290/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2/10/2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28948/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/3/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated290/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, ούτε με δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 290 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 290/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ... 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χριστόφορου Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις, 4) ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ψ1, 5) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2/10/2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28948/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/3/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 2/2/2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως κατά το προαναφερόμενο δεύτερο μέρος τους και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., ...και ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, .... (με τις συνοδεύουσες τις δύο πρώτες, από 24-9-2009, αποδείξεις παραδόσεως και παραλαβής απλού αντιγράφου θυροκολλημένου εγγράφου και τις, από 24-9-2009, βεβαιώσεις αποστολής συστημένης επιστολής), ακριβές αντίγραφο της από 26-2-2009 κλήσεως των αναιρεσειόντων, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση τούτων, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2171/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση για συζήτηση κατ' αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (Α.Ε "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", Ψ1 και Ψ2).
Επίσης, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., ...και ... εκθέσεις επιδόσεως του αυτού, ως άνω, Δικαστικού Επιμελητού (με τις συνοδεύουσες τις δύο πρώτες από 2-11-2007 αποδείξεις παραδόσεως και παραλαβής απλού αντιγράφου θυροκολλημένου εγγράφου και από 5-11-2007 βεβαιώσεις αποστολής ταχυδρομικής επιστολής), ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε στους αυτούς, ως άνω, αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, ούτε με δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών.
Από τις διατάξεις του άρθρου 553 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώθηκε και η πρωτόδικος απόφαση. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 28948/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους τέταρτο, κατά ένα μέρος, και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτος, εφ' όσον η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε επί της εφέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
2.Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ.β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας .
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχήν, από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλομένη από τον υπαίτιο κατ'ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατ'άρθρο 300 του ΑΚ.
Η παράβαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 εδαφ. β του ΚΟΚ/1999 (Ν.2896/1999), "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", ενώ κατά το άρθρο 17 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνο εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας..." και κατά το άρθρο 19 παρ.1 αυτού "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς".
Εξάλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι'επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας, και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ.α' και β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδάφ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι'έτσι ιδρύεται ο, από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την ... και περί ώραν 01.10' ο Θ1 (υιός του πρώτου και της δεύτερης ενάγουσας και αδελφός των λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής), οδηγώντας το υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής, Ι1, εκινείτο επί της δεξιάς λωρίδας του ρεύματος κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη στην ΠΑΘΕ Αθηνών-Θεσσαλονίκης, ενώ στη θέση του συνοδηγού επέβαινε ο ενάγων Ι1 και στο πίσω κάθισμα η .... 'Όταν το ανωτέρω όχημα έφθασε στο 327 χιλιόμετρο της άνω ΠΑΘΕ Αθηνών-Θεσσαλονίκης, το οδόστρωμα της οποίας έχει πλάτος 8,20 μ., ασφάλτινο έρεισμα 1,20 μ.
δύο ρεύματα αντίθετης κυκλοφορίας που χωρίζονται με τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας, είναι ευθεία σε μήκος δύο (2) χιλιομέτρων, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, η ορατότητα δεν περιορίζονταν παρά μόνο λόγω του σκότους και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, ο Θ1, επιχειρώντας υπέρβαση προπορευομένου ΔΧΦ αυτοκινήτου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εξ αμελείας του, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς με αποτέλεσμα....
να εκτραπεί της πορείας του, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να προσκρούσει επί του ήδη ανατραπέντος και ακινητοποιηθέντος κάθετα στο οδόστρωμα και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπ'αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο. Το τελευταίο ήταν έμφορτο με 800 χιλιόγραμμα συσκευασμένα μύδια και μετά την πρόσκρουση τα δύο ως άνω οχήματα σύρθηκαν επί 23 περίπου μέτρων (λόγω της σφοδρότητας) και στη συνέχεια ακινητοποιήθηκαν στην ίδια ως ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ τραυματίστηκαν θανάσιμα οι οδηγοί αυτών Θ1 και Ζ1, ελαφρότερα οι επιβαίνοντες σ'αυτά Ι1 και ...
και υπέστη ολοσχερή καταστροφή το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος Ι1. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ήταν ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρίας "... ΟΕ", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, την εκμετάλλευση όμως αυτού είχε η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και επίσης εκπροσωπείται νόμιμα.
Την ... (προηγουμένη του ατυχήματος), η τελευταία πώλησε στον εναγόμενο Ψ2, ποσότητα οστρακοειδών, βάρους 800 χιλιογράμμων, διαθέτοντας για τη μεταφορά του προϊόντος αυτού το υπ'αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, προστηθείς στην οδήγηση αυτού ο Ζ1. Το όχημα αυτό είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, η μεν ιδιοκτήτρια ομόρρυθμη εταιρία στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία " ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ.", η δε κάτοχος αυτού εναγομένη ανώνυμη εταιρία ("ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡ.
ΕΛΛΑΔΟΣ", στην επίσης εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε". με βάση τα ανωτέρω, στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος συνετέλεσε αποκλειστικά πταίσμα (αμέλεια) του οδηγού Θ1, προστηθέντος από τον ενάγοντα Ι1 στην οδήγηση του υπ'αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος σύμφωνα με τους κανόνες οδηγήσεως, την κοινή πείρα και τη λογική, οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να καταβάλει την κατ'αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει, εν όψει των προσωπικών του καταστάσεων και δεδομένων και η οποία υπελείπετο της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού.
Ειδικότερα η αμέλεια αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι επιχείρησε υπέρβαση του προπορευομένου Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί σ'αυτή την ενέργεια χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και ενώ η ορατότητά του ήταν περιορισμένη, λόγω του σκότους που επικρατούσε και του μεγάλου όγκου του προπορευομένου οχήματος...
και κυρίως χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το προπορευόμενο όχημα τροχοπέδησε σταδιακά τρεις φορές, μόλις αντελήφθη τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην αντιλήφθεί καν ότι έμπροσθεν αυτού και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ακινητοποιημένο κάθετα εντός του οδοστρώματος και ανεστραμμένο το υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο. Αν όμως οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του και ασκούσε έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του θα είχε εγκαίρως αντιληφθεί το εμπόδιο επί του οδοστρώματος, με τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του, όσο και τα φώτα του προπορευόμενου φορτηγού, όπως άλλωστε εγκαίρως το αντελήφθη ο οδηγός του τελευταίου, ο οποίος και δεν προσέκρουσε επ'αυτού...
Σύμφωνα δε με την έκθεση αυτοψίας (από ...), των αρμοδίων οργάνων του Τμήματος Τροχαίας ..., το ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ζ1, εκινείτο αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, ενώ στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, λόγω του ότι ο οδηγός αυτού έχασε τον έλεγχο του οχήματος, που πλαγιολίσθηκε και ανατράπηκε εντός του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε κάθετα και ανάποδα.
Εξάλλου, σύμφωνα με την από ...έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ... και ..., το πέλμα των εμπρόσθιων ελαστικών του εν λόγω ΙΧΦ αυτοκινήτου (...) ήταν φθαρμένο, ως επίσης και σχισμένο λόγω παλαιότητας ήταν το πέλμα των οπίσθιων ελαστικών. Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες καταλήγουν, ότι κατά την κίνηση το οπίσθιο δεξιό λάστιχο πρέπει να είχε σπάσει και ακολούθως το φορτηγό αυτοκίνητο εκτράπηκε της πορείας του, πλαγιολίσθησε και ανατράπηκε, ενώ οι ίδιοι ως άνω πραγματογνώμονες ανέφεραν στις προανακριτικές τους καταθέσεις ότι δεν μπορούν να εκφέρουν άποψη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα (βλ.
από ...προανακριτικές καταθέσεις ενώπιον της Τροχαίας ...). Εν όψει αυτών και ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους ανατράπηκε το υπ'αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, η επίδικη πρόσκρουση επ'αυτού του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου, οφείλεται για τους προεκτεθέντες λόγους σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού Θ2, ο οποίος θα μπορούσε να αποφύγει την πρόσκρουση, αν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του...
και ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων-εναγόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού Ζ1 , άλλως περί συνυπαιτιότητας αυτού, τους οποίους επαναφέρουν οι πρώτου με τις υπό κρίση εφέσεις τους, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθώς απορριπτέοι κρίνονται και οι σχετικοί λόγοι των κρινομένων εφέσεών τους".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου Θ1,, στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, του ΑΚ και του ΚΟΚ/1999, ούτε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Και τούτο, διότι τα εκτιθέμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που αφορούν στην οδηγική συμπεριφορά του ρηθέντος οδηγού, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ στην απόφαση, διαλαμβάνονται πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων.
Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις, όσον αφορά στην αιτιολογία, με την οποία το ατύχημα αποδίδεται και στην υπερβολική, ενόψει των συνθηκών της οδού, ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ως άνω οδηγού, αλυσιτελώς προβάλλονται, δεδομένου ότι η άλλη παράνομη και υπαίτια οδηγική συμπεριφορά, που, κατά την απόφαση, συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, επαρκώς στηρίζει την κρίση της αυτή.
Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος των, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Καθόσον, όμως αφορά στο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσεως, Ζ1, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ.
Και τούτο, διότι κρίνει, ότι η υπαιτιότητα του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, εξαιτίας της παρατιθεμένης αμελούς συμπεριφοράς του, κατά την επιχειρηθείσα υπέρβαση του προπορευομένου οχήματος και τις πτώσεώς του επί του, ως άνω, φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο προπορεύετο και των δύο αυτών αυτοκινήτων, αλλά είχε πλαγιολισθήσει και ακινητοποιηθεί καθέτως στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας, αποκλείει την υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, καίτοι δέχεται ότι, κατά την έκθεση αυτοψίας και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η ακινητοποίηση αυτού στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας οφείλεται σε παράνομη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού, χωρίς συνάμα να δέχεται περιστατικά που διακόπτουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Επίσης, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, παραβίασε και εκ πλαγίου τις αυτές ουσιαστικές διατάξεις, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων αυτών, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου.
Και τούτο διότι: α) δεν αποσαφηνίζει τον λόγο της πλαγιολισθήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου και της ακινητοποιήσεώς του καθέτως στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας αυτού και του επιβατικού αυτοκινήτου και αν αυτό οφείλεται σε πταίσμα του οδηγού του πρώτου αυτοκινήτου και β) δεν διευκρινίζει, σε περίπτωση που η ανωτέρω αντικανονική κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου οφείλεται σε πταίσμα του οδηγού αυτού, γιατί δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς και της επελθούσης συγκρούσεως του αυτοκινήτου αυτού με το επιβατικό αυτοκίνητο, ενώ, με την παραδοχή του "ενόψει αυτών και ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους ανατράπηκε το υπ' αριθμ. ..
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, η επίδικη πρόσκρουση οφείλεται...σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Θ1", δημιουργείται αβεβαιότητα, σχετικώς με το τί ακριβώς δέχεται, προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως. Επομένως, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος των, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση οι αυτές αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όσον αφορά στο ουσιώδες ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, (στο οποίο επέπεσε το επιβατικό αυτοκίνητο), στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν θάνατο και των δύο οδηγών των αυτοκινήτων αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό.
Εφ' όσον δε αναιρείται η απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, παρέλκει η έρευνα των πρώτου, κατά το υπό στοιχείο ΙΙ β,γ μέρος του και ειδικότερα κατά το μέρος αυτού από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, τρίτου (από τον αριθμό 11 του αυτού άρθρου) και τετάρτου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγω της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο ΙΙα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικώς προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, Θ1, στην πρόκληση του ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη πλημμέλεια αφορά όχι στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες που εφαρμόσθηκαν, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον Νόμο 2329/1953 και το Ν.Δ 53/1974 και την θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της δίκαιης δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως των προϋποθέσεων που τον συνιστούν, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφ' όσον αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο, που ανωτέρω αναφέρεται (και αφορά στην έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, Ζ1, στην πρόκληση του ατυχήματος), πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, εφ'όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2171/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίσει σε τρείς χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ