Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of specific appeal reasons regarding unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the Court of First Instance's decision on procedural grounds. The appellant failed to provide specific reasons in the appeal regarding the rejection of the unjust enrichment claim, rendering the second-instance court's review incomplete. Consequently, the case was remitted to the same Court of First Instance for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 580, 595 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific reasons for the lower court's decision; failure to do so regarding a contested claim renders the appeal inadmissible on that point, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 28 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 28/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα - Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γκολφινοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11214/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΟλΑΠ 927/1982, AΠ 1647/2018, ΑΠ 524/2008).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του ΑΚ, καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος (ΑΠ 466/2013).
Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία.
Αντίθετα με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του.
Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 494/2021, ΑΠ 670/2019, ΑΠ 292/2019).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί.
Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 494/2021).Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την ΑΚ 288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1231/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν της από 21-7-2009 διακήρυξης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, που απευθύνθηκε σε έχουσες τα νόμιμα προσόντα εργοληπτικές επιχειρήσεις ..., πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά την 1-9-2009 μειοδοτικός διαγωνισμός για την εκτέλεση του έργου "..." (Χωματουργικές και Δικτυακές Εργασίες), συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 531.008,03 ευρώ για τις χωματουργικές εργασίες αυτού.
Στον διαγωνισμό συμμετείχε και ο ενάγων, ο οποίος τελικώς αναδείχθηκε μειοδότης με προσφορά 333.474,65 ευρώ (έκπτωση 37,20%) και με την υπ' αριθ. 52/551/22-9-2009 απόφαση του αρμόδιου οργάνου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας (ήτοι του ...), κατακυρώθηκε η εκτέλεση του επίδικου έργου σ' αυτόν και καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη και υπογράφηκε από τους διαδίκους, τον μεν ενάγοντα ως ανάδοχο, τη δε εναγομένη ως κυρία του έργου, η από 6-10-2009 εργολαβική σύμβαση.
Με την προαναφερθείσα σύμβαση, ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση του παραπάνω έργου, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και των υπογεγραμμένων από τους διαδίκους και προσαρτημένων σ' αυτήν εγγράφων και ειδικότερα την από 21-7-2009 διακήρυξη του διαγωνισμού, την από 1-9-2009 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου περί της από αυτόν πλήρους γνώσης των συμβατικών στοιχείων της εργολαβίας και των συνθηκών εκτέλεσης του έργου και περί αποδοχής από αυτόν, χωρίς επιφύλαξη, των όρων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται σ' αυτά, το από 1-9-2009 Τιμολόγιο, όπως συμπληρώθηκε από τον ενάγοντα κατά τον παραπάνω διαγωνισμό, την από 1-9-2009 Ειδική ...
Υποχρεώσεων, την από 1-9-2009 Τεχνική Περιγραφή, την από 1-9-2009 Τεχνική ... Υποχρεώσεων και τα υπόλοιπα συμβατικά τεύχη και σχέδια του έργου. Όπως δε αναφέρεται στην ως άνω σύμβαση, όλα τα παραπάνω έγγραφα και σχέδια, τα οποία και έλαβε ο ενάγων, αποτελούν συμβατικά στοιχεία της εργολαβίας και εφόσον δεν τροποποιούνται με αυτήν (σύμβαση), περιγράφουν λεπτομερειακά το αντικείμενο της εργολαβίας, τον τρόπο, τα μέσα και τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση του έργου, τις προθεσμίες έναρξης και περάτωσης του έργου, τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του αναδόχου, τον τρόπο πληρωμής, επίβλεψης, παραλαβής κλπ.
Ειδικότερα, ο ενάγων-ανάδοχος του έργου στην από 1-9-2009 Υπεύθυνη Δήλωση του, ανέφερε, μεταξύ των άλλων: "έλαβα πλήρη γνώση των όρων που αναφέρονται στο παραπάνω αναφερόμενο έργο και των υπολοίπων τευχών της μελέτης, Διακήρυξη, Ειδική ... Υποχρεώσεων, Τεχνική ... Υποχρεώσεων, Τεχνική Περιγραφή, Σχέδια Λεπτομερειών κατασκευής, διατάξεως και θέσεως των έργων, Τιμολόγιο, Προϋπολογισμό, του Πίνακα αντιστοίχησης των άρθρων του ..., το Εποπτικό σχέδιο του έργου (κλίμακα 1:5000) και ότι αποδέχομαι ανεπιφύλακτα όλους τους όρους και τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω τεύχη...", "Ότι η προσφορά μου διαμορφώθηκε μετά από επισταμένη μελέτη των συνθηκών εκτέλεσης του έργου, των ξένων υπογείων εγκαταστάσεων που θα συναντηθούν και ειδικότερα της ιδιοσυστασίας του εδάφους...
Όλα τα πιο πάνω στοιχεία αναφερόμενα ενδεικτικά δηλώνω ότι τα έλαβα υπόψη για τον καθορισμό της προσφοράς μου μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο περατώσεως του έργου. Ότι μπορώ να διαθέσω τα απαιτούμενα μηχανικά μέσα εργασίας-μεταφοράς και το απαραίτητο εργατοτεχνικό προσωπικό για την απρόσκοπτη και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου...".
Επίσης, στο υπογραφέν από τους διαδίκους από 1-9-2009 τιμολόγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι τιμές όλων των δαπανών του εργολάβου για την πλήρη και έντεχνη εκτέλεση του έργου, γίνεται ειδική αναφορά στην έκτη παράγραφο των γενικών του όρων ότι "στις τιμές των άρθρων των επαναφορών έχει ληφθεί υπόψη ανάλογη προσαύξηση από τυχόν ανάγκη επαναφοράς σε πλάτη μεγαλύτερα των συμβατικών λόγω καταπτώσεων παρειών, φθορών, πλακών μεγαλύτερων διαστάσεων, αποσύνθεσης ή αποξήλωσης επιφανείας με πλάκες που σχηματίζουν οποιαδήποτε μορφή, σχήμα ή διάταξη κλπ ..." ενώ στο άρθρο 1000.1 αυτού που αφορά την τιμή για την κατασκευή ...
σε οποιαδήποτε θέση, όπως πεζοδρόμια, δρόμους αδιαμόρφωτους ή διαμορφωμένους, αναφέρεται ότι περιλαμβάνονται σ' αυτήν μεταξύ άλλων: "Διάνοιξη τάφρου ευθύγραμμης, καμπύλης ή τεθλασμένης, σε έδαφος οποιασδήποτε φύσεως και σκληρότητας, με τη χρήση ειδικού μηχανήματος (με τροχό) ταυτόχρονης εκσκαφής και αποσύνθεσης διαμορφωμένων επιφανειών χωρίς να αποκλείεται η εκτέλεση της εκσκαφής με μηχανικό εκσκαφέα ή και με τη χρήση εργατικών χειρών, μετά από αποσύνθεση στην περίπτωση αυτή αλλά και όπου αλλού απαιτείται κάθε τύπου και πάχους καταστρώματος και υποστρώματος πεζοδρομίου ή οδού (ενδεικτικά αναφέρεται άσφαλτος, σκυρωτό, πλάκες, κυβολιθόστρωτο, σκυρόδεμα κλπ), μεταφορά και απόρριψη των προϊόντων αποσυνθέσεως και καθαρισμός και εναπόθεση των τυχόν ακατάλληλων για επαναχρησιμοποίηση υλικών εν γένει χωρίς να εξαιρείται η εξόρυξη βράχου οποιασδήποτε σκληρότητας, με μόρφωση του πυθμένα σε ένα επίπεδο...".
Περαιτέρω, στην από 1-9-2009 Τεχνική ... Υποχρεώσεων (Παράγραφος 3.11) αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι "Όλες οι τιμές του ... για εκσκαφή τάφρων και σκαμμάτων αλλά και για εργασίες σύνθετες στις οποίες περιλαμβάνονται και εργασίες εκσκαφών, ισχύουν για εκσκαφές που γίνονται σε έδαφος οποιασδήποτε σκληρότητας και με χρήση οποιουδήποτε μέσου (μηχανήματος, εργαλείου, εργατικών χειρών κλπ) με χρησιμοποίηση ή μη εκρηκτικών υλών...ο εργολήπτης πριν από την κατάθεση της προσφοράς του οφείλει να λάβει υπόψη του τις τοπικές συνθήκες, τη μορφολογία, τη φύση και σκληρότητα του εδάφους, στοιχεία που πρέπει να έχει εξετάσει επιτόπου με κάθε λεπτομέρεια, μαζί με όποιο άλλο στοιχείο απαιτείται για την προεκτίμηση της συνολικής δαπάνης του έργου...Ο εργολήπτης δεν δικαιούται καμιάς εκ των υστέρων (κατά την εκτέλεση του έργου) αλλαγής της τιμής, επειδή θα έχει συναντήσει κατά τις εκσκαφές διαφορετικό είδος εδάφους, ή συνθήκες εκσκαφής διαφορετικές εν γένει από αυτές που υπολόγιζε" καθώς και ότι "Οι επιμετρήσεις γενικά των εργασιών εκσκαφής, θα γίνονται σε κυβικά μέτρα (μ3), βάσει των συμβατικών διαστάσεων διατομής τάφρων ή σκαμμάτων μετά τη μόρφωση του πυθμένα, τον έλεγχο των διαστάσεων, της εφαρμογής της μελέτης και των εντολών του επιβλέποντος.
Μεγαλύτερες διαστάσεις από τις συμβατικές, για οποιοδήποτε λόγο και αν πραγματοποιήθηκαν, δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον δεν δόθηκε γραπτή εντολή του επιβλέποντα για αύξηση τους". Επίσης στην ίδια ως άνω Τεχνική ... Υποχρεώσεων και δη στην παράγραφο 9.6 αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι: "Οι επαναφορές εν γένει επιμετρούνται σε μέτρα τετραγωνικά, βάσει των συμβατικών διαστάσεων.
Καμία απαίτηση δε δικαιούται να εγείρει ο εργολάβος για πρόσθετη αποζημίωση λόγω επαναφοράς διαμορφωμένης επιφάνειας σε μεγαλύτερο του συμβατικού πλάτος ή σποραδικότητας των εργασιών, δεδομένου ότι έχει υπολογιστεί, μετά από έρευνα της περιοχής εκτελέσεως του έργου, ανάλογη προσαύξηση στις τιμές της μελέτης, από τυχόν επαναφορές σε πλάτη μεγαλύτερα των συμβατικών, λόγω καταπτώσεων, φθορών μεγαλύτερων διαστάσεων πλακών, αποσυνθέσεως περισσότερων σειρών πλακών κλπ καθώς και λόγω σποραδικότητας των εργασιών, όπως καθορίζεται και στους Γενικούς Όρους του ...".
Τέλος, στην από 1-9-2009 Τεχνική Περιγραφή και συγκεκριμένα στα σκαριφήματα με τίτλο "..." υποδεικνύονταν οι διαστάσεις των εν λόγω ... σε πλάτος 10 εκ. και βάθος 45 εκ. (10X45 εκ), η οποία θα έπρεπε να κατασκευαστεί σε μήκος 26.500 μέτρων περίπου (βλ. σχετ. και την από 1-9-2009 Υπεύθυνη Δήλωση του ενάγοντος), η τιμή ανά μέτρο μήκους της οποίας καθορίσθηκε, με το άρθρο 1000.1 του ..., στο ποσό των 5,49 ευρώ.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι ο ενάγων απέστειλε προς την αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, τις από 20-7-2010 με αριθ. χρον. 3076/5-8-2010 και από 22-9-2010 με αριθ. χρον. 3672/22-9-2010 επιστολές του, με τις οποίες επικαλούμενος ότι κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών του έργου, αποκαλύφθηκε σε σημαντικό μήκος της όδευσης κατασκευής των ..., η ύπαρξη υποκείμενου κυβολιθόστρωτου (παλαιά συμμαχική οδός), που μετέβαλε το αντικείμενο των εκσκαφών των ...
και τη διατομή τους και ειδικότερα ότι, λόγω της ιδιαίτερης σκληρότητας του υλικού και του κατακερματισμού του κυβολιθόστρωτου σε μικρότερα τμήματα λίθων, αναγκάσθηκε να μεταβάλει τη δεδομένη από την Τεχνική Περιγραφή τυπική διατομή από 10X45 εκ. σε πολλαπλάσιες διατομές με πλάτος επιφανειακό 27, 28, 30 και 35 εκ.
και ενδιάμεσο επίσης πολλαπλάσιο με ακανόνιστες σπηλαιώσεις μέχρι και βάθος 45 εκ., λόγω του ότι το ειδικό μηχάνημα που αυτός χρησιμοποιούσε (εκσκαφέας με εξάρτημα οδοντωτού τροχού) όποτε έβρισκε αντίσταση κατά τη διαδικασία διάτρησης του οδοστρώματος, έπρεπε να μετακινεί-αναμοχλεύει τους ασύνδετους μεταξύ τους κυβόλιθους, δημιουργώντας σπηλαίωση με αποτέλεσμα να ανακύπτουν διευρυμένες (πολλαπλάσιες της αρχικής) διατομές που έπρεπε να γεμίζουν με περισσότερες ποσότητες μπετόν και ασφαλτικού από τις προβλεπόμενες και ότι λόγω των αυξημένων διατομών που κατασκευάστηκαν σε μήκος 10.460 μ.μ.
και 5.241,41 μ.μ., επιβαρύνθηκαν αναλόγως και οι εργασίες των εκσκαφών, των φορτοεκφορτώσεων, του εγκιβωτισμού με σκυρόδεμα και της επαναφοράς με ασφαλτοσκυρόδεμα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ποσότητα των εκτελούμενων εργασιών, ζήτησε να εγκριθεί η σχετική δαπάνη εκτέλεσης των επιπλέον εργασιών, συνολικού ποσού 82.622,17 ευρώ, με σκοπό να του αποδοθεί το ανωτέρω ποσό με το οποίο επιβαρύνθηκε σχετικά.
Τα ανωτέρω αιτήματα του απορρίφθηκαν από την εναγομένη, το πρώτο με την υπ' αριθμ. ... απαντητική επιστολή του Προϊσταμένου Τμήματος ... Δικτύων Προϊστ. ... Υπηρεσίας και το δεύτερο σιωπηρά, με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη πρόσθετη δαπάνη λόγω διευρυμένης διατομής της ..., είχε προβλεφθεί και είχε περιληφθεί στα υπογραφέντα από τους διαδίκους συμβατικά τεύχη (Τιμολόγιο, Τεχνική ...
Υποχρεώσεων) ενώ είχε αποκλεισθεί σ' αυτά οποιαδήποτε πρόσθετη αποζημίωση για ανάλογες εργασίες. Κατά των αποφάσεων αυτών, ο ενάγων υπέβαλε προς την Επιβλέπουσα Υπηρεσία της εναγομένης και σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού Εκτελέσεως Έργων Ο.Τ.Ε., τις υπ' αριθμ. ... και 4707/6-12-2010 ενστάσεις του, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν με απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας και στη συνέχεια άσκησε σύμφωνα με την παρ. 3 επ.
άρθρου 12 του Κανονισμού Εκτελέσεως Έργων Ο.Τ.Ε., τις υπ' αριθμ. ... και ... αιτήσεις επίλυσης διαφωνίας, οι οποίες και πάλι απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση της εναγομένης. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκτέλεση του έργου συνέτρεξε, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών από εμπόδια που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, τα οποία άλλαξαν τον τρόπο κατασκευής του έργου και επιβάρυναν υπέρμετρα το κόστος εκτέλεσης του σε σημείο τέτοιο που να επέρχεται υπέρμετρη ζημία που υπερβαίνει τον εμπορικό κίνδυνο που ανέλαβε κατά την κατάρτιση της σύμβασης.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αποκάλυψη του υποκείμενου κυβολιθόστρωτου σε σημαντικό μήκος της όδευσης κατασκευής του αγωγού, μετέβαλε το αντικείμενο των εργασιών των ... και τη διατομή τους, αφού, λόγω της σκληρότητας του υλικού και του κατακερματισμού του κυβολιθόστρωτου σε μικρότερα τμήματα λίθων, αναγκάστηκε να αλλάζει όχι μόνο τη δεδομένη από την Τεχνική Περιγραφή διατομή, από 10X45 εκ.
σε πολλαπλάσιες διατομές, αλλά στην ουσία και όλον τον τρόπο της κατασκευής σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη μελέτη και στα συμβατικά στοιχεία του έργου (απαιτήθηκε χρήση διαφορετικού μηχανήματος, περισσότερο υλικό-αμμοχάλικο-μπετόν για την πλήρωση των τάφρων κλπ). Από τα προαναφερθέντα έγγραφα που απετέλεσαν ενιαίο σύνολο με την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, προκύπτει ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε ιδιοσυστασίας του εδάφους και δήλωσε ότι έχει τη δυνατότητα να διαθέσει οποιοδήποτε μηχανικό μέσο απαιτηθεί για την απρόσκοπτη και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου (περ. 5 της από 1-9-2009 υπεύθυνης δήλωσης), στις ορισθείσες με το από 1-9-2009 τιμολόγιο, τιμές επαναφοράς, περιελήφθη και η δαπάνη για οποιαδήποτε επαναφορά χρειασθεί σε πλάτη μεγαλύτερα των συμβατικών επί διανοίξεων που θα πραγματοποιηθούν με τη χρήση ειδικού μηχανήματος (με τροχό) αλλά και με μηχανικό εκσκαφέα ή και με τη χρήση εργατικών χειρών, σε κάθε τύπου και πάχους καταστρώματος και υποστρώματος πεζοδρομίου ή οδού [(μεταξύ των οποίων και κυβολιθόστρωτου) παρ. 6 και άρθρο 1000.1 αυτού] ενώ απεδέχθη τον σχετικό όρο της Τεχνικής ...ς Υποχρεώσεων περί του ότι δεν δικαιούται καμίας εκ των υστέρων (κατά την εκτέλεση του έργου) αλλαγής της τιμής, επειδή θα έχει συναντήσει κατά τις εκσκαφές διαφορετικό είδος εδάφους, ή συνθήκες εκσκαφής διαφορετικές εν γένει από αυτές που υπολόγιζε.
Συνεπώς, οι επιπλέον επικαλούμενες και μη αμφισβητηθείσες από την εναγομένη εργασίες, εντάσσονταν στις προβλεφθείσες από τη σύμβαση και τα προσαρτημένα σ' αυτή έγγραφα, συμφωνίες, οι οποίες αφορούσαν δαπάνη επαναφοράς επί διανοίξεων οποιασδήποτε ιδιοσυστασίας εδάφους σε πλάτη μεγαλύτερα των συμβατικών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ενόψει του καθορισθέντος συμβατικώς ως άνω περιεχομένου των υποχρεώσεων του ενάγοντος, οι συνθήκες εκτέλεσης του έργου δεν κατέστησαν διαφορετικές από τις συμβατικώς προβλεφθείσες ή τις δυνάμενες να προβλεφθούν από κάθε καλόπιστο υποψήφιο εργολήπτη, σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί ότι επήλθε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών και επομένως δεν συντρέχουν εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 200 και 288 του Αστικού Κώδικα....
Επιπλέον ο ενάγων με σχετικό λόγο της έφεσης του προς επίρρωση του αγωγικού του ισχυρισμού περί ύπαρξης εμποδίου μεταγενέστερου την κατάρτισης της σύμβασης, που επέφερε τη θετική του ζημία, ισχυρίζεται ότι η αποκατάσταση της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε, επιβάλλεται και βάσει της παρ. 3 του άρθρου 8 του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων της εναγομένης, που διέπει και την επίδικη σύμβαση.
Στο άρθρο 8 του εν λόγω Κανονισμού, ορίζεται: "παρ. 1. Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Παρ. 2. Στην εγκεκριμένη δαπάνη του έργου περιλαμβάνεται και ποσόν για απρόβλεπτες δαπάνες (απρόβλεπτα) με το οποίο καλύπτονται οι πρώτες αναγκαίες για το έργο υπερβάσεις δαπανών που προκύπτουν...από εργασίες που είναι αναγκαίες για την τεχνικά και λειτουργικά άρτια ολοκλήρωση του έργου...παρ. 3.
Αν η αρτιότητα ή η λειτουργικότητα του έργου επιβάλλει την αύξηση των ποσοτήτων των συμβατικών εργασιών ή την εκτέλεση εργασιών μη προβλεπομένων στη Σύμβαση, και το απαιτούμενο ποσό για την εκτέλεση τους υπερβαίνει το ποσό της εγκεκριμένης δαπάνης του έργου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες για τα απρόβλεπτα κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτέλεσει και τις επί πλέον αυτές εργασίες με τις συμβατικές τιμές-εφόσον πρόκειται για αύξηση των συμβατικών ποσοτήτων-ή με νόμιμα καθοριζόμενες τιμές νέων εργασιών-εφόσον πρόκειται για εργασίες μη προβλεπόμενες στη Σύμβαση-μέχρις επιπλέον ποσοστού ίσου με το τριάντα τοις εκατό (30%) της ως άνω εγκεκριμένης δαπάνης του έργου...παρ. 5.
Όλα τα όρια και ποσοστά του παρόντος άρθρου αναφέρονται στην εγκεκριμένη δαπάνη του έργου στην οποία όπως έχει καθορισθεί ανωτέρω έχουν συμπεριληφθεί και "οι απρόβλεπτες δαπάνες" ή "απρόβλεπτα"...". Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον οι επίδικες δαπάνες εμπίπτουν στις οριζόμενες από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου απρόβλεπτες δαπάνες από εργασίες που ήταν αναγκαίες για την τεχνικά και λειτουργικά άρτια ολοκλήρωση του έργου και δεν αποτελούν δαπάνες πέραν των απρόβλεπτων της παρ. 2, για τις οποίες προβλέπεται αποζημίωση κατά τους ορισμούς της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, προϋπόθεση, άλλωστε, που ούτε ο ενάγων επικαλείται.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που στην ίδια κρίση κατέληξε, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων από τον ενάγοντα με τον σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης του, απορριπτόμενων ως αβασίμων." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή του λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ .
Έτσι που έκρινε το εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή ή μη στην προκειμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που επιβάλλει ή αποκλείει, αντίστοιχα, την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον δέχθηκε ασαφώς ότι οι συνθήκες εκτέλεσης του έργου δεν κατέστησαν διαφορετικές από τις συμβατικώς προβλεφθείσες ή τις δυνάμενες να προβλεφθούν από κάθε καλόπιστο υποψήφιο εργολήπτη, σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί ότι επήλθε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, αποκλειστικά και μόνον, επειδή οι ένδικες εργασίες εντάσσονταν στις προβλεφθείσες από τη σύμβαση και τα προσαρτημένα σ' αυτή έγγραφα συμφωνίες, οι οποίες αφορούσαν δαπάνη επαναφοράς επί διανοίξεων οποιασδήποτε ιδιοσυστασίας εδάφους σε πλάτη μεγαλύτερα των συμβατικών, χωρίς ωστόσο α) να προβεί σε σύγκριση των συνθηκών, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, με τις συνθήκες οι οποίες ανέκυψαν εκ των υστέρων κατά την εκτέλεση της οφειλόμενης από τον αναιρεσείοντα παροχής, ενόψει της αποκάλυψης του υποκείμενου κυβολιθόστρωτου σε σημαντικό μήκος της όδευσης κατασκευής του αγωγού, και β) χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές αναφορικά με το αν οι σχετικοί όροι της σύμβασης συνιστούσαν ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων, με την οποία ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση εκπλήρωσης της παροχής του, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, ακόμη και στην περίπτωση της συγκεκριμένης ως άνω διαπίστωσης, αναλαμβάνοντας ο ίδιος το σχετικό κίνδυνο, σε καταφατική δε περίπτωση, αν η μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης αποκάλυψη του υποκείμενου κυβολιθόστρωτου σε σημαντικό μήκος της όδευσης κατασκευής του αγωγού μετέβαλε ή όχι το αντικείμενο των εργασιών των ...
και τη διατομή τους, με συνέπεια την αλλαγή του τρόπου κατασκευής του έργου και αν τούτο επιβάρυνε ή όχι υπέρμετρα το κόστος εκτέλεσης του σε σημείο τέτοιο που να επέρχεται υπέρμετρη ζημία του αναιρεσείοντος, η οποία υπερβαίνει τον εμπορικό κίνδυνο που αυτός ανέλαβε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, με αποτέλεσμα, λόγω των ανωτέρω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, να μη μπορεί να κριθεί, αν τελικώς το ανωτέρω γεγονός επέφερε τόσο μεγάλη μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως και των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής του αναιρεσείοντος, στο μέτρο που αυτή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, που να ανέτρεψε πλήρως τις αρχικές συνθήκες εκτέλεσης του έργου και να δικαιολογεί, με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, τη δικαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, με μετακύλιση στην αναιρεσίβλητη του επιπλέον κατασκευαστικού κόστους, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται, υπό τη συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων, ακόμη και στην περίπτωση που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος, από τον αριθ. 19 (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αριθ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, παρελκούσης της εξέτασης του δεύτερου λόγου αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 8 παρ. 3 του Κανονισμού Εκτέλεσης Έργων της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού πρώτου λόγου.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Συνεπώς, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1529/2001).
Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και της αντέφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου αυτής που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1462/2019, ΑΠ 781/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την επικουρικά σωρευόμενη βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος και δεν ήλεγξε την ορθότητα της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το κεφάλαιο με το οποίο απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμη.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 11214/2014 απόφασης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της από 7.8.2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, η επικουρικώς σωρευθείσα βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη, πλην, όμως, ο αναιρεσείων δεν περιέλαβε στην έφεσή του κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σαφή και συγκεκριμένο σχετικό λόγο εφέσεως, μη αρκούσης της γενομένης γενικής μνείας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εφόσον η γενική αυτή διατύπωση δεν συναρτάται και με την απόδοση συγκεκριμένου σφάλματος αναφορικά με την ερμηνεία των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, η οποία είχε ερευνηθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ούτε και άφησε αδίκαστη αίτηση και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος, από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα, και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον αφορά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά τα προεκτεθέντα.
Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ