Legislator Case Law & Legislation
290/2009 AI generated

290/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν οι δικηγόροι Λίλα Περιμένη και Ζαχαρίας Σαλούστρος, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 16/3/2006 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κάτοικοι ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ανωτέρω δικηγόρους.

Legislator headnote

AI generated

290/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Keywords

AI generated
industrial hazard endangerment by explosives safety regulations violation chemical substances arson insufficiently substantiated threat
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 290/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΟΡΕΞ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) X2, κατοίκου ως εκ της εργασίας του ......, 3) X3, κατοίκου ως εκ της εργασίας του ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν οι δικηγόροι Λίλα Περιμένη και Ζαχαρίας Σαλούστρος, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 16/3/2006 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κάτοικοι ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ανωτέρω δικηγόρους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/1998 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5877/1999 παραπεμπτική του ίδιου Δικαστηρίου, 5800/2002 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 11/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικά αναιρεσίβλητος με την από 15/7/2003 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 985/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προσβαλλομένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 731/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/11/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 731/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ......, ......, ...... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού του Πρωτοδικείου Πειραιά ......, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του έχοντος ήδη επέλθει, την 16-3-2006, θανάτου του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Ψ, μετά την κατάθεση του υπ' αριθμ. κατάθεσης 144/4-12-2006 δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα έλαβε γνώση την 5-1-2007, ότε επιδόθηκε προς αυτόν, από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους - τέκνα του αποβιώσαντος, η γνωστοποίηση του αποτελούντος λόγο βιαίας διακοπής της δίκης, θανάτου αυτού και η συνέχισή της από αυτούς. Επομένως, η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης νόμιμα χωρεί με τους συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι παρέστησαν κατά τη συζήτηση και προέβαλαν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987).

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον, παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του Α.Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνον όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου, προς ενέργεια της παραληφθείσης πράξεως, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, επιβάλλουσα λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1167/2004).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα την προσγενομένη ζημία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ ο κανόνας παραβιάζεται κι' έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν δε εφαρμόζεται κανόνας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογή του, ή όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι συγκροτείται ο από τη διάταξη αυτή απορρέον αναιρετικός λόγος, και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι που δεν εφαρμόστηκε.

Τέλος, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις επάλληλες αιτιολογίες, οι λόγοι αναίρεσης, που αφορούν άλλη αιτιολογία απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.

Εν προκειμένω, ως προς το ζήτημα της υπαίτιας παράλειψης των εναγομένων και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκληθείσας ζημίας, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: Στον εκμισθωθέντα από τον ενάγοντα στους εναγομένους χώρο, ο οποίος περιελάμβανε τις περιγραφόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, εγκαταστάσεις, και που χρησιμοποιούσαν οι μισθωτές ως εργοστάσιο παραγωγής χημικών προϊόντων, για το οποίο είχε χορηγηθεί η κατά νόμο άδεια, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 10ης Δεκεμβρίου 1995, εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία ξεκίνησε, με τρόπο και μέσο που δεν εξακριβώθηκαν, στη δεξιά πλευρά της κεντρικής εισόδου του ισογείου στεγασμένου βιομηχανικού χώρου (σημειωτέον ότι αυτή βρέθηκε κλειστή από τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας) και μεταπήδησε στο χώρο του λογιστηρίου, της αποθήκης και στο εργαστήριο (χημείο), από εκεί δε επεκτάθηκε σε ολόκληρο το κτίριο.

Η πυρκαγιά είχε ταχύ ρυθμό επεκτάσεως και εξαιρετικά μεγάλη ένταση λόγω της φύσεως των υλικών και λοιπών προϊόντων, που βρίσκονταν στο χώρο του εργοστασίου, ως εύφλεκτων, αλλά και εκρηκτικών. Έγινε αντιληπτή από τον περίοικο Α, που ειδοποίησε την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία έσπευσε και άρχισε το έργο της κατασβέσεως, που ολοκληρώθηκε μετά προσπάθειες περίπου δέκα επτά ωρών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως καταθέτει ο παραπάνω Α στην από 10.12.1995 ένορκη προανακριτική κατάθεσή του ενώπιον του αρχ/στη Β, άκουσε τις εκρήξεις περί ώρα 03.15' και εξήλθε του σπιτιού του, οπότε αντιλήφθηκε μεγάλη φωτιά, σε απόσταση 300 μέτρων περίπου από το σπίτι, στην εταιρία ΚΑΛΟΡΕΞ, επειδή δε δεν είχε τηλέφωνο, μετέβη αμέσως με το μηχανάκι του στην Πυροσβεστική Υπηρεσία επί της οδού ......

σε απόσταση 500 μέτρων περίπου και την ειδοποίησε, οπότε αυτή κινητοποιήθηκε για το έργο της κατασβέσεως. Από την εν λόγω περιγραφή του παραπάνω αυτόπτη μάρτυρα και με δεδομένο ότι η Πυροσβεστική Υπηρεσία επιλήφθηκε της κατασβέσεως της πυρκαγιάς την 03.40' ώρα (βλ. την από 10.2.1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της διεξαχθείσας προανακρίσεως), εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι, από της ενάρξεως της πυρκαγιάς μέχρι της επεμβάσεως της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, παρήλθε ικανός χρόνος, που υπερβαίνει το ημίωρο, παρ' ότι ο τόπος της πυρκαγιάς ήταν εγγύς των εγκαταστάσεων της τελευταίας.

Είναι δε προφανές, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι, αν υπήρχαν στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης κατάλληλα και επαρκή μέσα πυρανίχνευσης, όπως επιβαλλόταν λόγω της φύσεως των εκεί αποθηκευμένων υλικών και λοιπών προϊόντων ως εύφλεκτων και εκρηκτικών, θα ήταν δυνατό να γίνει ταχύτερα αντιληπτή η πυρκαγιά, έστω από περίοικους, οι οποίοι θα ειδοποιούσαν άμεσα την Πυροσβεστική Υπηρεσία, που θα μπορούσε, στην περίπτωση αυτή, να περιορίσει τουλάχιστον την έκτασή της και τις εντεύθεν ζημίες.

Είναι επίσης εξ ίσου προφανές, με βάση τα ίδια διδάγματα της κοινής πείρας, ότι, αν υπήρχε κατά τις νυκτερινές ώρες φύλακας στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, για την παρουσία του οποίου μπορούσαν και όφειλαν να μεριμνήσουν οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι, ως συμμετέχοντες στο διοικητικό της συμβούλιο και μάλιστα ο εξ αυτών Χ2 ως πρόεδρος τούτου, αν επιδείκνυαν επιμέλεια, φροντίδα και πρόνοια μέσου συνετού επιχειρηματία με συνείδηση των ενδεχόμενων κινδύνων, η ειδοποίηση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας θα ήταν άμεση, πριν από τη ραγδαία επέκταση και ανεξέλεγκτη ενδυνάμωση της πυρκαγιάς, ώστε το έργο της κατασβέσεως και του περιορισμού των ζημιών θα ήταν ασφαλώς ευκολότερο και πιο αποτελεσματικό, ανεξάρτητα από το ότι, στην περίπτωση αυτή και με δεδομένο ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από εμπρησμό, στον οποίο προέβη άγνωστος δράστης (βλ.

την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης), η πυρκαγιά θα ήταν δυνατό να αποφευχθεί δια της αποθαρρύνσεως του δράστη ή διά της παρεμποδίσεώς του να δράσει. Εκ της πυρκαϊάς αυτής προκλήθηκαν οι αναλυτικώς στην αναιρεσιβαλλομένη αναφερόμενες φθορές και ζημίες, στο ως άνω μίσθιο ακίνητο, του οποίου ο ενάγων ήταν κύριος.

Δέχθηκε επίσης, το δικάσαν Εφετείο, ότι, με βάση τα ανωτέρω, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι, εξ αδικοπραξίας, να καταβάλουν αποζημίωση στον ενάγοντα, προς αποκατάσταση των εκ της ως άνω αιτίας ζημιών και αφού έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε σ' εκείνον την αναφερόμενη αποζημίωση.

Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, σε ότι αφορά την εξ αδικοπραξίας ευθύνη των εναγομένων και ειδικώτερα σε ότι αφορά την παράλειψη αυτών, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης και της προκληθείσας στον ενάγοντα-κύριο του μισθίου ακινήτου ζημίας, διέλαβε επάλληλη αιτιολογία, η οποία συνίσταται αφενός μεν στην παράλειψη του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, οργάνων - νομίμων εκπροσώπων της πρώτης, ως εκ της δημιουργηθείσας επικίνδυνης κατάστασης, εξ αιτίας των μη αναφερομένων στη μελέτη πυρασφάλειας εκρηκτικών υλών, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα πυρανίχνευσης, που θα ήταν ικανά να αποτρέψουν την, μετά την πρόκληση, επέκταση της πυρκαϊάς, αφετέρου δε στην παράλειψη αυτών, ενόψει, επίσης, της ιδίας ως άνω επικίνδυνης κατάστασης, να προσλάβουν νυκτοφύλακα, η ύπαρξη του οποίου ήταν ικανή όχι μόνο να αποτρέψει την επέκταση της πυρκαϊάς αλλά και να προλάβει την προκληθείσα από τρίτο έκρηξή της.

Καθόσον αφορά την τελευταία αυτή επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, με το οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση τόσο από την πρόκληση όσο και από την επέκταση της πυρκαϊάς, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδίως εκείνη του άρθρου 330 εδ.

β' ΑΚ, που αφορά την αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας, αφού σαφώς δέχεται ότι υπήρχε υποχρέωση για την πρόσληψη του νυκτοφύλακα που παραλήφθηκε, από τη φύση των αποθηκευμένων στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις υλικών και προϊόντων, ως εύλεκτων και εκρηκτικών και από τη μη λήψη των κατάλληλων και επαρκών μέσων πυρανίχνε3υσης, ήτοι από προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, που επέβαλε τη λήψη των μέτρων αυτών, για την αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου πυρκαϊας, περίπτωση, κατά την οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, υφίσταται αμέλεια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και ειδικότερα του άρθρου 330 εδ. β' ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι η υπαίτια παράλειψη της μη πρόσληψης νυκτοφύλακα, δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου κι' έτσι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης, είναι αβάσιμος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η προβαλλόμενη με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, αιτίαση, με την οποία πλήττεται η αυτή ως άνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, διότι περιέχει ενδοιαστικές παραδοχές, ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται με τις πιο πάνω προτάσεις.

Περαιτέρω, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ένεκα ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε ότι αφορά το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας παράλειψης των εναγομένων και της προκληθείσας ζημίας αναφορικά με την προαναφερόμενη πρώτη (επάλληλη) αιτιολογία, δηλαδή εκ του ότι, ενώ το δικάσαν Εφετείο δέχεται ότι εάν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα πυρανίχνευσης, θα ήταν δυνατόν να αποτραπούν οι ζημίες, από την επέκταση της πυρκαϊας, εν τούτοις επιδικάζει αποζημίωση, για το σύνολο των ζημιών, που οφείλονται τόσο στην πρόκληση, όσο και στην επέκταση της πυρκαϊάς.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι, κατά τα αμέσως πιο πάνω εκτεθέντα η άλλη (δεύτερη) επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό τη, δεν πλήττεται επιτυχώς.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2006 αίτηση της εταιρείας "ΚΑΛΟΡΕΞ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" κ.λ.π. για αναίρεση της 731/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ