Legislator Case Law & Legislation
290/2008 AI generated

290/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 290/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27.04.1991 δύο ανακοπές και αντίστοιχους πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 14484/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2111/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28.02.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 27.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

290/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την αναπομπή της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οριστική σύνδικος της πτωχεύσεως άσκησε τους με ιδιαίτερο (α1) 41417/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999, δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για την επίδοση των οποίων στην καθής οι αντίστοιχες με στοιχ. (α) και (β) ανακοπές συντάχθηκαν οι (α1) ...... και (β1) ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .........

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1, Συνδίκου Ένωσης Πιστωτών της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελλάς Εξπορτ- Κ. Κωτούλας Α.Ε.Β.Ε Επεξεργασίας Ξύλου" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Τσικρικάς.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27.04.1991 δύο ανακοπές και αντίστοιχους πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 14484/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2111/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28.02.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 27.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 57/1-3-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2111/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με τις (α) 12924/ΤΠ 2143/29-4-1991 και (β) 12926/ΤΠ 2145/29-4-1991 ανακοπές και τους, με ιδιαίτερο, (α1) 41517/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999, δικόγραφο πρόσθετους αυτών λόγους εδιώκετο η ακύρωση των (α) 4922/1986 και (β) 5413/1986 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκδόθηκαν, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας απευθυνομένης κατά της ήδη τελούσης σε κατάσταση πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελλάς Εξπόρτ - Κ.

Κωτούλας ΑΕΒΕ", με βάση τις διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες τους συμβάσεις δανείου με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Επί των εν λόγω ανακοπών εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία οι (α) 3918/1994 και (β) 3917/1994 απορριπτές αυτών, λόγω της ερημοδικίας της ανακόπτουσας, αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατ' αυτών ασκήθηκαν οι (Α) 6527/14-2-1995 και (β) 6526/14-2-1995 ανακοπές ερημοδικίας, επί των οποίων εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 25046/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατά παραδοχή της 4991/28-11-1996 εφέσεις της ανακόπτουσας, η 48/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση εξαφανίσθηκαν οι προσβαλλόμενες με την έφεση 25046/1996 και με τις ανακοπές ερημοδικίας 3917/1994 και 3918/1994 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το σύνολο των διατάξεών τους και στη συνέχεια ανέπεμψε την υπόθέση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 535 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ του προϊσχύσαντος των ν. 2915/2001 και 3043/2002 δικονομικού καθεστώτος.

Μετά την αναπομπή της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η οριστική σύνδικος της πτωχεύσεως άσκησε τους με ιδιαίτερο (α1) 41417/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999, δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για την επίδοση των οποίων στην καθής οι αντίστοιχες με στοιχ. (α) και (β) ανακοπές συντάχθηκαν οι (α1) ...... και (β1) ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .........

Μετά από διαδοχικές αναβολές και ματαιώσεις η υπόθεση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 11-4-2005, της οποίας επακολούθησε η 14484/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με απορριπτική επ' αυτών κρίση, κατ' ουσίαν των συνεκδικαζομένων ανακοπών και ως απαραδέκτων των προσθέτων αυτών λόγων, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από οτην 3581/15-9-2003, έφεση της οριστικής συνδίκου, η 2111/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά του κεφαλαίου της αποφάσεως αυτής, που αφορά την απόρριψη των με στοιχ. (α1) και (β1) με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής ως απαραδέκτων, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι από την επίδοσή τους στις ..... (...... και ......... εκθέσεις επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή) και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (11-4-2003) δεν παρεμβάλλεται το χρονικό διάστημα των τριάντα (30) ημερών, όπως επιτάσσει το άρθρο 585 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ, μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 18 παρ. 1 του ν. 2915/2001 και 11 του ν. 3043/2002, εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα : Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαραδέκτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, μετά την τροποποίηση του ισχύοντος αστικού δικονομικού δικαίου, αρχικά με τον ν. 2915/2001 και στη συνέχεια με τους ν. 2943/2001 και 3043/2002, ανακύπτει θέμα διαχρονικού δικαίου. Κατά τους ορισμούς του ενδιαφέροντος το ερευνώμενο θέμα άρθρου 22 του ν. 2915/2001 "1.

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η προθεσμία επίδοσης της αγωγής κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 229, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6, αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 2.

Στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του κεφαλαίου τούτου, καθώς και σης λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου κεφαλαίου δίκες εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα". Κατά τη σαφή έννοια των εν λόγω διατάξεων στη νέα ρύθμιση υπάγονται οι υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει σε πρώτο βαθμό μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Α' Κεφαλαίου, η οποία, με το ακροτελεύτιο άρθρο 38 του ν. 2915/2001, τοποθετείται στις 16-9-2001.

Η επιλογή του κριτηρίου του προσδιορισμού της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, ανεξάρτητα αν επακολούθησε ή αναβλήθηκε, αντί εκείνου της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, ήταν αναγκαία και σκόπιμη. Και τούτο για τον λόγο ότι με το διαμορφούμενο δικονομικό δίκαιο επεβάλλετο η υποχρέωση του ενάγοντος για επίδοση της αγωγής και της κλήσεως προς συζήτηση στον εναγόμενο το αργότερο τριάντα ημέρες από την κατάθεση της (άρθρο 229 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2915/2001), της οποίας προφανώς δεν ήταν εκ των πραγμάτων δυνατή η πραγματοποίηση της για υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση προσδιορίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Κεφαλαίου Α' του ν. 2915/2001 (16-9-2001), αναβλήθηκε όμως στη συνέχεια σε μεταγενέστερο αυτής χρόνο.

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από την διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β' του ν. 2915/2001, κατά τους ορισμούς της οποίας η προθεσμία επίδοσης της αγωγής κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου του άρθρου 229, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6, αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (ΦΕΚ 109/τ.α'/729-5-2001).

Με τη διάταξη αυτή εξυπηρετείται η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 229 παρ.1 ΚΠολΔ αναφορικά με τις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση προσδιορίσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του κεφαλαίου Α' του ν. 2915/2001 (16-9-2001), μετά από κατάθεση των σχετικών δικογράφων κατά το προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν ίσχυε η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο για τον οποίο η έναρξη της προθεσμίας αυτής επιδόσεως της αγωγής τοποθετείται ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου (30-6-2001), χρονικό διάστημα το οποίο κρίθηκε από το νομοθέτη ότι αρκούσε για να περιέλθει σε γνώση του νομικού κόσμου η νομοθετική μεταβολή και να τηρηθεί η προθεσμία αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι μεσολαβούσαν οι θερινές δικαστικές διακοπές.

Εκτιμάται ότι δεν περιλαμβάνεται στις προθέσεις της νομοθετικής βουλήσεως η αξίωση τηρήσεως της προβλεπόμενης από την τελευταία σαφή διάταξη προδικασίας και της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς από τους διαδίκους των οποίων η υπόθεση προσδιορίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001, αναβλήθηκε όμως στη συνέχεια σε μεταγενέστερο αυτής χρόνο.

Επιπρόσθετα γίνεται παράλληλα ιδιαίτερη αναφορά στις "λοιπές εκκρεμείς υποθέσεις", οι οποίες, κατά την εισηγητική έκθεση, είναι εκείνες των οποίων συζήτηση έγινε ή θα γίνει πριν από τη δημοσίευση του νόμου (29-5-2001), διατύπωση η οποία θα αρκούσε αν ο νομοθέτης απέβλεπε στον χρόνο πραγματοποιήσεως της συζητήσεως της υποθέσεως αντί εκείνου του προσδιορισμού της.

Τέλος το άρθρο 214 Α ΚΠολΔ, όπως είχε αρχικά αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ.2 του ν.2479/1977, ορίσθηκε ότι εφαρμόζεται στις αγωγές που κατατίθενται από 16-9-2000 (άρθρο 18 παρ.1 του ν. 2743/99). Σε συνέπεια με την ρύθμιση αυτή ορίζεται κατά πλεοναστικό τρόπο με την επόμενη παράγραφο του αυτού άρθρου 22 του ν. 2915/2001 ότι στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσιεύσεως (29-5-2001) και ενάρξεως της ισχύος του Κεφαλαίου Α' αυτού (16-9-2001) ανεξάρτητα αν αναβλήθηκε σε δικάσιμο που εμπίπτει στον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 2915/2001, εφαρμόζονται αδιακρίτως οι προϊσχύσασες διατάξεις, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου κεφαλαίου (16-9-2001) δίκες.

Επακολούθησε ο ν. 2943/2001, με το άρθρο 15 του οποίου ο χρόνος ενάρξεως ισχύος του Κεφαλαίου Α' του ν. 2915/2001 μετατίθεται από 16-9-2001 την 1-1-2002, χωρίς μεταβολή στο κριτήριο επιλογής διαχρονικού δικαίου του προσδιορισμού της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται από την παράλληλη παράταση της προθεσμίας επιδόσεως της αγωγής του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 2915/2001 μέχρι 30-9-2001. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός της πρώτης συζητήσεως αναφέρεται στην εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, ανεξάρτητα αν πρόκειται για το Εφετείο.

Συνεπώς, κρίσιμο γεγονός για την εφαρμογή του προϊσχύσαντος δικονομικού δικαίου δεν είναι η δικάσιμος κατά την οποία πράγματι συζητήθηκε η υπόθεση, αλλά η αρχικώς προσδιορισθείσα. Τούτο, όπως προαναφέρθηκε, όχι μόνο ρητώς ορίζει το άρθρο 22 του ν. 2915/2001, αλλά και συμπερασματικά συνάγεται από τις παραπάνω σημειούμενες διατάξεις και ιδία εκείνη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 2915/2001, τα οποία, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε στα άρθρα 228 και 229 ΚΠολΔ το άρθρο 6 παρ. παρ. 2, 3 του ν. 3043/2002, στερείται πλέον αντικειμένου. Ειδικότερα, ο λόγος για τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμος για την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως και όχι η μετά από αναβολή, πρέπει να αναζητηθεί στις σοβαρές αποκλίσεις της προδικασίας που εισήγαγε ο ν. 2915/2001 και οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να τηρηθούν στις υποθέσεις που η συζήτησή τους είχε προσδιορισθεί να γίνει πριν από την 1-1-2002 και πραγματοποιήθηκε μετ' αναβολή σε μεταγενέστερο χρόνο.

Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή η ερευνώμενη υπόθεση, η οποία προσδιορίσθηκε και συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό πριν από την 1-1-2002, με την έκδοση αρχικά επί των χαρακτηριζομένων με στοιχ (α) και (β) ανακοπών των απορριπτών αυτών, λόγω της ερημοδικίας της ανακόπτουσας, 3917 και 3918/1994 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικονομικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 535 παρ. 1 και 585 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, για τις οποίες γίνεται λόγος στη συνέχεια.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της εφέσεως κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν το πρωτοβάθμιο έχει αποφανθεί για την ουσία της υποθέσεως, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν σε αντίθετη περίπτωση μπορεί ή να την αναπέμψει στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο της περιφέρειάς του ή να την κρατήσει και να την δικάσει κατ' ουσίαν.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας, όταν απορρίπτει την αγωγή ή την ανακοπή ως απαράδεκτη, αόριστη ή νομικά αβάσιμη. Αντίθετα, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. παρ. 1, 3, 272 παρ. 2 ΚΠολΔ απόρριψη της ανακοπής λόγω της ερημοδικίας του ανακόπτοντος γίνεται κατ' ουσίαν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποχρεωτικά κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την διαφορά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία, που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 ΚΠολΔ, και τους λόγους αυτής. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Για την άσκηση των προσθέτων λόγων της ανακοπής απαιτείται να συντελεσθούν αμφότερες οι συμπλεκτικώς οριζόμενες διαδικαστικές πράξεις της καταθέσεως του περιέχοντος τους προσθέτους λόγους δικογράφου και της επιδόσεως αυτού στον καθού η ανακοπή, οι οποίες αποτελούν την προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, και πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη προθεσμία των οκτώ (8) ημερών από την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 242 παρ. 1 και 281 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει περαιτέρω ότι ως ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων ανακοπής νοείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση αυτής, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίσθηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως απορριπτικής της ανακοπής, χωρίς να έχουν προταθεί νέοι λόγοι κατά τη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη ή πρόταση τέτοιων λόγων σε περίπτωση μόνο που δημιουργείται, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου, διαδικαστικό στάδιο νέας εκδικάσεως της ανακοπής, όπως τούτο συμβαίνει σε περίπτωση αναπομπής της υποθέσεως από το Εφετείο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η ενώπιόν του συζήτηση είναι η πρώτη.

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές παραδεκτά ασκήθηκαν οι με ιδιαίτερο, (α1) 41517/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι, για την επίδοση των οποίων από την καθής οι αντίστοιχες με στοιχ. (α) και (β) ανακοπές συντάχθηκαν οι (α1) ......... και (β1) ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...... μετά την έκδοση, κατ' αποδοχή της 4991/28-11-1996 εφέσεως της ανακόπτουσας, της 48/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίσθηκαν οι απορριπτικές επί των ανακοπών, λόγω ερημοδικίας της τελευταίας 3917 και 3918/1999 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια ανέπεμψε την υπόθεση, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο η συζήτησή της προσδιορίσθηκε αρχικά κατά την δικάσιμο της 20-9-2000 και μετά διαδοχικές αναβολές και ματαιώσεις για εκείνη της 11-4-2003, της οποίας επακολο9ύθησε η έκδοση της 14484/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, μετά την 3581/15-9-2003 έφεση της ανακόπτουσας, της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως 2111/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επομένως η τελευταία αυτή απόφαση παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους τους με ιδιαίτερο, (α1) 41517/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999, δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους των αντίστοιχων με στοιχ (α) και (β) ανακοπών, με συνέπεια με την παραδοχή της ότι από την επίδοσή τους στις .... (...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ......

και μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (11-4-2003) δεν παρεμβάλλεται το χρονικό διάσημα των τριάντα (30) ημερών, όπως επιτάσσει το άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 18 παρ. 1 του ν. 2915/2001 και 11 του ν. 3043/2002. (Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εκθέσεων αυτών προκύπτει ότι αφορούν την επίδοση των από 20-3-2003 κλήσεων για συζήτηση της υποθέσεως κατά την προσδιορισθείσα δι' αυτών δικάσιμο της 11-4-2003).

Πρέπει κατά συνέπεια, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πληττόμενα με την ένδικη αίτηση με στοιχ. (α1) και (β1) κεφάλαια αυτής των προσθέτων λόγων ανακοπής, με παραπομπή κατά τούτο της υποθέσεως για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 176).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2111/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ. (α1) και (β1) κεφάλαια αυτής, που αφορούν την απόρριψη των με ιδιαίτερο (α1) 41517/16-11-1999 και (β1) 41518/16-11-1999, δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής, ως απαραδέκτων.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ