290/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 290 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Άρθρα 1§1, 2§1, 3 ν. 1418/1984, όπως αντικ. με άρθρο 96§7 ν. 1892/1990 και 1§2 ν. 2229/1994, σε συνδ. με 71,914, 922, 932 ΑΚ. Προϋποθέσεις ευθύνης ν.π.δ.δ. (α.ε.) που διαδέχονται εκ του νόμου το Ελ. Δημόσιο στις υποχρεώσεις του Î...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 290 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθρα 1§1, 2§1, 3 ν. 1418/1984, όπως αντικ. με άρθρο 96§7 ν. 1892/1990 και 1§2 ν. 2229/1994, σε συνδ. με 71,914, 922, 932 ΑΚ. Προϋποθέσεις ευθύνης ν.π.δ.δ. (α.ε.) που διαδέχονται εκ του νόμου το Ελ. Δημόσιο στις υποχρεώσεις του για εκτελούμενο δημόσιο έργο, άνω των 26.000.000.000 δρχ. όταν ο τεχνικός σύμβουλος κατασκευής που προσέλαβε η α.ε. δεν άσκησε δέουσα επίβλεψη για λήψη μέτρων ασφαλείας αποτροπής κινδύνου ζημιών σε γειτονικές οικοδομές τρίτων από χρησιμοποιούμενες για τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού εκρηκτικές ύλες, των οποίων χρήση έκανε, για τμήμα της οδού που κατασκεύαζε άλλη εταιρία, εφόσον το δικαίωμα επίβλεψης και υπόδειξης ληπτέων μέτρων ασφαλείας είχε η αναιρεσείουσα-εναγομένη (διά του προσληφθέντος τεχνικού συμβούλου της) κατά τις παραδοχές του Εφετείου. Δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, εν όψει αυτών των παραδοχών του Εφετείου, οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ορθώς έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης αρ. 1, 19, 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..
Αριθμός 290/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", η οποία έχει έδρα την Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Σ. του Π., 2. Π. Κ. του Δ., 3. Χ. Σ. του Π. και 4. Α. Σ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μουχτούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 167/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 1 παρ.1, 2 παρ.1 και 3 του ν. 1418/ 1984, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 96 ν. 1892/1990 και ακολούθως με την παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 2229/1994: "Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι, έχουν την ακόλουθη σημασία. α) "Εργοδότης" ή "κύριος του έργου" είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, για λογαριασμό του οποίου καταρτίζεται η σύμβαση ή κατασκευάζεται το έργο. β) "Φορέας κατασκευής του έργου" είναι η αρμόδια Αρχή ή Υπηρεσία που έχει την ευθύνη παραγωγής του έργου. γ) "Ανάδοχος εργολήπτης" ή "ανάδοχος" είναι η εργοληπτική επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί με σύμβαση η κατασκευή του έργου ...". Με το άρθρο 5 του ν. 2229/1994 ορίζεται ότι: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Με τις αποφάσεις αυτές προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος χρηματοδότησης του έργου. Τα νομικά αυτά πρόσωπα εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ.6) ... Σκοπός των εταιριών αυτών είναι: α. Η ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση, εξοπλισμός και εκμετάλλευση κάθε είδους έργου υποδομής, καθώς και η διοίκηση, επίβλεψη και παρακολούθησή τους. ... β. Η ολική ή μερική ανάθεση, απευθείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή με διαγωνισμό σε τρίτους, της μελέτης και/ή κατασκευής και/ή επέκτασης και/ή συντήρησης και/ή οργάνωσης και/ή εξοπλισμού και/ή εκμετάλλευσης των έργων υποδομής για τα οποία έχουν συσταθεί, καθώς και της επίβλεψης και/ή παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών. γ. Η παροχή συμβουλών και, η εισήγηση σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω (παρ.7). Για την εκπλήρωση του σκοπού τους, οι εταιρείες μπορούν ενδεικτικά: α)να συνεργάζονται με οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, με οποιονδήποτε τρόπο, β) να αντιπροσωπεύουν οποιαδήποτε επιχείρηση ημεδαπή ή αλλοδαπή με όμοιους ή παρεμφερείς σκοπούς, γ)να συνάπτουν συμβάσεις προς εξεύρεση οικονομικών πόρων, στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να χορηγεί την εγγύησή του, δ)να αναθέτου καθήκοντα συμβούλου σε ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα (παρ.9). ... Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο. Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό (παρ.11). Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρίες αυτές (παρ.15). ... Οι ανωτέρω διατάξεις των παρ.6 μέχρι 17 του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμοσθούν και για κάθε έργο ή τμήματα έργου, που έχει ανατεθεί η εκτέλεσή τους ή έχει προκηρυχθεί η δημοπράτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως παραχωρούνται και μεταβιβάζονται στην ιδρυόμενη εταιρεία, χωρίς αντάλλαγμα, όλα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τη σύμβαση ή συμβάσεις κατασκευής του έργου που καταρτίστηκαν ή από τη διακήρυξη δημοπράτησης του έργου ή τμήματος έργου, η δε εταιρεία υποκαθιστά το Δημόσιο σε όλες ανεξαιρέτως τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων. Δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία υποχρεώσεις του Δημοσίου από συμβάσεις εκτελούμενων έργων, που τυχόν θα προέλθουν μέχρι την ημερομηνία ανάληψης του έργου από την εταιρεία, "ή των οποίων η προκήρυξη της δημοπράτησης ή η ανάθεση γίνει από τον αρμόδιο φορέα, στον οποίο ανήκε το έργο, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη σύσταση της εταιρείας" (παρ.19 όπως το τελευταίο εδάφιο συμπληρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.3 του ν. 2308/1995). Τέλος με την παρ.3 του άρθρου 7 του ν.2576/1998 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του ν. 2308/1995 εφαρμόζονται και στις αντίστοιχες μελέτες του έργου ή τμημάτων αυτού που έχουν ανατεθεί ή έχει αρχίσει η διαδικασία ανάθεσης πριν την ίδρυση της εταιρείας. Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως, "Κύριος του Έργου" ή "Εργοδότης" καθίσταται η εταιρεία. Τα όργανα και συμβούλια που αποφασίζουν για την εκπόνηση των μελετών και την ανάθεση και κατασκευή των έργων καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, που εγκρίνονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι δε υπέρ του Δημοσίου και των υπηρεσιών του υπάρχουσες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές των αναδόχων, και οι τυχόν συνασφαλίσεις του Δημοσίου σε ασφαλιστικές εταιρείες ισχύουν ως εγγυητικές επιστολές και συνασφαλίσεις υπέρ της ιδρυόμενης εταιρείας". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι τα ιδρυόμενα με κοινές αποφάσεις του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού και διεπόμενα από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμες εταιρείες) για την ανάθεση σ' αυτά της εκτέλεσης δημόσιου έργου ή τμημάτων του, ύψους άνω των 25.000.000.000 δραχμών, διαδέχονται χωρίς αντάλλαγμα (με τις ίδιες Υπουργικές αποφάσεις) το Δημόσιο σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση (ή τις συμβάσεις) κατασκευής του έργου ή από τη διακήρυξη δημοπράτησης τούτου ή τμήματός του και υποκαθιστούν το Δημόσιο σε όλες τις διατάξεις των συμβάσεων ή των διακηρύξεων δημοπράτησης των έργων. Εξαίρεση από τον κανόνα της καθολικής διαδοχής της εταιρείας κατασκευής του δημόσιου έργου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου εισάγεται για εκείνες μόνον τις υποχρεώσεις του Δημοσίου, που αφορούν εκτελούμενο κατά τη διαδοχή αυτή δημόσιο έργο και οι οποίες είναι γεννημένες κατά την πραγματική ανάληψη της κατασκευής του από την εταιρεία ή των οποίων η ανάθεση ή η προκήρυξη δημοπράτησης είχε συντελεσθεί πριν παρέλθει εξάμηνο από τη σύσταση της εταιρείας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις, αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 8β του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, και μετά την εξαφάνιση αυτής έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή εκείνων κατά της αναιρεσείουσας προς αποζημίωσή τους για ζημία προξενηθείσα κατά την εκτέλεση δημόσιου έργου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής ενδιαφέροντα την κρινόμενη υπόθεση περιστατικά: "Δυνάμει του από 9.7.1996 εργολαβικού συμφωνητικού το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριος του έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον προϊστάμενο της 2ης ΔΕΚΕ Καβάλα, ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" ως ανάδοχο την εκτέλεση του έργου: τμήματος οδού παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400, που αποτελούσε τμήμα του έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού. Σε σχετικό όρο του συμφωνητικού ορίστηκε ότι ο κύριος του έργου διατηρεί το δικαίωμα να ενεργοποιήσει την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ" και να μεταβιβάσει σ' αυτή τις συναφείς με τη διοίκηση του έργου αρμοδιότητες. Ήδη για την κατασκευή της Εγνατίας οδού, που εκτείνεται από την Ηγουμενίτσα της Θεσπρωτίας μέχρι τη Γέφυρα των Κήπων Έβρου, συστήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, που ανήκει εξ ολοκλήρου στο ίδιο, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2229/1994, με σκοπό τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εξοπλισμό και εκμετάλλευση της ως άνω οδού. Με τη Δ1β/247/12 απόφαση του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε στο 575/16-7-1996 ΦΕΚ τ. Β παραχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εγνατία Οδός ΑΕ" χωρίς αντάλλαγμα όλα τα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου που απορρέουν από τις συμβάσεις κατασκευής των οδικών τμημάτων του αυτοκινητοδρόμου της Εγνατίας οδού μεταξύ των οποίων και του ως άνω τμήματος της οδού παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400. Έτσι η πρώτη εναγομένη κατέστη κυρία του έργου, έχοντας διαφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διοίκησης και εποπτείας του εκτελουμένου έργου και η δεύτερη εναγομένη ανάδοχος εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή αυτού (έργου). Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη κυρία του έργου, κρίνοντας σκόπιμη την πρόσληψη τεχνικού συμβούλου κατασκευής (Construction Managers), και ειδικά για την παροχή υπηρεσιών συμβούλου κατασκευής συναφών έργων αυτοκινητοδρόμων, διεξήγαγε διαγωνισμό από τον οποίο αναδείχθηκε επικρατέστερη η τρίτη εναγομένη κοινοπραξία με την επωνυμία "DORSCH-SCETAUROUTE-ADO" και το διακριτικό τίτλο "EGNACONSULT". Κατάρτισε με αυτή την από 2-12-1996 σύμβαση ανάθεσης υπηρεσιών συμβούλου για το Construction Management των έργων του ανατολικού τομέα του οδικού άξονα της Εγνατίας οδού, γεωγραφικό τμήμα Γ, Ρεντίνα - Κήποι μήκους 239 χιλιομέτρων, για χρονικό διάστημα 24 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι από 2-12-1996 μέχρι 2-12-1998. Ακολούθησε η από 30-11-1998 σύμβαση μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, δια της οποίας ανατέθηκαν στην τρίτη εναγομένη τα ίδια καθήκοντα και υποχρεώσεις (Construction Management) στο ίδιο γεωγραφικό τμήμα της Εγνατίας οδού για το χρονικό διάστημα από 2-12-1998 μέχρι 2-12-1999. Με τις συμβάσεις αυτές ανατέθηκαν στην τρίτη εναγομένη τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του τεχνικού συμβούλου κατασκευής (συμβούλου για το Construction Management) για το ως άνω τμήμα της οδού, ήτοι έργο συμβούλου για την επίβλεψη από τις υπηρεσίες του φορέα του έργου, όσον αφορά την εκτέλεση από την ανάδοχο. Η τρίτη εναγόμενη παρείχε στην πρώτη εναγόμενη υπηρεσίες συμβούλου, που εμπίπτουν σε ένα ευρύ φάσμα (τεχνικών, οικονομικών, νομικών κ.λ.π.) υπηρεσιών συμβούλου με κεντρικό στόχο την αποτελεσματική διαχείριση του προγράμματος κατασκευής του άνω έργου. Η αρμοδιότητα της τρίτης εναγομένης ως συμβούλου ήταν κυρίως συμβουλευτική, εισηγητική και καθοδηγητική της πρώτης εναγομένης ως κυρίας του έργου και όχι αποφασιστική, εκτελεστική, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παροχή υπηρεσιών επίβλεψης των τεχνικών έργων για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Βέβαια η τρίτη εναγομένη επέβλεπε δια των υπαλλήλων της πολιτικών μηχανικών τις σχετικές κατασκευαστικές εργασίες των αναδόχων, με σκοπό να έχει τη δυνατότητα παροχής ορθών συμβουλών και εισηγήσεων στην πρώτη εναγομένη σχετικά με τα ζητήματα επίβλεψης του εκτελούμενου έργου και όχι με την έννοια της εκτέλεσης έργου επίβλεψης και δεν προέβαινε στη λήψη αποφάσεων που αφορούσαν την επίβλεψη του έργου. Οι υπηρεσίες της συνιστούσαν παροχή υπηρεσιών συμβούλου επίβλεψης των έργων κατασκευής της ως άνω οδού και δεν είχε αναλάβει το έργο του επιβλέποντος μηχανικού ή της επιβλέπουσας αρχής σε σχέση με την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου". Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση των ζημιών που προξενήθηκαν σε γειτονικές, προς την κατασκευαζόμενη τότε ΕΓΝΑΤΙΑ Οδό, οικοδομές των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ύψους 18.600 ευρώ, με τις οποίες συνδέονται ως εξής οι πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων: "Πλησίον του ακινήτου των εναγόντων, όπου θα διερχόταν η Εγνατία οδός, είχε σχεδιαστεί και κατασκευάστηκε τεχνικός - κόμβος με τις εκατέρωθεν διαμορφώσεις καθώς και τις προσβάσεις της δυτικής εισόδου των σηράγγων της Εγνατίας οδού. Τόσο κατά τη σχεδίαση όσο και κατά την κατασκευή του έργου, ο άξονας της οδού απέχει μόλις 50 μέτρα από τη νότια κατοικία, που βρίσκεται σε απόσταση 10-15 μέτρων από το άκρο του δρόμου αντί του επιτρεπόμενου των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού στο εθνικό οδικό δίκτυο και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής, όπως καθορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1α και γ του πδ 209/1998, που τυχαίνει εφαρμογής και στην περίπτωση κατασκευής έργων στο εθνικό ή επαρχιακό δίκτυο, (άρθρο 3 του ίδιου πδ). Για της εργασίες διάνοιξης της οδού στο εν λόγω σημείο έγιναν εκσκαφές αλλά και ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών, ήδη από το τέλος του έτους 1997 και το 1998. Στις αρχές του έτους 1999, σε απόσταση 10-11 μ. από τη νότια οικοδομή και κατά το μεγαλύτερο μέρος που αντιστοιχεί στη νότια πλευρά του ακινήτου των εναγόντων διανοίχθηκε όρυγμα βάθους 6,5 μέτρων με χρήση σκαπτικών μηχανημάτων, αλλά και με ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών, διότι το έδαφος στα πρώτα τρία μέτρα από την επιφάνεια είναι γαιώδες και κατόπιν είναι βραχώδες. Κατά τις εργασίες δεν λήφθηκαν μέτρα ασφαλείας ώστε να μη δημιουργηθούν προβλήματα (ζημίες κ.λ.π.) στο όμορο ακίνητο των εναγόντων, ήτοι μέτρα στήριξης του επιπέδου του εν λόγω ακινήτου ενόψει του βάθους του ορύγματος, 6,5 μ. κάτω της στάθμης του οικοπέδου των εναγόντων και της μικρής απόστασης από αυτό, αλλά και μέτρα για την αποφυγή ζημιών από τις δονήσεις των ανατινάξεων σε απόσταση 10-11 μέτρα από τη νότια οικοδομή. Τον Απρίλιο 1999 διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες και κατέθεσαν αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επικαλούμενοι επικείμενο κίνδυνο για τις κατοικίες τους. Μετά από επισκέψεις συνεργατών της αναδόχου εταιρίας και της συμβούλου επίβλεψης προτάθηκε από την ανάδοχο και έγινε δεκτό από την κυρία του έργου, παρά τις αντιρρήσεις της τρίτης εναγομένης - συμβούλου, να κατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης στο όρυγμα πλησίον της νότιας οικοδομής των εναγόντων. Πράγματι εγκρίθηκε σχετική μελέτη και κατασκευάστηκε νότια του ακινήτου των εναγόντων, εντός της απαλλοτριωθείσας έκτασης και σε απόσταση, όχι μεγαλύτερη των 10 μέτρων από τη νότια οικοδομή τοίχος αντιστήριξης σε σχήμα Π, μήκους 40,50μ. και των πλευρικών τοιχίων μήκους 5μ. Η κατασκευή του τοίχου ολοκληρώθηκε περί την 15-7-1999. Όμως ήδη στις επίδικες οικοδομές είχαν δημιουργηθεί ζημίες, οι οποίες κατά τον ορισθέντα πραγματογνώμονα διακρίνονται σε "α) ρωγμές στις τοιχοποιίες στη νότια οικοδομή, β) ρωγμές στις κεκλιμένες πλάκες της στέγης όλων των οικοδομών, γ) ρηγμάτωση των μαρμάρων του δαπέδου στη νότια οικοδομή, δ) αποκόλληση της καπνοδόχου της νότιας κατοικίας, ε) ρηγματώσεις στα γύψινα στηθαία όλων των οικοδομών, και στ) αλλοίωση των όψεων όλων των οικοδομών. Οι ρωγμές στις τοιχοποιίες δεν είναι χαρακτηριστικές ρωγμές που συναντώνται σε περίπτωση δυναμικών διεγέρσεων και στην πλειονότητά τους βρίσκονται στη νότια οικοδομή, (την πλησιέστερη των εργασιών), οφείλονται σε καθίζηση του εδάφους θεμελίωσης, αλλά και οι δονήσεις που προκλήθηκαν κατά την κατασκευή του έργου επηρέασαν αρνητικά την υπάρχουσα κατάσταση. Οι ρωγμές στις κεκλιμένες πλάκες των στεγών των οικοδομών, που συναντώνται σε τυχαίες θέσεις οφείλονται σε διεύρυνση των τριχοειδών ρωγμών που προϋπήρχαν, είτε λόγω θερμοκρασιακής μεταβολής είτε λόγω καμπτικής λειτουργίας και έγιναν εμφανείς εξαιτίας της δυναμικής διέγερσης. Οι ρηγματώσεις στα μάρμαρα του δαπέδου της νότιας οικοδομής οφείλονται στις δονήσεις του προκλήθηκαν κατά τη διάνοιξη της οδού και των εντάσεων που προκλήθηκαν στα μάρμαρα από την ταλάντωση του δαπέδου. Στα μάρμαρα των άλλων οικιών δεν εμφανίζονται ζημιές, καθώς η ένταση των δονήσεων φθίνει όσο μεγαλώνει η απόσταση από την πηγή που τις προκαλεί. Οι ζημίες στην καπνοδόχο της νότιας οικοδομής, προήλθαν από τις δονήσεις κατά τη διάρκεια των εκσκαφών, αφού οι καπνοδόχοι είναι ευπαθείς σε δυναμικές διεγέρσεις, λόγω του ότι εκ κατασκευής δρουν ανεξάρτητα από το σύνολο της οικοδομής και έχουν διαφορετικές μετατοπίσεις από το σκελετό του κτιρίου, ενώ και μικρή μετατόπιση αυτής σε σχέση με τα γύρω στοιχεία δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ευστάθεια της. Η ρηγμάτωση των γύψινων στηθαίων, που παρατηρείται στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών και στις τρεις οικοδομές οφείλεται στις δονήσεις κατά την κατασκευή του έργου, διότι τα στηθαία έχουν πολύ μικρή αντοχή. Τέλος η αλλοίωση των όψεων των οικοδομών, όπως διαπιστώθηκε από την όψη της βόρειας οικοδομής, προήλθε από τις εργασίες κατασκευής του έργου της οδού, λόγω του μεγάλου όγκου των εργασιών και τη μικρή απόσταση από τις οικοδομές. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι Ι) οι ρηγματώσεις στις κεκλιμένες πλάκες των στεγών των οικοδομών προϋπήρχαν των εργασιών κατασκευής της οδού και απλώς έγιναν εμφανείς με τη διέγερση που προκλήθηκε από τις εργασίες και επομένως δεν υφίσταται ευθύνη των εναγομένων γι' αυτές, II) οι ρηγματώσεις στα μάρμαρα του δαπέδου της νότιας κατοικίας, οι ζημίες της καπνοδόχου, και οι ρηγματώσεις των γύψινων στηθαίων όλων των οικοδομών οφείλονται στις δονήσεις που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών, στις οποίες οφείλονται επίσης και οι ζημίες στις εξωτερικές όψεις των κατοικιών. III) οι ρηγματώσεις στις τοιχοποιίες της νότιας οικοδομής οφείλονται σε καθίζηση του εδάφους θεμελίωσης που προκλήθηκε από τις εργασίες διάνοιξης του ορύγματος, σε βάθος 6,5μ κάτω από τη στάθμη του ακινήτου των εναγόντων. Όπως προεκτέθηκε οι επίδικες οικοδομές ανεγέρθηκαν χωρίς να γίνει πιστή εφαρμογή της εγκεκριμένης μελέτης της οικοδομικής άδειας, αφού αντί της κατασκευής ημιυπόγειων και ισογείων, κατασκευάστηκαν διώροφες κατοικίες με ισόγειο και πρώτο όροφο, με τις γενόμενες αλλαγές χρήσης, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω. Από την αλλαγή της χρήσης και την προσθήκη της σοφίτας, αυξήθηκαν περιορισμένα τα φορτία κατασκευής, όπως προαναφέρθηκε. Η ανέγερση όμως ισογείου αντί ημιυπόγειου ορόφου, είχε ως αποτέλεσμα η θεμελίωση των οικοδομών να γίνει σε βάθος 1,5 μέτρων από την επιφάνεια του ακίνητου σε έδαφος γαιώδες, αντί των 2,5-3,5 μ. περίπου, που προβλεπόταν στα εγκεκριμένα σχέδια, όπου το έδαφος ήταν βραχώδες, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν συνέβαλε στην κατά τα άνω επελθούσα καθίζηση. Για τις παραπάνω υπό στοιχείο II και III ζημίες ευθύνονται η πρώτη και δεύτερη εναγόμενη ως κυρία και ανάδοχος - εργολάβος του έργου αντίστοιχα, της υπαιτιότητας αυτών συνισταμένης στο ότι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, η μεν πρώτη α) προέβη στη σχεδίαση της οδού στο επίδικο χωρικό σημείο, πλησίον των οικοδομών των εναγόντων, ώστε η νότια οικοδομή των εναγόντων να απέχει 50 μέτρα από τον άξονα της οδού και μόνο 10 έως 15 μέτρα από το όριο της οδού, αντί του επιτρεπομένου 60 μ από τον άξονα της οδού και σε κάθε περίπτωση 40μ από το όριο της οδού, όπως προεκτέθηκε, και β) ενώ προβλεπόταν διάνοιξη ορύγματος σε απόσταση 10-11 μ από το ακίνητο των εναγόντων δεν προνόησε για την κατασκευή τοιχίου αντιστήριξης του εδάφους, η δε δεύτερη εναγομένη στο ότι προέβη στις εργασίες κατασκευής της οδού χωρίς να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προστασίας των οικοδομών των εναγόντων και ειδικότερα 1) ενεργήθηκε διάνοιξη του προαναφερομένου ορύγματος χωρίς να ληφθούν μέτρα για να αποφευχθούν ζημίες στις όμορες οικοδομές των εναγόντων από τις δονήσεις, αλλά και για να αποφευχθεί καθίζηση του εδάφους και 2) παρότι έγιναν ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών για τη διάνοιξη του ορύγματος σε απόσταση 10 -11 μ από τη νότια οικοδομή, δεν λήφθηκε μέριμνα, που ήταν αναγκαία εξαιτίας της τόσο μικρής απόστασης, οι παραγόμενες δονήσεις να είναι τέτοιου μεγέθους, ώστε να μην προκαλέσουν ζημίες στις όμορες οικοδομές. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία από τον Αύγουστο 1997 είχε προσλάβει την ανώνυμη εταιρία "ΕΞΟΡΥΞΗ ΑΕ" για να προσφέρει υπηρεσίες συμβούλου ανατινάξεων στο προαναφερόμενο έργο πραγματοποίησε με υπόδειξη της τελευταίας δειγματοληπτικούς ελέγχους προκαλουμένων δονήσεων με τοποθέτηση των δονησιογράφων στις οικίες των εναγόντων την 14-10-1997 και την 8-1-1998, οπότε καταγράφηκαν ταχύτητες δονήσεων μικρότερες του επιτρεπομένου ορίου των 50m/sec, αφού από το γεγονός ότι κατά τους δειγματοληπτικούς αυτούς ελέγχους διαπιστώθηκαν μικρές ταχύτητες δόνησης δεν συνεπάγεται αυτονόητα ότι τηρήθηκε το ίδιο όριο και κατά τις ανατινάξεις με χρήση εκρηκτικών που έγιναν το έτος 1999 για τη διάνοιξη ορύγματος στην προαναφερόμενη μικρή απόσταση από το ακίνητο των εναγόντων". Στη συνέχεια το Εφετείο επιδίκασε ως αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων το ποσό των 18.600 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους το ποσό των 1.000 ευρώ, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 914, 922, 932 του ΑΚ και 5 παρ.19 του ν. 2229/1994, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες για την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προς τις ζημίες που προξενήθηκαν σε γειτονικά με το εκτελούμενο από αυτή δημόσιο έργο οικοδομήματα των αναιρεσιβλήτων, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς λήψη των αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης των οικοδομημάτων και τη μη συνδρομή λόγου ευθύνης του Δημοσίου που συνέταξε τις σχετικές μελέτες εκτέλεσης του έργου, εφόσον ούτε η ζημία των αναιρεσιβλήτων φέρεται να είχε επέλθει πριν από την ανάληψη του έργου από την αναιρεσείουσα, ούτε η δημοπράτηση ή η ανάθεση του έργου φέρεται να είχε γίνει από τον αρμόδιο φορέα μέσα στο εξάμηνο από τη σύσταση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Η εντός του μηνός Ιουλίου του 1996, από το Ελληνικό Δημόσιο, ως κύριο του δημόσιου έργου κατασκευής της Εγνατίας οδού, ανάθεση του επίμαχου τμήματος του έργου "παράκαμψης Καβάλας από ΧΘ 4+937 μέχρι ΧΘ 9+400" διαδοχικά: α)με το από 9.7.1996 εργολαβικό συμφωνητικό στην ανώνυμη εταιρεία ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ, ως ανάδοχο του έργου με επιφύλαξη ενεργοποίησης της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΕ και μεταβίβασης σ' αυτή των συναφών με τη διοίκηση του έργου αρμοδιοτήτων του και β)με την Δ1β/247/12 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β 575/16.7.1996) στην αναιρεσείουσα, με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του από τις συμβάσεις κατασκευής όλων των επί μέρους τμημάτων της οδού, καθιστώντας έτσι αυτή κυρία του έργου, ως προς το οποίο η τελευταία διαφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα διοίκησης και εποπτείας, ενώ η ανάδοχος ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ παρέμεινε υπεύθυνη για την εκτέλεση του έργου. 2) Η με εσφαλμένο σχεδιασμό και εφαρμογή από την εποπτεύουσα το έργο αναιρεσείουσα και την ανάδοχο εκτέλεσής του ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ διάνοιξη της οδού στον κρίσιμο κόμβο κατά τη διετία 1997-1999, ήτοι χωρίς τον τεχνικώς επιβαλλόμενο τρόπο διότι: α) ο άξονας της οδού απείχε μόνον 50 μέτρα από τη νότια κατοικία των αναιρεσιβλήτων, η οποία απείχε από το άκρο της οδού μόλις 10-15 μέτρα, ενώ η ελάχιστη επιτρεπόμενη απόσταση έπρεπε να είναι 60 και 40 μέτρα αντιστοίχως και β)Η διάνοιξη ορύγματος βάθους 6,5 μέτρων κάτω από τη στάθμη (επιφάνεια εδάφους) του οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων στις αρχές του 1999 και η παράλειψη άμεσης κατασκευής τοίχου αντιστήριξης, τον οποίο μόνον ύστερα από διαμαρτυρίες των αναιρεσιβλήτων, κατά το μήνα Απρίλιο του 1999, αποφάσισαν να κατασκευάσουν και ολοκλήρωσαν με μεγάλη καθυστέρηση στις 15.7.1999, ενώ ήδη είχαν προξενηθεί οι ζημίες (ρωγμές) στις οικοδομές των αναιρεσιβλήτων, λόγω καθίζησης του εδάφους κάτω από τα θεμέλια αυτών και εγγύτητας στις δονήσεις που προκαλούσε η κατασκευή του έργου. 3) Η αντιβαίνουσα σε διατάξεις κανόνων οικοδομικής συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, από υπαιτιότητά τους, αφού οποιοσδήποτε μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση τους θα μπορούσε να προβλέψει ως πιθανή τη ζημία των αναιρεσιβλήτων. Αποκλείεται έτσι ευθύνη του Δημοσίου για τη ζημία αυτή, δυνάμει του άρθρου 5 παρ.19 του ν.2229/1994, εφόσον στις παραδοχές του αποδεικτού πορίσματος του Εφετείου δεν περιλαμβάνεται είτε ότι είχε προξενηθεί η ζημία πριν από τη σύσταση της αναιρεσείουσας, είτε ότι η ζημία προξενήθηκε εντός εξαμήνου από την ανάθεση ή την προκήρυξη δημοπράτησης του έργου. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα περιστατικά αντίθετα με εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για τη θεμελίωση ευθύνης του δικαιοπαρόχου αυτής Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις ζημίες των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο ισχυρισμό συνδυάσθηκε ο αρνητικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για έλλειψη παθητικής (έναντι αυτής) νομιμοποίησης της αγωγής, ο τρίτος και τελευταίος από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2010 αίτηση της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ Α.Ε. για αναίρεση της 167/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ