Legislator Case Law & Legislation
290/2016 AI generated

290/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 290 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

290/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 290 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1)Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 2)Μ. συζ. Ε. Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., 3)Ε. συζ. Ι. Γ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου .... 4)Π. Σ. του Α., κατοίκου .... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι 2η και 3η ατομικά και ως μοναδικοί κληρονόμοι της αποβιωσάσης αναιρεσείουσας Ε. χας Σ. Κ., και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρύσανθο Κετίκογλου.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ζ. χήρας Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως μοναδικής καθολικής διαδόχου της Α. χας Γ. Κ., το γένος Δ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βύρωνα Βοσκίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1997 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αναιρεσείουσας Ε. χας Σ. Κ., των ήδη 2ης, 3ης ,4ου των καθών η κλήση και λοιπών διαδίκων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13312/1998 μη οριστική και 22540/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 584/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1502/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε η καλούσα με την από 19/11/2013 κλήση της.

Εκδόθηκε η 75/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανήλθε εκ νέου προς συζήτηση, με την από 21-4-2015 κλήση της αναιρεσίβλητης-καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13-2-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση με κλήση της αναιρεσίβλητης η από 21-7-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 584/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης μετά την έκδοση της 75/2015 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 17-9-2014 που είχε ορισθεί μετ’ αναβολή η συζήτηση αυτής. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όπως προκύπτει από την .../21-9-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Σ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αντίγραφο της κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτηση αυτής στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Χρ. Κετίκογλου, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής, Συνεπώς παρά την απουσία της προαναφερομένης, θεωρείται και αυτή παρούσα.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η δεύτερη των αναιρεσειόντων απεβίωσε την 21-7-2010 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες της τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, οι οποίες κατά τη δικάσιμο της 15-5-2013, που είχε ορισθεί μετ’ αναβολή η συζήτηση αυτής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της παραπάνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και με την από 21-4-2015 κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος της παραπάνω αναιρεσείουσας και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή της, αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, καθώς και το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτής.

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, και 974 ΑΚ συνάγεται ότι με έκτακτη χρησικτησία γίνεται κύριος ακινήτου πράγματος εκείνος που το έχει στη νομή του επί συνεχή εικοσαετία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση κα ι τον προορισμό του και είναι, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, δηλωτικές της βουλήσεως του κατόχου να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του. Και κατά την διάταξη του άρθρου 983 του ιδίου Κωδικός η νομή, ως δικαίωμα, μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως, ανεξαρτήτως του εάν αυτοί απέκτησαν και την φυσική εξουσία επί του πράγματος. Και κατά την διάταξη του άρθρου 1846 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 0 αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ύστερα από παραχώρηση του Τουρκικού Δημοσίου, που είχε την κυριότητα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 8, 24 και 30 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο Δ. Κ., πατέρας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Π. Κ., απέκτησε πριν από το έτος 1907 δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί α) μιας αμπέλου, έκτασης 1 στρέμματος, 1 αυλακιού και 300 -πήχεων και ήδη 2.300 τετραγωνικών μέτρων, η οποία συνόρευε ανατολικά με το ακίνητο του Α., δυτικά με το ακίνητο του Ν., βόρεια με το ακίνητο του Θ. και νότια με χέρσο, β) ενός χέρσου αγρού, εμβαδού 1 αυλακιού και ήδη 400 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνόρευε ανατολικά με την παραπάνω άμπελο, δυτικά με το ακίνητο του Ν., βόρεια με την άμπελο και νότια με το ακίνητο του Γ.. Ο Δ. Κ., σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία πριν από την 20 Μαΐου 1907, επέτρεψε στον υιό του Π. Κ. να καλλιεργεί εκείνος τους ίδιους αγρούς για δικό του λογαριασμό, διότι εκείνος (πατέρας) ήταν μεγάλης ηλικίας και επιπλέον προσδοκούσε από τον υιό του να τον γηροκομήσει. Μάλιστα, μεταγενέστερα, την 5 Δεκεμβρίου 1913 και προς βεβαίωση της συμφωνίας αμφοτέρων που αφορούσε την επιθυμία του πατέρα να τον γηροκομήσει ο υιός του, συνέταξαν, για πρόσθετη έγγραφη βεβαίωση των συμφωνηθέντων, το από 5-12-1913 ιδιωτικό έγγραφο (συμφωνητικό), στο οποίο αναφέρεται η άτυπη παραχώρηση των αγρών για καλλιέργεια από τον πατέρα και η αναληφθείσα υποχρέωση από τον Π. Κ. και τη σύζυγο του Ι. να γηροκομήσουν τον πατέρα και πεθερό τους αντίστοιχα. Η κατάρτιση του εγγράφου του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικό δεν επηρεάζει την έναρξη ή τη συνέχιση του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί και να εξελίσσεται αυτοδυνάμως και ανεξάρτητα νωρίτερα από τον Π. Κ. ως πραγματικό γεγονός, πριν από την 20 Μαΐου. Έτσι, έκτοτε ο Π. Κ. καλλιεργούσε ο ίδιος τους ίδιους αγρούς για δικό του λογαριασμό. Πέραν της παραχωρήσεως του πατέρα του, ο Π. Κ. προέβη στην καλλιέργεια των αγρών χωρίς σχετική παραχώρηση αυτών από το Τουρκικό Δημόσιο, που είχε την κυριότητα {των αγρών), οι οποίοι ανήκαν στην κατηγορία των δημόσιων γαιών. Αφότου ο Π. Κ. επιλήφθηκε των αγρών πριν από την 20 Μαΐου 1907, έκτοτε τους καλλιεργούσε αδιάκοπα και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, ως αμπελώνα, μέχρι την 20 Μαΐου 1917, αλλά συνέχισε την καλλιέργεια και μετά τη χρονολογία αυτή μέχρι το έτος 1946. Έτσι, με την κατοχή και καλλιέργεια των αγρών πριν από την 20 Μαΐου 1917 και επί μία συνεχή δεκαετία έκτοτε χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων απέκτησε αυτοτελώς δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ). Το αποκτηθέν αυτό δικαίωμα δεν αποτελεί συνέχεια και διαδοχή της υφιστάμενης πρότερον καταστάσεως στο πρόσωπο του πατέρα του, αλλά νέα απόκτηση, ανεξάρτητη του δικαιώματος που είχε ο τελευταίος. Γιαυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του 2448/20-5-1917 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν 1072/1917, όπως αναγνωρίσθηκε και με το άρθρου 50 του Ν 2052/1920 και το άρθρο 49 του Ν 2052/1920, παραχωρήθηκε σ’ αυτόν, που είχε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σε δημόσιες καλλιεργήσιμες γαίες, δικαίωμα συγκυριότητας κατά το ποσοστό 4/5, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό της συγκυριότητας (1/5) περιήλθε αυτοδικαίως στον ίδια δικαιούχο δυνάμει των άρθρων 101 έως 104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν 4166/192 9 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν 1540/1938. Έτσι, Ο Π. Κ. κατέστη αποκλειστικά κύριος των αγρών επί των οποίων είχε προηγουμένως δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η κτήση της κυριότητας του ακινήτου από τον Π. Κ., αναφέρονται πλήρως στην ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου των έγγραφων προτάσεων τους και το παρόν Δικαστήριο τα υπαγάγει στον ορθό νομικό κανόνα, παρά την εσφαλμένη ερμηνεία τους, που πραγματοποιήθηκε από τους εναγομένους. Αφότου ο Π. Κ. απέκτησε την κυριότητα των αγρών, τη διατήρησε μέχρι το έτος 1946, θέτοντας τους υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική δική του εξουσίαση. Χρησιμοποιούσε τα ακίνητα μέχρι και το έτος 1946 με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους ως αγρών. Τους καλλιεργούσε αδιάκοπα ως αμπελώνα μέχρι το έτος 1930 και είχε την εποπτεία των αγρών και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Το έτος 1930, εξαιτίας της καταστροφής της αμπέλου από φυλλοξήρα, μετέβαλε την καλλιέργεια και καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1946 δημητριακά. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν νεμήθηκε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το Ίδιο ακίνητο και ιδιαίτερα οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων. Σε ημερομηνία του έτους 1946 που δεν διακριβώθηκε, ο Π. Κ. μεταβίβασε προφορικά τους αγρούς προς τον υιό του Γ. Κ., πατέρα και σύζυγο των εναγομένων, ο οποίος τους παρέλαβε και έκτοτε μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του, που συνέβη την 27 Δεκεμβρίου 1966, άρχισε να τους νέμεται. Κατείχε τους αγρούς με τη βούληση να τους έχει ως αποκλειστικά δικούς του καθ’ όλες τους τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Τους έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Τους χρησιμοποιούσε όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας του, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους, έτσι ώστε τα ακίνητα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκονται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέως, ο οποίος είχε υπό την εποπτεία του τους αγρούς και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, καλλιεργούσε τους αγρούς με δημητριακά. Ο Γ. Κ. πέθανε την 27 Δεκεμβρίου 1966 στη Θεσσαλονίκη. Κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Α., κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου και κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου από τη θυγατέρα του Ζ. συζ. Ι. Κ., οι οποίες, δυνάμει της .../27-8-1996 δηλώσεως αποδοχής, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, αποδέχθηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν νόμιμα τη δήλωση στον τόμο ... και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται, ότι όσο αφορά την .../27-8-1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, δεν αποδείχθηκε ότι πλαστογραφήθηκε το περιεχόμενο της από οποιονδήποτε για την χρονολογία που πραγματοποιήθηκε η αναφερόμενη στο συμβόλαιο αυτό άτυπη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων από τον Π. Κ. προς τον Γ. Κ. (1946). Η σχετική ένσταση που προέβαλαν οι εκκαλούντες ενάγοντες πρέπει ν’ απορριφθεί. Άλλωστε, η χρονολογία που πραγματοποιήθηκε η άτυπη αυτή μεταβίβαση αποδεικνύεται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία συνεκτιμώνται από το Δικαστήριο. Αφότου οι εναγόμενες κληρονόμοι παρέλαβαν τη νομή των αγρών αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομούμενου συζύγου και πατέρα τους, έκτοτε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους κατείχαν κατά τα ποσοστά της κληρονομιάς με τη βούληση να τους έχουν ως αποκλειστικά δικούς τους καθ’ όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Τους έθεσαν υπό την ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Τους χρησιμοποιούσαν όπως και οι δικαιοπάροχος τους, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους, έτσι ώστε τα ακίνητα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρούνται ότι βρίσκονται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση των συννομέων εναγουσών. Ειδικότερα, αφού οριοθέτησαν τους αγρούς, ακολούθως τους είχαν υπό την εποπτεία τους και είχαν τη δυνατότητα να ασκούν τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, προ έβαιναν στην αποψίλωση τους, τους εκμίσθωναν περιοδικά ως βοσκότοπο, συντηρούσαν τη περίφραξη τους και τέλος επιμελήθηκαν για τη διατήρηση των δικαιωμάτων τους επ’ αυτών ενώπιον των αρμόδιων Αρχών, μετά την ένταξη των ακινήτων στο σχέδιο πόλεως της περιοχής και την έκδοση της σχετικής πράξεως εφαρμογής, προβάλλοντας τις σχετικές ενστάσεις και αιτήσεις για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό. Όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης σύννομης εκ μέρους των εναγομένων για λογαριασμό τους, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως των ακινήτων και γενικά ολόκληρου του ενιαίου ακινήτου, στο οποίο συνενώθηκαν οι δύο αγροί, με διάνοια συγκυρίου. Η πρόθεση τους για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση των αγρών με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειρισθεί αυτούς ο ιδιοκτήτης. Η παραπάνω σύννομη των ακινήτων κατά τα ιδανικά μέρη που κληρονόμησαν, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διήρκεσε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (11-6-1997). Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν νεμήθηκε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ιδιαίτερα οι ενάγοντες, και οι δικαιοπάροχοι τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Κατ ακολουθίαν, οι εναγόμενες, οι οποίες συννεμήθηκαν αδιάκοπα ολόκληρους τους παραπάνω αγρούς από την 27 Δεκεμβρίου 1966 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (11-6-1997), δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγιναν συγκύριες αυτού κατά τα ποσοστά της κληρονομιάς με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα και συζύγου τους. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αρνητική αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία εζήτησαν να αναγνωρισθεί η μη ύπαρξη του δικαιώματος συγκυριότητος των εναγομένων επί του επιδίκου κατά τα στην αγωγή αυτή αναφερόμενα ιδανικά μερίδια, κατά παραδοχή της υπό των εναγομένων προταθείσης ενστάσεως ιδίας κυριότητος, ερειδομένης επί της εκτάκτου χρησικτησίας. Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως; αφού διέλαβε σ’ αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω ουσιαστικών διατάξεων , τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των άλλων, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., κατά τον χρόνο του θανάτου του (27/12/1966) ήταν νομέας του επιδίκου ακινήτου και στην συνέχεια το ενέμοντο η εναγόμενοι, ως καθολικοί αυτού διάδοχοι που απέκτησαν και το δικαίωμα της νομής επ’ αυτού, μέχρι την άσκηση της αγωγής (26/3/1997) γενόμενοι έτσι κύριοι με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα για παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 78 Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν τουρκικού έτους 1274 (1856), διότι το Εφετείο εδέχθη ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Κ. εξουσίαζε το επίδικο που αποτελούσε καλλιεργήσιμη δημόσια γαία πριν από τον μήνα Μάϊο 1907 συνεχώς μέχρι την 20/5/1917, ενώ δεν προεβλήθη σχετικός ισχυρισμός από τις εναγόμενες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, παρεκτός του ότι είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, αναφορικώς με την εφαρμογή και ερμηνεία της άνω ουσιαστικής διατάξεως, αλλά σφάλμα από το αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι η παραδοχή του Εφετείου περί της αδιάλειπτου νομής του επιδίκου από τις εναγόμενες επί χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε κάθε όμως περίπτωση με βάση τις άνω παροχές το Εφετείο δεν παρεβίασε, και την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 7 8 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, αφού εδέχθη, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Κ. πριν από το Μάιο 1907 εξουσίαζε συνεχώς το επίδικο, καλλιεργώντας το μέχρι την 20/5/1917.

Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας. Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ’ αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξ’ άλλου, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του οποιοδήποτε έγγραφο προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, εφ ‘ όσον αποδεικνύεται η γνησιότητα του, η οποία, όταν αμφισβητείται αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσάγοντα το έγγραφο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 443, 445 και 457 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.. 0 ισχυρισμός όμως περί της αμφισβητήσεως της γνησιότητος της υπογραφής επί του ιδιωτικού εγγράφου από τον αντίδικο του προσκομίζοντος το έγγραφο αυτό , σύμφωνα με το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 11 ν. 2915/2001,πρέπει να είχε προβληθεί το αργότερο μέχρι του πέρατος της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση ή το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, εκτός και αν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 269 και 527 Κ.Πολ.Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που περιέχεται σε λόγο εφέσεως τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, δια της οποίας απερρίφθη ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός τους περί της μη γνησιότητος των από 5/12/1913 και 24/11/1917 εγγράφων, γιατί προεβλήθη κατά την δευτέρα συζήτηση της αγωγής. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, κρίνοντας ως γνήσια τα ανωτέρω έγγραφα ενόψει της μη αμφισβητήσεως της γνησιότητός των και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επειδή, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8α, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 10, 12 και 13 του ιδίου άρθρου, κατ ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό αναφερομένου νομικού σφάλματος), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν προς θεμελίωση της υπ’ αυτών προταθείσης ενστάσεως ιδίας κυριότητος και ειδικότερα ότι ο απώτερος αυτών δικαιοπάροχος Π. Κ. εξουσίαζε το επίδικο πριν από τον μήνα Μάιο 1907. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, γιατί η κρίση του Εφετείου ότι οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία, όμως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, όπως ελέχθη, απερρίφθη ως αβάσιμος, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του εάν ο άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Κ., απέκτησε την κυριότητα ή όχι επί του επιδίκου και με βάση την διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο δι’ αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, ήτοι μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, εδέχθη ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο εν λόγω έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως αυτό πράγματι έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου. Τούτο δε διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση του περιεχομένου α) της .../1996 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης I. Μιχελάκη και του περιεχομένου των δημοσίων βιβλίων του υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως, στα οποία ενεγράφη η εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς 2) του υπ’ αριθμ. 905/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και 3) της από Μαρτίου 2008 γραφολογικής εκθέσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο για την εκφορά της κρίσεως του ότι οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία δεν στηρίχθηκε κυρίως ή αποκλειστικώς στα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία αφορούν στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος από τους εναγομένους, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2009 αίτηση των Δ. Ρ., Ε. Κ., M. Κ., Ε. Γ. και Π. Σ., περί αναιρέσεως της 584/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ