Supreme Court dismisses appeal on embezzlement conviction, rejecting vague mitigation claims and confirming sentence legality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for embezzlement exceeding €120,000 and sentenced to six years imprisonment. The appellant argued for leniency based on lack of coercion and procedural delays, but failed to provide specific facts or evidence supporting these claims. The court rejected these arguments as abstract and unsupported, upholding the lower court's decision and ordering the appellant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 83, 84, 79 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on vague assertions of mitigating circumstances or procedural delays without concrete factual substantiation is inadmissible, and a sentence within the statutory range does not constitute a lack of specific reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 28 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 28/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού, Αγαθή Δερέ και Σπυριδούλα Λιάτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Π. , κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ηλιόκαυτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 957/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ATOS GREECE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ "ATOS GREECE", η οποία συστήθηκε αρχικά με την επωνυμία "ΣΗΜΕΝΣ ΤΗΛΕ (SIEMENS TELE) ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και η οποία (επωνυμία) άλλαξε αρχικά σε "ΣΗΜΕΝΣ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στη συνέχεια σε "UNIFY ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη.
Το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 6.11.2024 και με αριθ. πρωτ. .../2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-11-2024 με αριθμό πρωτ. .../2024 αίτηση του Κ. Α. του Π. , κατοίκου ... (οδός ...), ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, για αναίρεση της με αριθμ. 957/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-11-2024, από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο δικηγόρο του, δυνάμει της από 30-10-2024 εξουσιοδότησης και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο Ειδικό βιβλίο στις 21-10-2024. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1 εδαφ. α' ΚΠοινΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Θ' ΚΠοινΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α` του ισχύσαντος μέχρι 30- 6-2019 ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, ως ξένο δε θεωρείται το πράγμα, το οποίο βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο, και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, τέτοιο δε θεωρείται και το χρηματικό ποσό, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, ιδίως δε με κάποια έννομη σχέση, όπως εντολή, μίσθωση κ.λ.π., γ) παράνομη ιδιοποίηση από το δράστη του πράγματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει στην περιουσία του βρισκόμενο στην κατοχή του ξένο κινητό πράγμα, εξουσιάζοντας και διαθέτοντας αυτό σαν να ήταν κύριος, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.
Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του. Με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν.2721/1999, στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο β`, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Ακολούθως, το αρχικό ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε σε 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 του ν.4055/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 εδ. α` του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 87 Ν. 4855/12.11.21, "Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μήνες και χρηματική ποινή", κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, "Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ.1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".
Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ποσού άνω των 120.000 ευρώ, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει αλλάξει με το νέο ΠΚ, πλην όμως η διάταξη του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, διότι η νέα, πλην της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής κάθειρξης έως δέκα έτη, απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (ΑΠ 486/2020 ΑΠ 1371/2022).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών κα υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα μη υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας άνω των 120.000 ευρώ (ΑΠ 101/2022).
Ακόμη η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την ενοχή, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Όμως, ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σ' αυτούς με την αιτιολογία επί της ενοχής (ΑΠ 238/2021).
Αυτοτελής ισχυρισμός που εξαλείφει το αξιόποινο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης είναι ο προβλεπόμενος στη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 2 του ΠΚ, κατά το οποίο "Το αξιόποινο των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 372 έως 378 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου για την πράξη, αποδώσει το πράγμα ή ικανοποιήσει ευτελώς τον ζημιωθέντα χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου.
Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος....". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης της υπεξαίρεσης λόγω έμπρακτης μετάνοιας, που συνιστά προσωπικό λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση εκείνου ζημιώθηκε, πριν να εξεταστεί ο υπαίτιος ως ύποπτος ή κατηγορούμενος για την πράξη, αλλά απαιτείται η ικανοποίηση αυτή να έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και να μην οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια, διότι στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της έμπρακτης μετάνοιας (ΑΠ 1364/2022, ΑΠ 837/2010).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Θετική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1364/2022, ΑΠ 32/2020, ΑΠ 529/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 957/2024 απόφασής του, το Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δικάζοντας κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου ) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "...:
Ο κατηγορούμενος, από το έτος 1985, ήταν υπάλληλος της εταιρείας με την επωνυμία Siemens ΑΕ, η οποία είχε έδρα, μέχρι το έτος 2009, στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν οι διοικητικές και οι οικονομικές υπηρεσίες της εταιρίας και το τμήμα παραγωγής, ενώ στην Αθήνα λειτουργούσε το τμήμα πωλήσεων και servis. Το έτος 2006 με την απόσχιση του κλάδου των πωλήσεων και την ενσωμάτωσή τους στην εταιρεία Siemens Εταιρικές Τηλεπικοινωνίες ΑΕ με έδρα την Αθήνα, μεταφέρθηκε στην Αθήνα η έδρα της επιχείρησης και το λογιστήριο.
Αρχικά, ο κατηγορούμενος είχε προσληφθεί ως κλητήρας, με την πάροδο των ετών εργάστηκε ως εισπράκτορας της εταιρίας, παρέχοντας τις υπηρεσίες του, πάντα, στην Αθήνα, από το έτος 2007 απασχολήθηκε στο τμήμα πωλήσεων πάντα στην Αθήνα και, μετά την ως άνω απόσχιση, μεταφέρθηκε στην νέα εταιρία Siemens Εταιρικές Τηλεπικοινωνίες ΑΕ (μετά από τροποποιήσεις ήδη "ΑΤΟΣ GREECE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") ήδη εγκαλούσα και παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, τα δε καθήκοντά του παρέμειναν τα ίδια, τα οποία, που, τουλάχιστον, από το 2007, περιελάμβαναν τη συνεννόηση με τους πελάτες της εταιρείας για την εξόφληση των τιμολογίων και την μετάβασή του στις έδρες των πελατών, προκειμένου να παραλαμβάνει είτε μετρητά είτε επιταγές, συνήθως μεταχρονολογημένες, για την εξόφληση του τιμήματος.
Αν η καταβολή γινόταν σε μετρητά, ο κατηγορούμενος έπρεπε να καταθέσει τα χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, ενώ, αν του παραδίδονταν επιταγές, αν αυτές ήταν ημέρας, έπρεπε ο κατηγορούμενος, αφού λάμβανε τις υπογραφές των αρμόδιων υπαλλήλων-οργάνων της εταιρείας, ένας εκ των οποίων ήταν και η μάρτυρας κατηγορίας Μ.
Μ. , προϊσταμένη του τμήματος πωλήσεων και service να τις καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας, ενώ αν η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, και τούτο αφορούσε το μεγαλύτερο μέρος των επιταγών, ο κατηγορούμενος έπρεπε να καταχωρήσει την επιταγή στο ειδικό πεδίο του συστήματος της εταιρείας, να τη φυλάξει σε ειδική θυρίδα στα γραφεία της εταιρείας που μόνο αυτός είχε τα κλειδιά, και όταν έφτανε η ημερομηνία εμφάνισής της, να ακολουθήσει την ως άνω διαδικασία, δηλαδή να λάβει τις απαιτούμενες υπογραφές και να την καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας.
Σε κάθε περίπτωση, όφειλε να καταχωρήσει κάθε πράξη στο μηχανογραφικό σύστημα SAP της εταιρείας, ώστε η καταβολή ή η παράδοση της επιταγής να εμφανίζεται στο σύστημα, στο οποίο αυτός είχε πρόσβαση. Το μηχανογραφικό αυτό σύστημα SAP έχει διάφορα πεδία, άλλο για το λογιστήριο, άλλο για τις πωλήσεις, άλλο για τα στατιστικά της εταιρείας κλπ, και κάθε χρήστης, βάσει κωδικού που του χορηγείτο, είχε πρόσβαση σε συγκεκριμένο πεδίο της αρμοδιότητάς τους.
Στην αρμοδιότητα του κατηγορούμενου ήταν οι σχετικές, με το αντικείμενό του, (δηλαδή τις εισπράξεις), καταχωρήσεις στο εν λόγω σύστημα και δεν είχε άλλος υπάλληλος πρόσβαση στο κομμάτι αυτό για να διενεργεί καταχωρήσεις, πλην του λογιστηρίου, που, μέχρι την μεταφορά του στην Αθήνα μετά την απόσχιση, λειτουργούσε στην Θεσσαλονίκη, για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω.
Η παραπάνω αρμοδιότητα του κατηγορούμενου αφορούσε τους πελάτες που ήταν αρμοδιότητάς του, δεδομένου ότι το αντικείμενο του κατηγορούμενου αφορούσε τις εισπράξεις από τους, ως επί τω πλείστον, μικρούς πελάτες στην Αθήνα, διότι οι μεγάλοι πελάτες πλήρωναν απευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς και οι καταχωρήσεις γίνονταν απευθείας από το λογιστήριο ή γίνονταν καταβολές από αυτούς στον κατηγορούμενο, ο οποίος, όμως, στην περίπτωση αυτή (των μεγάλων πελατών), προέβαινε σε εισπράξεις, κατόπιν γραπτής εντολής του λογιστηρίου ή στην περίπτωση του Δημοσίου και άλλων δημόσιων οργανισμών ενεργούσε, κατόπιν γραπτής εντολής και, ενίοτε, όταν απαιτείτο, κατόπιν εξουσιοδότησης.
Η διαδικασία αυτή, όμως, αφορούσε τους μεγάλους πελάτες ή το δημόσιο, για τους μικρούς πελάτες, που ήταν η, κατ' εξοχήν, αρμοδιότητα του κατηγορούμενου, αυτός επικοινωνούσε με τους πελάτες της εταιρείας που είχαν ανοιχτά υπόλοιπα, συνεννοείτο μαζί τους και πήγαινε να εισπράξει τα οφειλόμενα, έχοντας πλήρη ελευθερία κινήσεων, ο ίδιος έκανε τις επικοινωνίες και κανόνιζε το καθημερινό του πρόγραμμα, χωρίς να λαμβάνει ειδικές εντολές από το λογιστήριο ή άλλο υπάλληλο.
Οι δε υπογραφές ή η υπογραφή που λάμβανε για τις επιταγές, ήταν για την εμφάνιση των επιταγών στην τράπεζα και την κατάθεσή τους στο λογαριασμό της εταιρίας, και δεν γινόταν έλεγχος, από τους υπαλλήλους που υπέγραφαν, για το αν η επιταγή αυτή κατατέθηκε στην τράπεζα ή όχι, καθώς αυτοί δεν είχαν άλλη περαιτέρω ανάμιξη στο αντικείμενο του κατηγορούμενου ούτε είχαν τη δυνατότητα να διενεργούν σχετικές, με το αντικείμενο του κατηγορούμενου, καταχωρήσεις στο σύστημα SAP.
Επίσης, ο μάρτυρας Ζ. Α. , ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις πωλήσεις σε μικρές επιχειρήσεις που μεταπωλούσαν τα προϊόντα και είχε μια ομάδα εταιρειών που διαχειριζόταν, προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις, όπως και οι άλλοι πωλητές, δεν ασχολείτο με το κομμάτι της πληρωμής των εταιριών που διαχειριζόταν, το οποίο ήταν αποκλειστικά αρμοδιότητα του κατηγορούμενου, το αντικείμενό του τελείωνε την ώρα που λάμβανε την παραγγελία και δεν είχε ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος υπάλληλος τη δυνατότητα να διενεργεί σχετικές με τις πληρωμές καταχωρήσεις στο εν λόγω σύστημα.
Σημειώνεται ότι ούτε κανένας άλλος υπάλληλος μπορούσε να προβεί σε καταχωρήσεις στο πεδίο των πληρωμών, ανεξάρτητα της ιεραρχικής του θέσης, διότι τούτο δεν ήταν θέμα ιεραρχίας, αλλά αρμοδιότητας. Το οικονομικό τμήμα στη Θεσσαλονίκη είχε όλο το κομμάτι του λογιστηρίου, αλλά η καταχώρηση των αξιογράφων, καταβολών κλπ (των πελατών που ήταν το αντικείμενο του κατηγορούμενου), ήταν αρμοδιότητα του κατηγορούμενου αποκλειστικά, και το λογιστήριο περιοριζόταν στην παρακολούθηση των δεδομένων που καταχωρούσε ο κατηγορούμενος για να γνωρίζουν τις δραστηριότητες (πληρωμές κλπ) των πελατών.
Έτσι, μόνο, ο κατηγορούμενος είχε την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα να καταχωρήσει στο εν λόγω σύστημα, (αναφορικά με τους πελάτες αρμοδιότητας του), από ποιον έπαιρνε χρήματα ή επιταγές, και μόνο αυτός, μέχρι να προβεί στην καταχώρηση, μπορούσε να γνωρίζει αν εισέπραξε χρήματα ή παρέλαβε επιταγή και από ποιόν.
Αυτό είχε ως συνέπεια ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να καταχωρεί και να δίνει την εικόνα στην εταιρεία που ήθελε ο ίδιος, σχετικά με τις εισπράξεις αρμοδιότητάς του, γεγονός, που αυτός εκμεταλλεύτηκε, όπως κατωτέρω αναφέρεται. Ο κατηγορούμενος ασκούσε τα καθήκοντά του αυτά επι σειρά ετών και απολάμβανε της εμπιστοσύνης της διοίκησης της εταιρείας και των συναδέλφων του, και λόγω της μακροχρόνιας άσκησης των άνω καθηκόντων του είχε αναπτύξει σχέσεις με τους πελάτες, σε πολλές δε περιπτώσεις προέβαινε σε αντικατάσταση επιταγών πελατών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες, ενώ η γνώμη του σχετικά με την αξιοπιστία και φερεγγυότητα των πελατών ήταν σε πολλές περιπτώσεις βαρύνουσα για την εταιρεία.
Έλεγχος δεν του ασκείτο ποτέ, ειδικότερα δεν υπήρχε έλεγχος για να διασφαλιστεί ότι οι επιταγές που λαμβάνονταν από τον κατηγορούμενο καταχωρούνταν στο SAP, δεν γινόταν διασταύρωση των πιστωθέντων ποσών και των ληφθεισών επιταγών ούτε γινόταν παρακολούθηση των καθυστερημένων υπολοίπων. Σε αυτό συντέλεσε το γεγονός ότι όλες οι υπηρεσίες διοικητικές και οικονομικές ήταν στη Θεσσαλονίκη, οι εκτεταμένοι εταιρικοί μετασχηματισμοί, η εμπιστοσύνη που υπήρχε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, καθώς και το γεγονός ότι οι πελάτες για τους οποίους ήταν αρμόδιος ο κατηγορούμενος ήταν πελάτες που ήταν στην Αθήνα που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν, ως επί το πλείστον, μικροί πελάτες σε σχέση με τις εισπράξεις που είχε η εταιρία της τάξης ανά έτος των 70-80 εκατομμυρίων ευρώ πωλήσεις, και αντίστοιχες απαιτήσεις.
Όταν μεταφέρθηκε η έδρα, η διοίκηση και το λογιστήριο στην Αθήνα, ο διευθύνων σύμβουλος και οικονομικός διευθυντής της εγκαλούσας Γ. Φ. , υπεύθυνος οικονομικού προγραμματισμού της ίδιας επιχείρησης υπεύθυνος για τις οικονομικές υπηρεσίες της εταιρείας, ξεκίνησε έναν άτυπο εσωτερικό έλεγχο των οικονομικών στοιχείων και των υπολοίπων των πελατών, διότι παρατηρήθηκαν κάποιες αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στις εξοφλήσεις των πελατών, με σύνολο των ανείσπρακτων οφειλών πελατών προς την εταιρεία στο ποσό των 8.000.000 ευρώ περίπου με ετήσιο κύκλο συναλλαγών, κυμαινόμενο από 60 έως 80 εκατομμύρια ευρώ.
Ο άτυπος αυτός εσωτερικός έλεγχος ξεκίνησε από τα μεγαλύτερα χρέη προς την εταιρία και σταδιακά έφτασε στα μικρότερα. Το πρόβλημα εντοπίστηκε σε μικρότερες οφειλές προς την εταιρεία, ήτοι στα μικρότερα υπόλοιπα πελατών, αρμοδιότητας του κατηγορούμενου, και όχι στις μεγάλες οφειλές. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου ο κατηγορούμενος έδινε στον κο Φ.
λίστες σε excel με τα ανοιχτά υπόλοιπα των πελατών αρμοδιότητάς του, τα οποία ήταν, όμως, σε αναντιστοιχία με αυτά που έβλεπε ο τελευταίος στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας. Ο έλεγχος ανέδειξε μηδενισμό οφειλών από τον ένα μήνα στον άλλον, καταγραφές εξοφλήσεων που αφορούσαν παλαιότερα τιμολόγια, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα υπόλοιπα που φαίνονταν στο σύστημα και σε αυτά που φαίνονταν στις καρτέλες των πελατών.
Στο πλαίσιο αυτό του εσωτερικού ελέγχου, δόθηκε εντολή στους πωλητές να επικοινωνήσουν απευθείας με τους πελάτες, (στις οποίες δεν συμμετείχε ο κατηγορούμενος, καθώς το πρόβλημα είχε πλέον εντοπιστεί στο πεδίο των πελατών με τους οποίους είχε επαφή ο ίδιος), για υπενθύμιση οφειλών τους, όπως αυτές εμφανίζονταν στο σύστημα, πολλοί από αυτούς απαντούσαν αιφνιδιασμένοι ότι δεν όφειλαν τίποτα, καθώς είχαν εξοφλήσει από καιρό, άλλοι πελάτες εμφανίζονταν να καταβάλουν χρήματα με εμβάσματα ενώ πάντα πλήρωναν με επιταγές, άλλες καταβολές δεν αντιστοιχούσαν σε ένα τιμολόγιο αλλά σε περισσότερα που θα έπρεπε να είχαν πληρωθεί πολύ νωρίτερα, ενώ άλλοι πελάτες φέρονταν να έχουν ανανεώσει τις οφειλές τους πολλές φορές, αντικαθιστώντας μεταχρονολογημένες επιταγές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η περαιτέρω διερεύνηση των υπολοίπων πελατών αρμοδιότητας του κατηγορούμενου.
Κατά τη διαδικασία αυτή, ζητήθηκαν διευκρινίσεις από τους πελάτες αυτούς και με αποδείξεις καταβολής μετρητών που κατείχαν ή παράδοσης αξιογράφων φαινόταν ότι πολλοί από αυτούς είχαν εξοφλήσει. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, παρέδωσαν και αντίγραφα επιταγών και προέκυπτε ότι στην πίσω πλευρά της επιταγής είχε υπογράψει ο κατηγορούμενος και είχε εισπράξει την επιταγή, χωρίς να αποδώσει το ποσό στην εταιρία.
Μετά ταύτα, έγιναν πιο λεπτομερειακοί έλεγχοι που αποκάλυψαν, κατά το μέρος που είχε έως τότε διερευνηθεί, ότι ο κατηγορούμενος είχε παρανόμως ιδιοποιηθεί τουλάχιστον 350.000 που έπρεπε να είχε αποδοθεί στην εταιρεία. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος άλλες φορές παρακρατούσε χρήματα που είχε εισπράξει από πελάτες χωρίς να τα καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας και άλλες φορές εμφάνιζε προς πληρωμή επιταγές πελατών και εισέπραττε αυτός το ποσό τους, ενώ δεν είχε το σχετικό δικαίωμα, εξαπατώντας παραλλήλως τους υπαλλήλους της τράπεζας και δεν το κατέβαλε στην εταιρία.
Για να αποτρέψει δε τον εντοπισμό του, προέβη σε ποικίλες ενέργειες, έτσι, στην περίπτωση που το λογιστήριο έκανε παράπονα για την καθυστέρηση πληρωμής αρκετό διάστημα αργότερα, ο κατηγορούμενος καθησύχαζε το λογιστήριο και εμφάνιζε στην τράπεζα επιταγή άλλου πελάτη που την εισέπραττε ο ίδιος και κατέθετε στο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας το αντίστοιχο ποσό και στο σύστημα καταχωρούσε ότι ήταν καταβολή του πρώτου πελάτη, ενώ για τον δεύτερο δεν καταχωρούσε οτιδήποτε, το ίδιο έκανε όταν κάποια στιγμή αργότερα υπήρχε παράπονο για τις οφειλές του δεύτερου πελάτη, έτσι χρησιμοποιούσε επιταγές πελατών για την εξισορρόπηση εκκρεμών ποσών άλλων πελατών.
Σε άλλες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος καθησύχαζε τους υπεύθυνους του λογιστηρίου, λέγοντας ότι ο πελάτης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, στη συνέχεια, καταχωρούσε στο σύστημα τα στοιχεία μεταχρονολογημένης επιταγής, τα οποία ήταν ψευδή, κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου από εκείνον, ενώ, στην πραγματικότητα ο πελάτης είχε εξοφλήσει προ πολλού τις υποχρεώσεις του, αλλά στο ηλεκτρονικό μηχανογραφικό σύστημα, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είχε ενημερώσει περί της καταβολής, φαινόταν ότι είχε παραδώσει στην εταιρεία μεταχρονολογημένη επιταγή.
Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος κάλυπτε προσωρινά την ιδιοποίηση στην οποία είχε προβεί και μετέφερε την εμφάνιση της πληρωμής της οφειλής στο μέλλον. Στη συνέχεια, η εγκαλούσα ανέθεσε στην Προοπτική Ε.Π.Ε. , για πραγματοποιήσει διασταύρωση των υπολοίπων των οφειλετών και να προσδιορίσει την οικονομική ζημία που προέκυπτε, η οποία υπολογίστηκε στο συνολικό ποσό των 550.000 ευρώ, που εισέπραξε τμηματικά και σταδιακά ο κατηγορούμενος μέσα στα έτη 2007 έως 2010 είτε σε μετρητά είτε σε επιταγές και δεν τα απέδωσε στην εταιρία.
Επίσης, η εγκαλούσα ανέθεσε στην XERNST & YOUNG να διεξάγει ειδική έρευνα για το ίδιο ζήτημα και να επικυρώσει το ποσό της ζημίας, σύμφωνα με την οποία, το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος, που έως τις 15/11/2010 ανερχόταν στο ύψος των 550.000 ευρώ, ανήλθε στο ποσό των 675.000 ευρώ. Ο έλεγχος από την Προοπτική ΕΠΕ περιλάμβανε ενημέρωση όλων των οφειλετών που παρουσίαζαν ανεξόφλητα υπόλοιπα και τους ζητήθηκε να επιβεβαιώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Όσοι ισχυρίστηκαν ότι είχαν εξοφλήσει ζητείτο η τεκμηρίωση, που περιλάμβανε αντίγραφα της επιβεβαίωσης πληρωμής και από τις τράπεζες ζητήθηκαν τα αντίγραφα των επιταγών με την πίσω όψη, από την οποία φαινόταν ότι είχαν εισπραχθεί από τον κατηγορούμενο, χωρίς το ποσό να αποδοθεί στην εταιρία. Τούτο τεκμηριώνεται από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των επιταγών που χορηγήθηκαν στην εγκαλούσα, κατόπιν σχετικών αιτημάτων της, εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι εισέπραττε τις επιταγές και ότι δεν κατέθετε αυτές ή τα ποσά της εξαργύρωσης στον εταιρικό λογαριασμό, αλλά ισχυρίστηκε, όπως αναφέρεται κατωτέρω, ότι, κατ' απαίτηση της εταιρίας, έστελνε τα μετρητά που εισέπραττε και τα ποσά των επιταγών στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να προσδιορίσει ποιος του είχε δώσει αυτή την εντολή και σε ποιον παρέδιδε τα χρήματα.
Εν τω μεταξύ, στις 16/9/2010 και ενώ ο άτυπος έλεγχος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, (και δεν είχε γίνει καμία ακόμη ανάθεση στις παραπάνω ελεγκτικές εταιρίες), έχοντας αποκαλύψει ένα μέρος της υπεξαίρεσης ο κατηγορούμενος κλήθηκε στα γραφεία της εταιρείας στη Νέα Κηφισιά για εξηγήσεις. Στη συνάντηση αυτή, εκτός από τον τελευταίο ήταν παρόντες οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας Γ.
Σ. , ο Χ. Π. και οι δικηγόροι της εγκαλούσας Αντώνιος Μανόλας και Βασιλική Γκισάκη. Ο κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε ότι διέπραξε κάποια παράνομη πράξη, όμως, στη συνέχεια, ομολόγησε ότι είχε ιδιοποιηθεί το ποσό των 350.000 ευρώ κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Την ίδια ημέρα υπέγραψε σχετικό έγγραφο ομολογίας και υπέβαλε την παραίτησή του.
Ειδικότερα, στις 16/9/2010 υπέγραψε έγγραφη δήλωση ομολογίας για αποπληρωμή της οφειλής, στην οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής : "δηλώνω και αναγνωρίζω ρητά και κατηγορηματικά ότι οφείλω στην εταιρεία Siemens Εταιρικές Τηλεπικοινωνίες ΑΕ άνω του ποσού των 350.000 ευρώ, το οποίο χωρίς νόμιμο δικαίωμα και επ' ευκαιρία της ιδιότητάς μου ως βοηθού λογιστού και υπεύθυνου για την παραλαβή επιταγών των πελατών της εταιρείας, εισέπραξα παρανόμως και ουδέποτε το απέδωσα στην εταιρεία ως όφειλα αλλά το παρακράτησα χωρίς νόμιμο δικαίωμα και το ιδιοποιήθηκα παρανόμως, χρησιμοποιώντας το για δικές μου προσωπικές ανάγκες.
Τούτο δε πέτυχα, εμφανίζοντας τις εν λόγω επιταγές και εισπράττοντας το αντίτιμο τους, αντί να το καταθέσω στο λογαριασμό της εταιρείας, επιπλέον προέβην σε αναληθείς καταχωρήσεις στο μηχανογραφικό σύστημα και σε εσκεμμένες παραλείψεις καταχωρήσεων, προκειμένου να εξαπατήσω την εταιρεία και να μην αποκαλυφθούν οι παράνομες και υπαίτιες πράξεις μου.
Στη συνέχεια δε ανέφερε στην εν λόγω δήλωση ενδεικτικώς τους πελάτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, των οποίων τις επιταγές είχε εισπράξει και ιδιοποιηθεί παρανόμως, ενώ περαιτέρω δήλωσε και τα εξής "ρητά αναλαμβάνω την υποχρέωση όπως ενημερώσω την εταιρεία για όλες τις παράνομες συναλλαγές μου και για το ακριβές ποσό, το οποίο έχω υπεξαιρέσει, ρητά δηλώνω και υπόσχομαι ότι θα αποδώσω στην εταιρεία το ανωτέρω ποσό και όποιο τυχόν επιπλέον προκόψει από τους ελέγχους της εταιρείας κατά τον ακόλουθο τρόπο ποσό 30.000€ θα καταβάλω στην εταιρεία μέχρι 29/9/2010, ποσό 150.000€ θα καταβάλω στην εταιρεία μέχρι τις 21/10/2010, ποσό 150.000€ θα καταβάλω στην εταιρεία μέχρι τις 30/10/2010 το υπόλοιπο ποσό μέχρι την πλήρη εξόφληση μέχρι τις 15/11/2010.
Στην ίδια δε δήλωση δήλωσε επιπρόσθετα προς την εγκαλούσα ότι την εκπλήρωση της υποχρέωσής του προς την εταιρεία θα εγγυάτο ο πατέρας του Α. Π. με την προσωπική του περιουσία, ότι, προς το σκοπό αυτό, θα αποδεχόταν συναλλαγματικές αντίστοιχες με τα ανωτέρω ποσά και τις αντίστοιχες ημερομηνίες λήξης, τις οποίες θα τριτεγυάτο ο τελευταίος και ακόμη ότι θα συνέπρατε τόσο ίδιος όσο και ο πατέρας του, ώστε η εταιρεία να εγγράφει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό των απαιτήσεών της μέτρων επί των περιουσιακών του στοιχείων, τέλος δήλωσε ότι είναι ευγνώμων προς την εταιρεία που δεν ακολούθησε άμεσα τη δικαστική οδό για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το οποίο αυτός δημιούργησε, ενώ την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 16/9/2010 υπέγραψε και έγγραφη δήλωση παραίτησης και οικειοθελούς αποχώρησής του, επικαλούμενος προσωπικούς λόγους.
Στη συνέχεια, παρέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εγκαλούσας εταιρείας δύο συναλλαγματικές ποσού 150.000€ εκάστη και ημερομηνία λήξης 20/10/2010 και 30/10/2010, αντίστοιχα, αμφότερες υπογεγραμμένες από αυτόν στη θέση του αποδέκτη και με την υπογραφή του πατέρα του στη θέση του τριτεγγυητή. Ο κατηγορούμενος, κατόπιν όλων των ανωτέρω με διαδοχικές καταβολές επέστρεψε στην εγκαλούσα εταιρεία έως και τις αρχές του μηνάς Νοεμβρίου 2010 320.000€, ενώ μία ακόμη καταβολή ύψους 10.000€, στην οποία προέβη παραδίδοντας στην παθούσα εταιρεία μία ισόποση επιταγή δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι η επιταγή αυτή ήταν επιταγή πελάτη της εγκαλούσας, την οποία ο κατηγορούμενος δεν είχε επιστρέφει, αλλά είχε παρακρατήσει, και παρότι και η επιταγή αυτή συνιστούσε προϊόν υπεξαίρεσης την παρέδωσε στην εταιρεία για να καλύψει ισόποσο μέρος των υπεξαιρεθέντων ποσών.
Από τον περαιτέρω λογιστικό- οικονομικό έλεγχο που η εταιρεία διενήργησε, προέκυψε, τον Νοέμβριο του 2010, ότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιοποιηθεί τουλάχιστον άλλες 200.000€ γεγονός που ο τελευταίος παραδέχτηκε μαζί με το γεγονός της είσπραξης μετρητών στις 15/11/2010, όταν κλήθηκε εκ νέου στην εταιρεία.
Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία με έγγραφη δήλωσή του δήλωσε πέραν των άλλων ότι "δηλώνω και αναγνωρίζω ρητά και κατηγορηματικά σε συνέχεια τις προηγούμενης από 16/9/2010 ομολογίας μου ότι η οφειλή μου προς την εταιρεία Siemens Εταιρικές Τηλεπικοινωνίες Ανώνυμος Εταιρεία, πέραν όσων έχω ήδη ομολογήσει στις 16/9/2010 επιπρόσθετα άνω του ποσού των 200.000€ δηλαδή συνολικά οφείλω στην εταιρεία άνω του ποσού των 550.000 ευρώ, το οποίο χωρίς νόμιμο δικαίωμα επ' ευκαιρία της ιδιότητάς μου ως βοηθού λογιστού και υπεύθυνου για την παραλαβή των επιταγών των πελατών της εταιρείας εισέπραξα παρανόμως και ουδέποτε το απέδωσα στην εταιρεία ως όφειλα, αλλά το παρακράτησα χωρίς νόμιμο δικαίωμα και το ιδιοποιήθηκα παρανόμως, χρησιμοποιώντας το για προσωπικές μου ανάγκες, τούτο δε πέτυχα εμφανίζοντας τις εν λόγω επιταγές εισπράττοντας μετρητά, επιπλέον προέβην σε αναληθείς καταχωρήσεις στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας και εσκεμμένες παραλείψεις καταχωρήσεων, προκειμένου να εξαπατήσω την εταιρεία και να μην αποκαλυφθούν οι παράνομες και υπαίτιες πράξεις μου.
Ακολούθως δε ανέφερε ενδεικτικώς και στην εν λόγω δήλωση τους πελάτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, των οποίων τις επιταγές είχε εισπράξει και ιδιοποιηθεί παρανόμως, ενώ περαιτέρω δήλωσε ότι αφενός αναλάβανε την υποχρέωση να ενημερώσει την εταιρεία για όλες τις παράνομες συναλλαγές του και για το ακριβές ποσό το οποίο είχε υπεξαιρέσει και αφετέρου ότι υποσχόταν ότι θα απέδιδε στην εταιρεία τα ανωτέρω ποσά, καθώς και όποιο ποσό τυχόν επιπλέον θα προέκυπτε από τους ελέγχους της εταιρείας ότι είχε παρανόμως ιδιοποιηθεί και αυτή τη φορά, τέλος, δήλωσε ευγνώμων προς την εταιρεία για το λόγο ότι δεν ακολούθησε άμεσα τη δικαστική οδό για την αντιμετώπιση του προβλήματος που αυτός δημιούργησε.
Ο κατηγορούμενος και μετά τον Νοέμβριο του 2010 υποσχόταν διαρκώς στην επικοινωνία του με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της εγκαλούσας ότι θα κατέβαλε κι άλλα χρήματα, τα οποία θα προέρχονταν από την πώληση και άλλου ακινήτου της αδελφής του, ότι όμως θα καθυστερούσε, διότι, σύμφωνα με όσα υποστήριζε, εμφάνιζε πολεοδομικής φύσης εκκρεμότητας, που έπρεπε να τακτοποιηθούν, εν τέλει, περί τον Μάιο του 2011, έπαψε να έχει οποιαδήποτε επαφή με την εγκαλούσα εταιρεία και απέφευγε πλέον να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια επικοινωνίας των πληρεξούσιων δικηγόρων της μαζί του.
Κατόπιν τούτου, η εγκαλούσα στράφηκε εναντίον του δικαστικώς, υποβάλλοντας σε βάρος του την από 30/7/2011 έγκληση, ενώ κατόπιν αίτησής της, με βάση τις δύο συναλλαγματικές, εκδόθηκε εναντίον του ίδιου και του πατέρα του η υπ' αριθμόν .../2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν αλληλεγγύως και σε ολόκληρον στην εγκαλούσα το ποσό των 300.000€ νομιμοτόκως.
Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του άσκησαν ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 1352/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο κατηγορούμενος, τόσο με τους έγγραφους ισχυρισμούς του που αναπτύχθηκαν προφορικά και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, όσο και με την απολογία του, αρνείται ότι τέλεσε την πράξη η οποία του αποδίδεται, υποστηρίζει δε, μεταξύ άλλων, ότι ουδέν ποσό παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε, η δε επαφή του, κατά περίπτωση, με πελάτες της εταιρείας, γινόταν, μετά από συγκεκριμένη εντολή, την οποία λάμβανε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων προερχομένων από το λογιστήριο της επιχείρησης το οποίο και αποκλειστικώς ερχόταν σε συνεννόηση με τους πελάτες και ότι στο πλαίσιο αυτό ενεργώντας, και με βάση το ημερήσιο δρομολόγιο που του καθόριζε το λογιστήριο, ο ίδιος μετέβαινε στον κατά περίπτωση πελάτη, έχοντας ανά χείρας το μη θεωρημένο από την εφορία στέλεχος μπλοκ αποδείξεων, ενώ στη συνέχεια ενημέρωνε τους χειριστές του μηχανογραφικού ηλεκτρονικού συστήματος της εταιρείας που με τη σειρά τους προέβαιναν στις, κατά περίπτωση, καταχωρήσεις στο εν λόγω σύστημα, στο οποίο εκείνος ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόσβαση, παρά μόνο για να δει τις αναλυτικές γραμμές κάθε πελάτη και όχι για να προβεί σε ενημερώσεις και καταχωρήσεις, ότι στο λογιστήριο επίσης παρέδιδε τα μετρητά χρήματα, όπως και τις τραπεζικές επιταγές που λάμβανε από τους πελάτες ενώ για την είσπραξη των επιταγών πελατών, όταν αυτές επρόκειτο να πληρωθούν, λάμβανε προς τούτο τις υπογραφές των αρμόδιων υπαλλήλων της εταιρείας.
Σε αντίθεση, όμως, με όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, με βεβαιότητα αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ίδιος ενεργούσε και ερχόταν σε συνεννόηση με τους πελάτες της εγκαλούσας σε καθημερινή βάση με δική του πρωτοβουλία και σχεδίασμά και όχι κατόπιν προκαθορισμένων εντολών από το τμήμα του λογιστηρίου μέσω email ή με άλλο τρόπο, τούτο δε χωρίς να αποκλείεται, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι σε κάποιες συγκεκριμένες και μεμονωμένες περιπτώσεις του δίδονταν, όταν υπήρχε ειδικός λόγος, τέτοιες εντολές, όπως, επίσης, και, αν απαιτείτο, σχετική εξουσιοδότηση.
Κατά κανόνα, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στις συνεννοήσεις του με τους πελάτες της εταιρείας και ο ίδιος ήταν που, ενώ έπρεπε να προβαίνει στις δέουσες κατά περίπτωση καταχωρήσεις και ενημερώσεις στο ηλεκτρονικό μηχανογραφικό σύστημα της εταιρείας έτσι ώστε να απεικονίζεται η πραγματική κατάσταση της οφειλής κάθε πελάτη, ενεργούσε εν τελεί όπως πιο πάνω εκτέθηκε, δηλαδή, παραλείποντας ή προσαρμόζοντας τις καταχωρήσεις κατά τρόπο που να αποκρύπτεται η εξακολουθητικά διαπραττόμενη από αυτόν υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρείας, περαιτέρω τα μπλοκάκια αποδείξεων που τηρούσε, στην πραγματικότητα ήταν πρόχειρα χωρίς τάξη, έτσι ώστε να εξυπηρετείται η εγκληματική του αυτή δραστηριότητα.
Έλεγχος εξάλλου στα πεπραγμένα του δεν γινόταν, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν, ήτοι της εμπιστοσύνης που υπήρχε στο πρόσωπό του, των εταιρικών μετασχηματισμών αλλά και διότι οι οικονομικές και διοικητικές υπηρεσίες της εταιρείας βρίσκονταν έως το μήνα Σεπτέμβριο του 2009 στη Θεσσαλονίκη, παραλλήλως τα ποσά, τα οποία ο κατηγορούμενος υπεξαιρούσε ναι μεν ήταν αυτά κάθε αυτά σημαντικού ύψους, όμως, σε σχέση με τις μεγάλες και εύκολα διαπιστώσιμες οφειλές πελατών της εταιρείας και τον κύκλο συναλλαγών αυτής ήταν μικρά, με αποτέλεσμα να μη γίνουν αντιληπτές οι ενέργειες του, παρά μόνο όταν άρχισε να διενεργείται πραγματικός έλεγχος απ' την οικονομική διοίκηση της εταιρείας, ενώ έλεγχος δεν διενεργείτο ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του κατηγορούμενου ούτε καθ'ο μέρος αφορούσε στην είσπραξη των επιταγών των πελατών, δεδομένου ότι τα αρμόδια όργανα της εταιρείας που υπέγραφαν για την είσπραξή τους δεν έλεγχαν στη συνέχεια αν αυτές εν τέλει εισπράχθη καν και αν τα αντίστοιχα ποσά εισήλθαν στους λογαριασμούς της εταιρείας.
Όλα τα παραπάνω προέκυψαν με απόλυτη βεβαιότητα από το σύνολο των αποδεκτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ ουδόλως αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος για να δικαιολογήσει την, εκ μέρους του, είσπραξη των επιταγών και την μη κατάθεση αυτών σε εταιρικό λογαριασμό στην τράπεζα, καθώς και του ποσού αυτών και των μετρητών που εισέπραττε από πελάτες της αρμοδιότητάς του, ισχυρίστηκε ότι έστελνε τα χρήματα αυτά στο λογιστήριο, γιατί έτσι του είχε ζητηθεί να πράττει και ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνταν για μαύρες πληρωμές σε δωροδοκίες κλπ, στις οποίες, προέβαινε η SIEMENS Α.Ε.
Με το ισχυρισμό του αυτό, ο κατηγορούμενος επιχειρεί να καλύψει τις πράξεις του, επικαλούμενος την υπόθεση του γνωστού στο Δικαστήριο και από άλλες υποθέσεις, σκανδάλου της SIEMENS, το οποίο αφορούσε τις ποινικές ευθύνες στελεχών και υπαλλήλων της μητρικής SIEMENS AG και του δίκτυου πληρωμών που είχαν στήσει για τη σύναψη συμβάσεων και για να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης στις χώρες όπου δραστηριοποιείτο η SIEMENS A.G. , μέσω των θυγατρικών της και των, στη συνέχεια, ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν στην Ελλάδα κατά των στελεχών της SIEMENS A.G. , της θυγατρικής της στην Ελλάδα SIEMENS Α.Ε.
και ανώτερων υπαλλήλων του ΟΤΕ, που φέρονταν ότι σχετίζονταν με αυτά. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε, αποτελεί επινόηση του κατηγορούμενου, και είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς τα διατιθέμενα κονδύλια για τις δωροδοκίες κλπ προέρχονταν από την ίδια την μητρική εταιρία SIEMENS A.G.
και αφορούσαν πολύ μεγάλα ποσά που διακινήθηκαν με διάφορα συστήματα συγκάλυψης σε όλες τις χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα, σε λογαριασμούς των τότε στελεχών της SIEMENS Α.Ε. , για την περαιτέρω διάθεσή τους, σε πρόσωπα, που είχαν επιρροή για την θετική έκβαση των εκάστοτε συμφερόντων της εταιρίας στην Ελλάδα.
Επομένως, τα ποσά αυτά δεν προέρχονταν από την ίδια την SIEMENS Α.Ε. ούτε υπήρχε τέτοια ανάγκη, αφού τα χρήματα αυτά κατέβαλε η μητρική εταιρία, άλλωστε, τα χρήματα που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος αποτελούσαν ένα ελάχιστο ποσό σε σχέση με τα διακινηθέντα ποσά για δωροδοκίες, μίζες κλπ, για να καλύψουν τα οποιαδήποτε ελλείματα.
Σχετικά με τις έγγραφες ομολογίες στις οποίες αυτός προέβη, ισχυρίστηκε ότι ήταν εικονικές και υπογράφηκαν κατόπιν υπόδειξης του κ. Φ. , προκειμένου να καλυφθούν οικονομικά ελλείματα που είχαν παρουσιαστεί, λόγω του σκανδάλου της SIEMENS, με την υπόσχεση ότι δεν θα είχαν καμία νομική και πραγματική επίπτωση σε βάρος του και με αντάλλαγμα, για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο Φ.
του υποσχέθηκε, στη σχετική συζήτηση που είχαν στις 15/9/2010, μια θέση εργασίας στον όμιλο της SIEMENS στη Γερμανία με μισθό 10.000€ μηνιαίως, ότι αυτός δέχτηκε και υπέγραψε, διότι ήταν ευκολόπιστος και εμπιστευόταν τον Φ. και τα στελέχη της εταιρείας και περίμενε να υλοποιηθούν όσα του είχαν υποσχεθεί. ότι στο πλαίσιο αυτό, περιμένοντας την υλοποίηση των υποσχεθέντων, υπέγραψε και το δεύτερο εικονικό έγγραφο και ότι υπό αυτές τις συνθήκες κατέβαλε το ποσό των 320.000 ευρώ, με χρήματα που του έδωσαν αφενός η αδελφή του πουλώντας την οικία της και αφετέρου πατέρας του, ο οποίος τριτεγγυήθηκε την πληρωμή των δύο συναλλαγματικών, τις οποίες ο κατηγορούμενος είχε αποδεχθεί.
Ότι κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά, διότι ο Φ. του είχε υποσχεθεί ότι θα του επιστραφούν σύντομα και ότι μετά τις καταβολές αυτές δεν του ζήτησε να καταβάλει άλλα χρήματα, λέγοντάς του ότι δεν θα είχε καμία οικονομική και νομική επίπτωση. Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι υπέγραψε τις δηλώσεις αυτές, ενώ δεν είχε καμία πραγματική οφειλή, πεισθείς από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις των Προϊσταμένων του ότι επρόκειτο να μετατεθεί στο εξωτερικό με υψηλό μισθό και ότι υπήρχε απόλυτη αναγκαιότητα (ενόψει του σκανδάλου της εταιρίας SIEMENS) εμφάνισης εσωτερικών προβλημάτων για την υπεράσπισή της.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί του, είναι αόριστοι, δεν είναι πειστικοί και περιέχουν λογικά κενά και αντιφάσεις, περαιτέρω δεν ενισχύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε για να καλυφθούν οικονομικά ελλείματα που είχαν παρουσιαστεί εξ αιτίας της υπόθεσης με το σκανδάλο της SIEMENS, είναι προφανώς αβάσιμος και καθόλου πειστικός, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το χρηματικό ποσό της υπεξαίρεσης του κατηγορούμενου ήταν ελάχιστο σε σχέση με τα ποσά που διακινήθηκαν από την SIEMENS A.G. προς την SIEMENS Α.Ε. , για να είναι σε θέση το ποσό της υπεξαίρεσης του κατηγορούμενου να καλύψει τέτοιου είδους και ύψους οικονομικά ελλείματα.
Εξάλλου, αν οι ισχυρισμοί του αυτοί περί εικονικότητας των ομολογιών του, ήταν αληθείς, τότε, ασφαλώς, δεν θα είχε δεχθεί να προβεί στην καταβολή του ποσού των 320.000 ευρώ, χωρίς να εξασφαλίσει την άμεση επιστροφή των χρημάτων ή την καταβολή του με χρήματα που θα του έδινε η εταιρία, αφού γίνονταν όλα για την δική της εξυπηρέτηση, και, προφανώς, δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με αυτά ο κατηγορούμενος, πολύ περισσότερο δεν θα κατέβαλε το παραπάνω ποσό με χρήματα που του έδωσε η αδελφή του, βάζοντάς την να πουλήσει το σπίτι της και με ακόμη 20.000 ευρώ που είχε ο πατέρας τους για να περάσει τα γεράματά του, όπως κατέθεσε η μάρτυρας υπεράσπισης.
Ούτε θα έστελνε στο δικηγόρο της εγκαλούσας προσχέδια συμβολαίου, αποδοχή κληρονομιάς κλπ για την πώληση έτερου ακινήτου για την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού της υπεξαίρεσης. Αντιθέτως, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων καταδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις ως άνω δηλώσεις υπό το βάρος των αποδεικτικών στοιχείων που υπήρχαν σε βάρος του προκειμένου να μην κινηθεί η εταιρεία δικαστικά εναντίον του, γεγονός που συνέβη μόνο όταν εκείνος έπαψε να ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του να καλύψει το υπόλοιπο ποσό της υπεξαίρεσης και σταμάτησε να έχει επαφή με τους δικηγόρους της εγκαλούσας για τη διευθέτηση του ζητήματος.
Ακόμη ο κατηγορούμενος, με τους έγγραφους ισχυρισμούς του, ισχυρίζεται επικουρικός ότι σε κάθε περίπτωση επήλθε εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης για την οποία κατηγορείται, διότι με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιοδήποτε τρόπο από τις αρχές, ικανοποίησε εντελώς την εγκαλούσα εταιρεία. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην εγκαλούσα το ποσό των 320.000€ σε συνέχεια των έγγραφων ομολογιών του με ημερομηνίες 16/9/2010 και 1511/2010.
Ισχυρίζεται ακόμη ότι κατά τον χρόνο της επανάληψης της, δήθεν, ομολογίας του στις 15.11.2010, είχε εγχειρίσει το πρωτότυπο του σώματος συναλλαγματικής 200.000,00 με ημερομηνία λήξης την 31.03.2011 στον κ. Φ. , την οποία η μηνύτρια εταιρία έχει εις χείρας της, το ποσό των 10.000,00 ευρώ, που αφορούσε επιταγή της εταιρίας "ΗΙΤ", η οποία, κατόπιν εντολής του κ.
Φ. εισπράχθηκε από αυτόν, από την Τράπεζα ALPHA BANK και την κατέθεσε αυθημερόν στην Τράπεζα EUROBANK στον εταιρικό λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στις 28.09.2010, και ότι έχει καταβάλει σε αυτήν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα το συνολικό ποσό των Ευρώ 117.490,23, και ότι επομένως έχει ικανοποιηθεί πλήρως η εγκαλούσα για την ζημιά της και η έγκληση για το εν λόγω αδίκημα υποβλήθηκε στις 15/7/2011, ήτοι επήλθε η πλήρης ικανοποίηση αυτής πριν ακόμα από την υποβολή της έγκλησης εκ μέρους της και οπωσδήποτε πριν την εξέτασή του καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον δικαστικής η αστυνομικής αρχής.
Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου περί ικανοποίησης της παθούσας συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 381 του ισχύοντας ΠΚ, που όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς αφενός μεν με την συναλλαγματική δεν επήλθε εξόφληση του χρέους, αφού αυτή δεν πληρώθηκε ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η παραλαβή της συναλλαγματικής δόθηκε σε εξόφληση ή αντικατάσταση της οφειλής, το ποσό των 10.000,00 ευρώ, όπως αναφέρθηκε σε άλλο σημείο ήταν επιταγή πελάτη της εγκαλούσας, συνεπώς δεν μπορούσε να δοθεί για εξόφληση του ποσού της υπεξαίρεσης, που αφορούσε εισπραχθέντα, από αυτόν, ποσά που δεν κατέβαλε στην εγκαλούσα εταιρία, ενώ ο ισχυρισμός του για, εκ μέρους του, καταβολή κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα συνολικού ποσού 117.490,23 ευρώ, είναι παντελώς αόριστος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ναι μεν υπήρξε μερική ικανοποίηση της παθούσας εταιρείας κατά το ποσό των 320 χιλιάδων ευρώ, όμως, για την εφαρμογή του άρθρου 381 παράγραφος 2 νέου ΠΚ, απαιτείται, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, να έγινε εκουσίως και αυθορμήτως και να μην προκλήθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του και πάντως ο λόγος της ικανοποίησης να ήταν η μεταβολή της εγκληματικής στάσης του δράστη, δηλαδή η μεταμέλεια, προϋποθέσεις που, εν προκειμένω, δεν συντρέχουν και τούτο, διότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε στην παθούσα το πιο πάνω χρηματικό ποσό όχι με την θέλησή του και κατόπιν μεταβολής της εγκληματικής στάσης του την οποία δεν μετέβαλε ως σήμερα, αρνούμενος την τέλεσή της και επικαλούμενος αναληθείς περιστάσεις, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό συνθήκες που δεν μαρτυρούν την έμπρακτη μετάνοιά του για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο διατακτικό.". Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ, με τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ' του ΠΚ, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (ετών) με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ανωτέρω κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Νέα Κηφισιά Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 16.9.2010, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, η δε συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΣΗΜΕΝΣ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε" και ήδη με την επωνυμία "UNIFY ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.", εισέπραξε τμηματικά για λογαριασμό της από διάφορους πελάτες της το συνολικό ποσό των 550.000 ευρώ, είτε σε μετρητά είτε σε επιταγές που εμφάνισε προς πληρωμή, το ποσό δε αυτό αντί να το καταβάλει στο ταμείο της ως άνω εταιρείας ως όφειλε, το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του.
Η συνολική δε αξία του αντικειμένου των ως άνω υπεξαιρέσεων, στην οποία απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος του, ανέρχεται στο ποσό των 550.000 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.". Με τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης αντικειμένου συνολικής αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 120.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η κάθε παραδοχή, ούτε να είναι αναγκαία αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους), καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 εδ.
β' του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος , χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Επίσης, το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξεως κατ' άρθρο 381 παρ.2 ΠΚ , δεχθέν ότι δεν υπήρξε ικανοποίηση εξ ολοκλήρου, όπως ισχυριζόταν ο αναιρεσείων, παρά μόνον μερική τοιαύτη και συγκεκριμένα κατά το ποσό των 320.000 ευρώ, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί επιπλέον καταβολής ποσού 117.490,23 ευρώ ως αόριστο καθώς και τους ισχυρισμούς αυτού περί συναλλαγματικής ποσού 200.000 ευρώ και επιταγής 10.000 ευρώ ως αβάσιμους.
Επίσης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω μερική ικανοποίηση της παθούσας έγινε όχι με την ελεύθερη θέλησή του, ήτοι εκουσίως και αυθορμήτως και κατόπιν μεταβολής της εγκληματικής του στάσης, την οποία ουδέποτε μετέβαλε αρνούμενος την τέλεση της πράξης μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης στον δεύτερο βαθμό, αλλά υπό το βάρος των αποδεικτικών στοιχείων σε βάρος του.
Άλλωστε το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τη μερική κατά τα προαναφερθέντα ικανοποίηση της εγκαλούσας εταιρείας κατά την επιμέτρηση της ποινής, με την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας κατ' άρθρο 84 παρ. 2δ' του ΠΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης του ως και του περί μετατροπής της κατηγορίας σε πλημμέλημα είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση διότι το δικάσαν Δικαστήριο περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις καταβολές και λόγω παρανόησης του θέματος της λειτουργίας ,της προσβασιμότητας και του ελέγχου του ηλεκτρονικού συστήματος διαχείρισης πελατών SAP επίσης αιτιάται την προσβαλλόμενη για υπέρβασης εξουσίας, λόγω επιλύσεως προκαταρκτικού ζητήματος που υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, ως αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων , απαραδέκτως προβάλλονται ,καθόσον, υπό την επίφαση της αντιφατικής αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της καταδικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ.
Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 §2 και 333 §2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ ,αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020).
Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διάταξης που τους προβλέπει ή η επανάληψη της έκφρασης του νόμου.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους (ΑΠ 591/2024, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 722/2022). Ειδικότερα, ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες σ' αυτό υπό στοιχεία α', β' και ε' ήτοι :
α) ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια, και ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ είναι πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου.
Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ' αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1062/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 623/2023).
Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, κατά την έννοια του εδάφ. β' της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 του ΠΚ) απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη για δε το ορισμένο αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017).
Η μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 778/2025, ΑΠ 252/2022, ΑΠ 20/2020). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 20/2020).
Επίσης ως ελαφρυντική περίσταση, που επισύρει μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 του ΠΚ, θεωρείται πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν.4619/2029) ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του".
Για συντρέξει η ως άνω ελαφρυντική περίσταση πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 481/2025, ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 374/2023, ΑΠ 741/2023).
Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική, προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά του υπαίτιου, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, αλλά ατόμου το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του ΠΚ (ΑΠ 215/2025, ΑΠ 142/2023, ΑΠ 101/2022).
Περαιτέρω, κατά την παρ.3 άρθρου 84 του ισχύοντος από 1/7/2019 νΠΚ, αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, αποτελεί και η ελαφρυντική περίσταση της "μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου". Κατά την Αιτιολογική Έκθεση (σελ.23) "Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία μας εναρμονίζεται προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέτρα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ)". Ο καθορισμός της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει βάσει ενός ακριβούς ανώτατου ορίου προσδιοριζόμενου κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, όπως το διακύβευμα και η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή ακόμη η συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών και των διαδίκων, ο αριθμός των κατηγορουμένων και ο αριθμός των κατηγοριών που αποδόθηκαν σε αυτούς, καθώς και η διάρκεια και η βαρύτητα των πράξεων που προσάπτονται στα πρόσωπα αυτά, καθόσον η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή η παρελκυστική συμπεριφορά της υπεράσπισης μπορούν να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν υπερβολικά μακρά διάρκεια (ΑΠ 658/2024, ΑΠ 1513/2023, ΑΠ 626/2023, ΑΠ 1583/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατέθεσε δια του συνηγόρου του στα πρακτικά έγγραφο αυτοτελών ισχυρισμών για την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α`, β' και ε' ΠΚ, τους οποίους (ισχυρισμούς) ο συνήγορός του αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε και προφορικά, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής και οι οποίοι καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά.
Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία:
"...Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το αίτημα του κατηγορούμενου για αναγνώριση του ελαφρυντικού του 84 παρ. 2α δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, διότι, όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 85811/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης που τελέστηκε στις 18/4/2010 και η οποία αποκλείει την ως άνω επικαλούμενη ελαφρυντική περίσταση.
Περαιτέρω η εξακολουθητική και με ιδιαίτερα τεχνάσματα αξιόποινη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε με μοναδικό σκοπό την αποκόμιση παράνομου "περιουσιακού οφέλους, δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι αυτός στη διάρκεια του χρόνου σέβεται τα έννομα αγαθά και συμπεριφέρεται με τις επιταγές του νόμου, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως παραφωνία, σε σχέση με τον υπόλοιπο βίο του. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα.
Περαιτέρω το αίτημα του κατηγορούμενου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παράγραφος 2β πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, διότι, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, ουδόλως προέκυψε ότι στην πράξη του αυτή, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από κάποια των λοιπόν περιστάσεων που αναφέρονται στην διάταξη αυτή, αντίθετα, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι μοναδικός του σκοπός ήταν η αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Άλλωστε, όσα σχετικώς επικαλείται ο κατηγορούμενος συνιστούν άρνηση της κατηγορίας που έχουν κριθεί με το σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης (και όχι κράτησης), προϋποθέτει επίκληση κα απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης που έχει τελέσει κα σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ20/2020), ήτοι (να προταθούν και να αποδειχθούν), πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.
Απαιτείται, δηλαδή για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψη έκνομης συμπεριφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της, επί μακρό χρόνο καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (84 παρ. 2 ε του ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί καθόσον ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς.
Πρέπει, όμως, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 δ' ΠΚ, καθόσον προσπάθησε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και επέστρεψε ένα μέρος των χρημάτων που είχε παρακρατήσει, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Αναφορικά με το αίτημα του κατηγορούμενου για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης (84 παρ. 3 ΠΚ), λεκτέα τα εξής : Κριτήριο για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο και εφόσον το ποινικό δικαστήριο θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, υποχρεούται να χορηγήσει το εν λόγω ελαφρυντικό, ενώ να το απορρίψει όταν δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή.
Για να αποφανθεί, όμως, το Δικαστήριο σχετικά πρέπει να έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και, σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο υποβληθείς σχετικός ισχυρισμός του κατηγορούμενου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθ. 84 παρ. 3 του ΠΚ, συνίσταται κατά πιστή αντιγραφή στο ότι: "Από την αναδίφηση στην συγκεκριμένη ποινική δικογραφία και τις συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκε αυτή από την υποβολή της έγκλησης της μηνύτριας κατά το έτος 2011 μέχρι και σήμερα, αποδεικνύεται ότι η διάρκεια αυτής υπήρξε αδικαιολόγητα μακροχρόνια, χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητά μου και παρά το γεγονός ότι εγώ ήδη από το χρονικό σημείο της ανάκρισης στερήθηκα ουσιαστικά υπηρεσιών πραγματικής υπεράσπισης από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως άλλωστε είναι εμφανές τόσο από τις φερόμενες "ομολογίες" μου, όσο και από την απόρριψη τακτικών αγωγών λόγω ερημοδικίας μου που είχαν ασκηθεί από τον αρχικά παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο μου (οράτε προσαγόμενες στον υπό στοιχεία Ν υποφάκελο που κατέθεσα ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τις με αριθμούς 378/2015 και 2005/2015 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες απέρριψαν αντίστοιχες αγωγές μου κατά της μηνύτριας εταιρίας λόγω ερημοδικίας μου από την έλλειψη υποστήριξης από τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο μου).
Όπως δε προκύπτει και από τα Πρακτικά και απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό 735/2020 (ήδη εκκαλούμενης), η πολυπλοκότητα της υπόθεσης μόνο κατά την εκδίκασή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου είχε σαν συνέπεια επτά (7) αλλεπάλληλες συνεδριάσεις (06.05.2019, 21.06.2019, 17.09.2019, 05.11.2019,20.11.2019, 16.01.2020 και 06.02.2020) από τις οποίες κατά την πρώτη συνεδρίαση προέκυψε λόγος αναβολής στο πρόσωπό μου λόγω εισαγωγής στο Αρεταίειο Νοσοκομείο για εκτέλεση χειρουργικής προγραμματισμένης επέμβασης βουβωνοκηλών.
Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με την πρόσφατη πλέον νομολογία των Ποινικών Δικαστηρίων, είναι προφανές ότι, συντρέχει στο πρόσωπό μου η αποδοχή του ως άνω ελαφρυντικού με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 84 του Π.Κ. , διότι η διαδρομή 15 σχεδόν ετών από την φερόμενη τέλεση της πράξεως, όπως και οι ενέργειες της μηνύτριας να υποβάλει έγκληση μετά παρέλευση ενός (1) και πλέον έτους από αυτήν, σε συνδυασμό με την ανυπαίτια εκ μέρους μου καθυστέρηση, δικαιολογεί απόλυτα την αποδοχή του ως άνω ελαφρυντικού από το Δικαστήριό Σας".
Με αυτό το περιεχόμενο, όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αόριστος, διότι δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά (πόσες φορές αναβλήθηκε η υπόθεση, λόγους αναβολής, χρόνους προσδιορισμού της), τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι η μη εύλογη διάρκεια της διαδικασίας δεν οφείλετο σε υπαιτιότητα του.
Ενώ τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται είναι αβάσιμα, και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του ότι κατά την ανάκριση στερήθηκε πραγματικής υπεράσπισης από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν είναι αληθής, αφού, αντίθετα, από την απολογία του και το απολογητικό του υπόμνημα αποδεικνύεται ότι είχε αυτός υπεράσπιση, κατά την οποία προέβαλε τους ίδιους, εν πολλοίς, ισχυρισμούς που προέβαλε και κατά την ακροαματική διαδικασία, περαιτέρω άσκησε μηνύσεις κατά των μαρτύρων της παρούσης δίκης για συκοφαντική δυσφήμηση, οι οποίοι, τελικώς, αθωώθηκαν αμετάκλητα, και άσκησε αγωγές κατά αυτών, οι οποίες απορρίφθηκαν, και δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή το ότι αυτές απορρίφθηκαν, λόγω της ερημοδικίας του.
Ο ισχυρισμός του, τέλος, για καθυστερημένη υποβολή της έγκλησης από την εγκαλούσα είναι απορριπτέος, αφού ο ίδιος επιδίωξε την μη κατάθεση της έγκλησης και την καθυστέρησή της, γι' αυτό, άλλωστε, προέβη στις εξώδικες ομολογίες του και τις καταβολές τις οποίες πραγματοποίησε, αλλά και τις, στη συνέχεια, ψευδείς υποσχέσεις του περί ολοσχερούς εξόφλησης, γεγονότα που αιτιολογημένα καθυστέρησαν την υποβολή της εγκλήσεως, πέραν της ανάγκης, πριν την κατάθεσή της, της ολοκλήρωσης των διαδικασιών επαλήθευσης των υπεξαιρεθέντων ποσών, διαδικασία χρονοβόρα, λόγω της ανάγκης διασταύρωσης των στοιχείων μέσω των πελατών και των τραπεζών.
Επομένως, ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί.". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και με πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τους προαναφερθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα αφού δέχθηκε: α) για το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, ότι ο αναιρεσείων είχε τελέσει στο παρελθόν και άλλη αξιόποινη πράξη, και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 85811/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης 6 (έξι) μηνών για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης, ως και ότι τα περιστατικά τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε δεν συνηγορούν ότι αυτός σέβεται τα έννομα αγαθά και συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου β) για το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2 β' ΠΚ, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αφορούν την επί της ενοχής κρίση του ουδόλως προέκυψε ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, αλλά αντίθετα ότι σκοπός του αναιρεσείοντος ήταν η αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, γ) για το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2 ε' ΠΚ ότι δεν έγινε επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών από τα οποία να συνάγεται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης ο εκ του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ ισχυρισμός προτάθηκε αορίστως καθόσον ο αναιρεσείων δεν εξέθετε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα δεν παρέθεσε την διαδικαστική διαδρομή της ποινικής υπόθεσης, με εξειδίκευση των περιπτώσεων αναβολών και των λόγων κάθε αναβολής, ώστε να μπορεί να κριθεί ότι η μη εύλογη διάρκεια της διαδικασίας δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά του.
Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, εκ περισσού δε απάντησε και τον απέρριψε αφενός μεν, ως αόριστο , αφετέρου δε κάνοντας αναφορά στην χρονοβόρα διαδικασία ολοκλήρωσης των διαδικασιών επαλήθευσης των υπεξαιρεθέντων ποσών, λόγω της ανάγκης διασταύρωσης των στοιχείων μέσω των πελατών και των τραπεζών.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του ΚΠΔ, τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', ε' και παρ. 3 του ΠΚ είναι αβάσιμος.
Τέλος, σχετικά με την αναιρετική αιτίαση περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84&2 δ ΠΚ και την εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος η επιβολή από το δικαστήριο της ποινής κάθειρξης των 6 (έξι) ετών για την ως άνω πράξη, μετά την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, στερεί την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας και ενδεικνύει εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 84&2 δ ΠΚ, είναι αβάσιμη, καθόσον η επιβληθείσα ποινή ευρίσκεται εντός του υπό των διατάξεων των άρθ. 83 δ), 84 και 79 Π.Κ.
προβλεπομένου πλαισίου ποινής.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2024 με αριθμό πρωτ. .../2024 αίτηση του Κ. Α. του Π. , κατοίκου ... (οδός ...), ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης … , για αναίρεση της με αριθμ. 957/2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ