Legislator Case Law & Legislation
290/2018 AI generated

290/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

290/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
rural settlement rural land ownership common organisation of agricultural markets rural conservation zone extension of agricultural lease subdivision of land
AI generated
970/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
612/2014
Δίκαιο διέπον τους Εκκλησιαστικούς Ναούς κατά την Τουρκοκρατία.
1778/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28-3-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-4-2014 αίτησή του.
572/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
569/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Α. Β. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πάτρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Μαστορογιαννάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5/2016 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19-9-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5/20165 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης , με την οποία απορρίφθηκε έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος κατά της 33/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων που είχε δεχθεί εν μέρει , την από 15-5-1992 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς και λυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Επομένως δεν αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις αποδείξεις. Προσέτι "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 2/2008), ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 682/2016).

Πάντως δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ο ισχυρισμός ακόμη και αν προτείνεται με λόγο εφέσεως, που ανάγεται στην ορθή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή κάποιου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης.

Επομένως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν αυτός ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος πρότασης ή επαναφοράς αυτού, προκειμένου να κριθεί με βάση το αναιρετήριο η παραδεκτή προβολή και η νομιμότητα αυτού (ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 111/2009, ΑΠ 428/2008, ΑΠ 760/2004).

Η ανωτέρω διάταξη αφορά "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στη περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 515/2017). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατατάξεων των άρθρων 216 παρ 1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή αυτού και μνεία του οριστικού τίτλου κυριότητας, β) νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) αίτημα απόδοσης του διεκδικούμενου ακινήτου στον ενάγοντα (ΑΠ 1170 /2011 ΑΠ 230/1993).

Κατά

τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Εφόσον δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004).

Η νομική αοριστία (όπως και η ποσοτική ή ποιοτική) πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 662/2009 ΝοΒ 58, 112). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για αοριστία της αγωγής πρέπει στο αναιρετήριο ν’ αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι η αοριστία αυτή προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τις ακόλουθες παραδοχές: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή , που ορίστηκε με την με αρ. ...1993 πράξη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στις με αρ. ...-11-1993 και 15-3-1995 , ...4-1997 και 22-12-1998 εκθέσεις εισήγησης ,την από 21-3-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την ανωτέρω πράξη πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού Ι.

Σ., την με ημερομηνία Μάιος 2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την με αρ. 269/2002 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Γ. Β., την από 20-5-2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Χ. Α., που παραδεκτά προσκομίζεται από τον εναγόμενο το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατ’ άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ., διότι κατά τη κρίση του Δικαστηρίου ο εναγόμενος δεν την είχε προσκομίσει στη μετ’ απόδειξη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια αλλά επειδή δεν παρέστη σ’ αυτήν, τη με αρ. ...-6-2014 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Ι.

Μ., η οποία λήφθηκε νομότυπα ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου (βλ. τη με αρ. .../10-6-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Θ.) και παραδεκτά προσκομίζεται από τον εναγόμενο το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατ’ άρθρο 529 Κ•Πολ.Δ., και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Δυνάμει του με αρ. .../6-11-1980 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Χ.-Β., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, η Ε. σύζυγος Σ. Κ., αδελφή του ενάγοντος, μεταβίβασε στον τελευταίο κατά πλήρη κυριότητα ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο) έκτασης 700 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας ..., επαρχίας …, στη συνοικία ...

και στη θέση ... και, κατά τον τίτλο αυτό, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Α. Β., ανατολικά με οδό Διεύθυνσης Γεωργίας, δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Β. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία της δωρήτριας. Το παραπάνω ακίνητο αποτελεί τμήμα ακινήτου,έκτασης ενός στρέμματος από το με αρ. ...

κληροτεμάχιο του επικοιστικού αγροκτήματος ..., το οποίο είχε περιέλθει στην ανωτέρω δωρήτρια από αγορά με το από 20-2-1955 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του νόμιμου αντιπροσώπου πατέρα της, Ν. Κ. και ταυ αληθινού κύριου αυτού Σ. Β.. Η αγοραπωλησία αυτή, ως αφορώσα τμήμα του με αρ. ... κληροτεμαχίου της οριστικής διανομής ετών 1938, 1939 ,1940 και 1946 του αγροκτήματος "...-Ανταλλάξιμαι εκτάσεις" και άρα γενόμενη κατά παράβαση των τότε ισχυόντων διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας περί απαγόρευσης κατάτμησης των κληροτεμαχίων, επικυρώθηκε με τη με αρ. 170/1973 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, η οποία, αφού κατέστη τελεσίδικη, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων.

Συνεπώς, από την επικύρωση της ως άνω ανώμαλης δικαιοπραξίας το ως άνω τμήμα του με αρ. ... κληροτεμαχίου, ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος απέκτησε αυτοτέλεια και κατέστη δυνατή η περαιτέρω ελεύθερη μεταβίβασή του στον ενάγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ και χωρίς τους περιορισμούς της αγροτικής νομοθεσίας (βλ.

σχετ. ΑΠ 1834/1999 ΝΟΜΟΣ). Το επίδικο τμήμα έχει εμβαδό σύμφωνα με την αγωγή 429,26 τ.μ., ενώ σύμφωνα με τη νεώτερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Β. έχει εμβαδό 418,37 τ.μ. και αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα Απριλίου 2009, που συνέταξε και κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με στοιχεία ..., έχει τριγωνικό σχήμα και συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγόμενου, νότιο με το υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και με ακίνητα ιδιοκτησίας Α.

Κ. και Ε. Κ. και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Β.. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο ιδιοκτησίας του ενώ ο εναγόμενος ότι περιλαμβάνεται στο δικό του τίτλο ιδιοκτησίας ήτοι στη με αρ. 79/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, που επικύρωσε τη γενόμενη με το από 30-8-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό πώληση από τον πατέρα του στον ίδιο (εναγόμενο) τμημάτων των με αρ. ...

και ... κληροτεμαχίων του αγροκτήματος ..., έκτασης 1563 τ.μ. Σύμφωνα με αμφότερες τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μηχανικών, τα πορίσματα των οποίων δεν αναιρούνται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, στην κυριότητα του ενάγοντος με βάση τον παραπάνω τίτλο κτήσης του, έχει περιέλθει τμήμα του επίδικου τμήματος ακινήτου, εμβαδού, κατά τη νεότερη καταμέτρηση από τον πραγματογνώμονα Γ.

Β., 235,08 τ.μ. το οποίο εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεσή του, με τα στοιχεία ..., έχει τριγωνικό σχήμα και συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας εναγόμενου, νότια με το υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος και με ακίνητα ιδιοκτησίας Α. Κ. και Ε. Κ. και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε.

Β.. Αντίθετα το ως άνω τμήμα των 235,08 τ.μ δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο κτήσης του εναγόμενου και ούτε διενεργούσε σ’ αυτό τις επικαλούμενες πράξεις νομής από το έτος 1970, όπως ισχυρίζεται, οπότε ανέγειρε στο ακίνητο του οικία, το περιέφραξε και φύτεψε δέντρα.

Συνεπώς, δεν κατέστη κύριος αυτού ούτε με έκτακτη χρησικτησία. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι μεταξύ των δύο ακινήτων του δικού του και του ενάγοντος υπήρχαν σαφή και σταθερά όρια ήδη από το έτος 1949 και συγκεκριμένα ένα χαντάκι-ρυάκι, το οποίο διαχώριζε τα δύο ακίνητα, και ότι η υπάρχουσα σήμερα περίφραξη, που χωρίζει τα δύο ακίνητα, είναι στην ίδια θέση που βρισκόταν και το χαντάκι απορροής των βρόχινων νερών.

Η ύπαρξη του χαντακιού αυτού, ως διαχωριστικού ορίου, επιβεβαιώνεται και από τους μάρτυρες και του ενάγοντος και του εναγόμενου, πλην όμως το χαντάκι αυτό επιχωματώθηκε από τον εναγόμενο το έτος 1986 και η υπάρχουσα σήμερα περίφραξη δεν είναι στην ίδια θέση, που βρισκόταν το χαντάκι. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος το έτος 1986 κατέλαβε το ανωτέρω τμήμα έκτασης 235,08 τ.μ., ιδιοκτησίας του ενάγοντος, προβαίνοντας σε εκσκαφή και εκχωμάτωσή του με χρήση μπουλντόζας, ώστε το τελευταίο εμφανίζει πλέον εμφανή υψομετρική διαφορά με το υπόλοιπο ακινήτου του ενάγοντος, τοποθέτησε περίφραξη και "φύτεψε δέντρα σ’ αυτό, κατέχει δε αυτό μέχρι σήμερα αρνούμενος να το αποδώσει.Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη με τις ίδιες ως άνω αιτιολογίες δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος (πρώτος) της έφεσης του εναγόμενου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η προβάλλεται η από τον αριθμ. 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου και τους ισχυρισμούς ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο τίτλο κτήσεως και είναι περιφραγμένο με σαφή όρια από το έτος 1949 έως σήμερα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος όσον αφορά την ένσταση ιδίας κυριότητας γιατί το εφετείο όσον αφορά την ένσταση ιδίας κυριότητας την έλαβε υπόψη,την ερεύνησε και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ,με το συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο"δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω τίτλο του εναγομένου και ούτε διενεργούσε σε αυτό τις επικαλούμενες πράξεις νομής από το έτος 1970 ,όπως ισχυρίζεται 9οπότε ανέγειρε στο ακίνητο του οικία το περιέφραξε και φύτεψε δένδρα .

Συνεπώς δεν κατέστη κύριος αυτού ούτε με έκτακτη χρησικτησία". Όσον δε αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί αυτοί αυτοί οι ισχυρισμοί δεν αποτελούν" πράγματα "αλλά επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου επί της οποίας εκδόθηκε ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έπασχε από νομική αοριστία, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτιθέμενα, δεν αναφέρεται όμως, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε και με ποιο τρόπο την αοριστία αυτή στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας(Πρωτοδικείο).Στην αίτηση αναίρεσης αναφέρει σχετικά " όπως είχα επικαλεσθεί με το δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεώς μου στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται η προέλευση του ακινήτου,ποιοι ήταν οι αρχικοί κληρούχοι και πως μεταβιβάσθηκε από τους αρχικούς κληρούχους στους αγοραστές με το ιδιωτικό συμφωνητικό και τούτο καθώς στην κρινόμενη περίπτωση ο κλήρος είχε παραχωρηθεί δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... τίτλου κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας στους :α) Α. Β. του Β. κατά 8/9 εξ αδιαιρέτου και β)στο δικαιοπάροχο πατέρα μου ,Β. Β. του Α. κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου" δηλαδή ισχυρίζεται ότι η αοριστία της αγωγής προβλήθηκε με λόγο έφεσης στο Εφετείο χωρίς να μνημονεύεται ότι με το λόγο αυτό της έφεσης επανέφερε προς νέα κρίση στο εφετείο προβληθέντα νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό .Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αόριστος.

Τέλος, όλοι οι λοιποί( τρίτος και τέταρτος) λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττουν με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔικ).

Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ), ενώ αυτός λόγω της ήττας τους (αρθρ. 183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.19.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ