 επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (28.11.2017) η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 23.10.2018 για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήση της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι αυτή είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο στην αναβληθείσα δικάσιμο. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατα την παραπάνω δικάσιμο (23.10.2018), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 195/29.6.2000 αίτηση για αναίρεση της 401/2000 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης , η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε από το ΝΠΔΔ ΙΚΑ ,που ηττήθηκε, και στρέφεται κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση ( άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του περιεχομένου σ' αυτήν λόγου (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι παραδεκτά συνεχίζει την δίκη, ενώπιον του Αρείου Πάγου, το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία " Ε..Φ.Κ.Α" ως καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία " Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" ενόψει του ότι η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση λύθηκε το 1994 και ως εκ τούτου δεν έχει μεταφερθεί στον ΕΟΠΠΥ (βλ. άρθρα 51 παρ.1, 53 και 70 παρ.9 του Ν. 4387/2016).

Το άρθρο 1 του ν. 119/1975 "Περί µονιµοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.λπ." (ΦΕΚ Α` 172) ορίζεται ότι: "1. Το µόνιµον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών θεραπευτών ... 2. Το περί ων η προηγουµένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίµακος αντιστοίχου της βαθµίδος των µονίµων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....".

Περαιτέρω, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ. 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νοµοθεσία του Ι.Κ.Α. οι ασφαλισµένοι σ` αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισµένου, από κατάλογο που καταρτίζει το Ίδρυµα, ο οποίος περιλαµβάνει ιατρούς που ασκούν νόµιµα το επάγγελµά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύµατος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν. δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών µε το Ι.Κ.Α., µη συνιστώσα σχέση ή σύµβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόµου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ` αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο Ίδρυµα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ` άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται µε το ΙΚΑ µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ιδίου ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρµογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συµβάσεων µε θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, µε αµοιβή οριζόµενη είτε αναλόγως του αριθµού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισµό από τις περί αµοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συµβάσεις, µη συνιστώσες σχέσεις ή συµβάσεις εργασίας, µπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε µετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.

δ/τος, σύµφωνα µε το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθµιση μισθολογικών θεµάτων γιατρών ΙΚΑ µε σύµβαση κλπ" ορίζει:Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί µε σύµβαση ορισµένου ή αορίστου χρόνου ή µε ειδική σύµβαση, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις, εξοµοιώνονται μισθολογικά µε τους µόνιµους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύµατος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήµατα που ισχύουν για τους µόνιµους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθµίσεις δεν υπάγονται : α) οι µε ειδική σύµβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δηµοσίου, β) οι µε ειδική σύµβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζηµίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθµιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν µε αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθµιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α` και β` εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαµβανόµενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύµφωνα µε το άρθρο 10 του ν. δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ` εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληµατικές, άγονες και παραµεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφεροµένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισµό της αποζηµίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η µε το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι εκείνη της ειδικής σύµβασης εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, η δε γενοµένη µε το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξοµοίωση µε τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, που συνδέονται µε αυτό µε σχέση δηµοσίου δικαίου, δεν µετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής µε το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 22/2007, ΑΠ 329/2018, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 284/2015, ΑΠ 7/2014).

Έτσι οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972 εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 329/2018, ΑΠ 7/2014). Εφαρµογή στις συµβάσεις αυτές έχει η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και µετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν.

δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συµβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε µετά από προειδοποίηση ενός µηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ (5/2000) ψηφίστηκε και δηµοσιεύθηκε ο ν. 3232/12-2-2004, ο οποίος µε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ` όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συµβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συµβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Όµως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερµηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει µε ειδικές συµβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων µε το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συµβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συµβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγµατι ερµηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερµηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν µπορεί να έχει εδώ αναδροµική ισχύ, σύµφωνα µε το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγµατος, όπως αναθεωρήθηκε µε το ψήφισµα της 6-4-2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην µεν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόµων ανήκει στη νοµοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφό του 2 ότι νόµος που δεν είναι πράγµατι ερµηνευτικός ισχύει µόνο από τη δηµοσίευσή του (Ολ 22/2007, ΑΠ 329/2018,ΑΠ 284/2015).Περαιτέρω από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993 (16.6.93) οι ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ.

α` και β` και της παρ. 4 εδ. β` του ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ (ΑΠ 121/2016). Το γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ από ειδική σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου( ΑΠ 329/2018, ΑΠ 121/2016).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 329/2018, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 1318/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα με την από 4.7.1994 αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας , αφού ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσείον-εναγόμενο ΙΚΑ την 1.10.1993 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου βάσει των διατάξεων των άρθρων 10 του νδ. 1204/1972 και 18 ν.2150/1993 και προσέφερε έκτοτε σ' αυτό τις υπηρεσίες της ως ιατρός παθολόγος μέχρι 20.5.1994 , οπότε ο εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση και την απέλυσε, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για υπόλοιπο οφειλομένων μισθών , επιδόματα εορτών και αποζημίωση απόλυσης συνολικά 846.294 δραχμές.

Το ως άνω Δικαστήριο με την 17/1997 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ύστερα δε από έφεση που άσκησε το εναγόμενο κατά της απόφασης αυτής , εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 401/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Ειδικότερα , το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: " Κατόπιν της Ρ01/516/14-9-1993 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ, ο Διευθυντής της Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας ΙΚΑ …Ι.

Σ. υπέγραψε την από 1/10/19… σύμβαση, με την οποία η εφεσίβλητη προσελήφθη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 νδ 1204/1972 και 18 ν 2150/1993, με ειδική σύμβαση αόριστου χρόνου ως γιατρός παθολόγος στα ιατρεία της εν λόγω Υπηρεσίας, με τις προβλεπόμενες από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 αποδοχές. Η σύμβαση καταρτίσθηκε, αφού προηγουμένως η εφεσίβλητη προσκόμισε στην ως άνω Υπηρεσία πιστοποιητικό του οικείου Ιατρικού Συλλόγου ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ.

Την 23/3/1994 ο διοικητής του ΙΚΑ με την Φ06/35657/23-3-1994 απόφαση του, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και η εφεσίβλητη απολύθηκε την 20/5/1994. Από την κατάρτιση της συμβάσεως μέχρι την απόλυσή της η εφεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της παθολόγου γιατρού στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος στα ιατρεία του Υποκαταστήματος ΙΚΑ … υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εκκαλούντος , λαμβάνοντας τις αποδοχές και έχοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μονίμων γιατρών του Ιδρύματος ( ωράριο, συνθήκες εργασίας κλπ).

Η σύμβαση αυτή είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον τα μέρη απέβλεψαν στην παροχή εργασίας, δηλαδή στην παροχή περιθάλψεως στους ασφαλισμένους στο Υποκατάστημα ΙΚΑ …., και όχι στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει επί μισθώσεως έργου, και την κατάλυση κάθε συμβατικού δεσμού μετά την επίτευξή του.

Άλλωστε, πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως η εφεσίβλητη δήλωσε ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ και, επομένως, δεν υπάγεται στην κατηγορία των γιατρών, των οποίων, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 18/3, 4 β ν. 2150/1993, το εργασιακό καθεστώς ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 νδ 1204/1972 και η σχέση τους, κατά την πρώτη από αυτές (αρθρ. 5), με το ΙΚΑ δεν είναι σχέση η σύμβαση εργασίας, αλλά διέπεται από τις διατάξεις αυτού του ΝΔ/τος και των κανονισμών που εκδίδονται σε εκτέλεση αυτού.

Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως από τους διαδίκους ως ειδικής συμβάσεως έργου, ανεξαρτήτως του ότι αντικρούεται από το γεγονός ότι συμφωνήθηκε να είναι αόριστου χρόνου και όχι να διαρκέσει μέχρι την περάτωση του έργου, δεν ασκεί καμία επιρροή. Και τούτο διότι η φύση της συμβάσεως δεν εξαρτάται από την ονομασία που της προσδίδουν οι συμβαλλόμενοι.

Ο χαρακτηρισμός της αποτελει δικανικό έργο του δικαστηρίου, που συνάγει με έρευνα τη σχετική κρίση του από το περιεχόμενο των συμφωνημένων στοιχείων και καθορίζει, με βάση, αυτά, τους κανόνες δικαίου που αρμόζουν και πρέπει να εφαρμοστούν στη σχέση, προσφεύγοντας, αν χρειαστεί, και σε στοιχεία εκτός της συμβάσεως, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνημένα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.

Κατά συνέπεια, εφόσον η εφεσίβλητη παρείχε τις υπηρεσίες της στο εκκαλούν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δικαιούται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 1993 και Πάσχα 1994, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 ν. 1082/1980, και την αποζημίωση λόγω απολύσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 49 του ν. 993/1979....." Με την κρίση του αυτή , σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν,δ/τος 1204/1972, καθόσον, όπως εκτέθηκε πιο πάνω , οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972 εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 , αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της. Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει , μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος , να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, κατ` άρθρο 179 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ (ΑΠ 329/2018)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 195/29.6.2000 αίτηση για αναίρεση της 401/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί την ως άνω 401/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση του αναιρεσείοντος. Εξαφανίζει εν μέρει την 17/1997 απόφαση του Πρωτοδικείου Βεροίας δηλαδή μόνο κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή και απορρίπτει στο σύνολό της την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ