Legislator Case Law & Legislation
28/2023 AI generated

28/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 28/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

28/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την άσκηση αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012).

Keywords

AI generated
fixed-term work work subject to authorization duration of incapacity Sunday work authorization seasonal work permit official work
AI generated
25/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
589/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
1747/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
960/2018
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν.
1364/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 28 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 28/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Χατζούλη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) … και 3) Α. Α. του Ε., κατ. ….., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1500/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3543/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-11-2021 (αριθ. κατάθεσης 9162/ 1129/22-11-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 3543/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1500/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 8-3-2006 (αριθ. κατάθεσης 47090/992/2006) αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και β) αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και 1) αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών και 3) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία των τελευταίων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη λύση της σχέσης εργασίας. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013).

Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε, αν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιούμενου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006).

Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την άσκηση αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 65/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β' του ίδιου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρώτη παράγραφο του υπ' αριθ. 5 σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προβλεπόμενης από αυτήν τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών με το εναγόμενο Δημόσιο είχαν λυθεί στις 31-12-1999 και η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της προαναφερόμενης προθεσμίας.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι τον ως άνω ισχυρισμό προέβαλε νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ακολούθως επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις τρεις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (περ. α') ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (περ. γ') ούτε, άλλωστε, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (περ. β' στην οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ο κρινόμενος λόγος κατ' εκτίμηση του δικογράφου), καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με την εμπρόθεσμη άσκηση της ένδικης αγωγής τα εξής: "Κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, οι ενάγουσες - εκκαλούσες εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και προσέφεραν σε αυτό τις υπηρεσίες τους ως αρχαιολόγοι η πρώτη και η τρίτη και ως συντηρήτρια έργων τέχνης η δεύτερη, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 11-2-1999 έως 1-11-1999 και έληγαν τον Δεκέμβριο του έτους 2005, τις προσδιοριζόμενες για κάθε σύμβαση ημερομηνίες, αποτελούσαν δε στην πραγματικότητα ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι ενάγουσες κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, απασχολούμενες όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί του, ωστόσο αφ' ης έληξε η διάρκεια και της τελευταίας των επίδικων συμβάσεών τους, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι τις συμβάσεις τους, προκειμένης όμως ακυρότητας των υπ' όψιν καταγγελιών, ως μη γενομένων κατά το νόμο, ήτοι εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Βάσει των ανωτέρω, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επίσης να αναγνωριστεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ...... η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημά της, παραδεκτώς ασκηθείσα εντός της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ...", από τις ανωτέρω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 παρ. 1 του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο, αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως από αυτές προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7 και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001).

Επακολούθησε ο νόμος 2190/1994, με το άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, και των άρθρων 5 και 11 του σε εφαρμογή της Οδηγίας εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφουν τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ/τος δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής.

Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/1011 και 8/2011).

Αντιθέτως, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής) και που παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 829/2019, ΑΠ 1196/2017, ΑΠ 1005/ 2017).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 ορίζεται ότι "1.- Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.- Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.- Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που τη δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν.

Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του. 4.- Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου".

Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007) και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της ως άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολούμενου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημόσιου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ. 1 ότι "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση." Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης." (ΑΠ 15/2022, ΑΠ 538/2020, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Ν. 476/1943 "Περί της εν ….", ο οποίος κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 321/30-5-1946 (Α' 186), η ιδρυθείσα το έτος 1837 στην Αθήνα …. Εταιρεία, "αναγνωρίζεται ως επιστημονικόν ίδρυμα και είναι ...

νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενον εις την εποπτείαν του Υπουργείου των Θρησκευμάτων και της Εθνικής Παιδείας". Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "1. Σκοπός της Εταιρείας είναι ο οριζόμενος διά του Οργανισμού αυτής του εψηφισμένου υπό της Γεν. Συνελεύσεως των Εταίρων και εγκεκριμένου διά Διατάγματος, η δε εκτέλεσις αυτού απολαύει της προστασίας των κειμένων νόμων. 2.

Προς επιτυχίαν του σκοπού αυτής η …. Εταιρεία κατ' απόφασιν του Συμβουλίου αυτής και μετ' έγκρισιν του επί των Θρησκευμάτων και της Εθνικής Παιδείας Υπουργού, όπου αύτη απαιτείται υπό των κειμένων περί αρχαιοτήτων νόμων, προβαίνει εις πάσαν αρχαιολογικήν εργασίαν σχετικήν προς την ανεύρεσιν, συντήρησιν, μελέτην και δημοσίευσιν αρχαίων μνημείων κατά την χρονικήν έννοιαν ην ορίζει εκάστοτε περί τούτων ο Οργανισμός αυτής. 3.

Ωσαύτως η … Εταιρεία επιδιώκει την ενίσχυσιν του υπέρ του αρχαίου εθνικού πολιτισμού ενδιαφέροντος και της περί αυτού σπουδής διά παντός μέσου, ... 4. Η … Εταιρεία ουδεμίαν ασκεί κρατικήν διοίκησιν", στο άρθρο 3 ότι: "1. Τα της διοικήσεως της εν … Εταιρείας ρυθμίζει ο υπό της Γενικής Συνελεύσεως των Εταίρων αυτής συντεταγμένος, τροποποιούμενος ή συμπληρούμενος εκάστοτε υπ' αυτής και δι' αρμοδίου Διατάγματος προτάσει του Υπουργού των Θρησκευμάτων και της Εθνικής Παιδείας εκδιδομένου εγκρινόμενος οργανισμός αυτής. 2.

Η οικονομική διαχείρισις της … Εταιρείας διεξάγεται συμφώνως προς τον Οργανισμόν αυτής, αποκλειομένης πάσης άλλης ελεγκτικής διατυπώσεως, ο δε ετήσιος αυτής απολογισμός υποβάλλεται προς την Γεν. Συνέλευσιν των Εταίρων ήτις είναι μόνη αρμοδία, όπως εγκρίνη αυτόν, άτε της … Εταιρείας αποτελούσης αρχήθεν νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου", στο δε άρθρο 4 ότι: "Η ….Εταιρεία ένεκα της συγχωνεύσεως του λαχείου αυτής μετά του λαχείου του Εθνικού Στόλου και των εκ τούτου μετέπειτα προελθόντων Κρατικών Λαχείων έχει δικαιώματα επί των καθαρών προσόδων των Λαχείων του Κράτους κατά το εκάστοτε υπό των οικείων νόμων οριζόμενον ποσοστόν, όπερ όμως δεν δύναται οπωσδήποτε να είναι κατώτερον των είκοσιν εκατοστών των καθαρών προσόδων των Κρατικών Λαχείων".

Ο Οργανισμός, βάσει του οποίου διοικείται η …. Εταιρεία, ο οποίος εγκρίθηκε με το β.δ. της 2-5/9-6-1959 (Α' 111) και τροποποιήθηκε σε λεπτομερειακά θέματα με το β.δ. 502/1966 (Α' 126), το π.δ. 83/1991 (Α' 33) και το π.δ. 333/1991 (Α' 118), ορίζει στο άρθρο 1, με τίτλο "Σκοπός της Εταιρείας", τα εξής: "Η εν έτει 1837 συσταθείσα ... εν …. Εταιρεία, αναγνωρισθείσα διά του Νόμου 476/1943 ως Επιστημονικόν Ίδρυμα και Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου, υπαγόμενον εις την εποπτείαν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σκοπόν έχει να συνεργή:

α) Εις την ανεύρεσιν, συλλογήν, συντήρησιν, διαφύλαξιν, αναστήλωσιν, επισκευήν και επιστημονικήν έρευναν των εν Ελλάδι και ταις Ελληνικαίς χώραις μνημείων της αρχαιότητος, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανικών, βυζαντινών και λοιπών μνημείων των μέχρι της Ελληνικής Επαναστάσεως. β) Εις την μελέτην του βίου των αρχαίων και την εξερεύνησιν της βυζαντινής και μεσαιωνικής αρχαιολογίας και τέχνης και γ) εις διέγερσιν εν γένει παρ' ημίν διαφέροντος υπέρ των καλών τεχνών και διάδοσιν γνώσεων περί της ιστορίας της αρ+χαίας και της νεωτέρας τέχνης.

Προς εκτέλεσιν των ειρημένων η Εταιρεία προβαίνει κυρίως εις ανασκαφικάς, μουσειακάς και άλλας σχετικάς εργασίας, έτι δε και εις αρχαιολογικάς εκδρομάς και επιστημονικάς διαλέξεις και ανακοινώσεις, εις ίδρυσιν εν Αθήναις Μουσείου εκμαγείων και ειδικής Σχολής διδασκαλίας της ιστορίας της τέχνης, εις διδασκαλίαν αρχαίων ελληνικών δραμάτων και πάν άλλο μέσον συντελεστικόν, κατ' απόφασιν του Συμβουλίου, προς τον ανωτέρω σκοπόν.

Φροντίζει προς τούτοις η Εταιρεία προς πλουτισμόν της Βιβλιοθήκης αυτής, εκδίδει την Αρχαιολογικήν Εφημερίδα και τα ενιαύσια Πρακτικά και προβαίνει, κατ' απόφασιν του Συμβουλίου, εις την έκδοσιν και άλλων δημοσιευμάτων σχετιζομένων προς τον κατά τα ανωτέρω σκοπόν της Εταιρείας... Η …. Εταιρεία ουδεμίαν ασκεί κρατικήν διοίκησιν".

Περαιτέρω, στο μεν άρθρο 6 του Οργανισμού ορίζεται ότι "Πόροι της Εταιρείας είναι α) αι υποχρεωτικαί ετήσιαι εισφοραί των τακτικών εταίρων και τα τέλη εγγραφής αυτών εν τω μητρώω, β) το υπέρ της Εταιρείας ποσοστόν εκ των προσόδων των κρατικών λαχείων, γ) αι υπό του Κράτους ή άλλων νομικών ή φυσικών προσώπων εισφοραί, δωρεαί και κληροδοτήματα, δ) πάσα εκ της περιουσίας της εταιρείας πρόσοδος, ε) αι εκ της πωλήσεως της ….

Εφημερίδος, των Πρακτικών της Εταιρείας και παντός άλλου δημοσιεύματος πρόσοδοι, στ) παν άλλον απρόβλεπτον έσοδον", στο δε επόμενο άρθρο 7 ότι: "Η Εταιρεία διοικείται υπό Συμβουλίου ενδεκαμελούς. Εκ των συμβούλων οκτώ εκλέγονται συμφώνως τω άρθρω 31 του Οργανισμού υπό της Γενικής Συνελεύσεως των τακτικών εταίρων, των εχόντων δικαίωμα ψήφου κατά το άρθρον 5..." και στο άρθρο 12 ότι: "1) Το Συμβούλιον α) βουλεύεται και αποφαίνεται επί των σχετιζομένων προς το έργον και τον σκοπόν της Εταιρείας, β) μεριμνά περί των χρηματικών πόρων και της ορθής χρήσεως αυτών κατά τας διατάξεις του Οργανισμού, γ) αποφαίνεται περί εκτελεστέων ανασκαφών και συνενούμενον μετά του Υπουργείου μεριμνά περί της εκτελέσεως τούτων, περί αναστηλώσεως, επισκευής και συντηρήσεως αρχαίων μνημείων, περί ιδρύσεως και επισκευής Μουσείων, προβάλλει δε και γνώμην προς το οικείον Υπουργείο, περί πάσης προς τας αρχαιότητας σχετιζομένης εργασίας, δ) αποφαίνεται περί αποδοχής ή μη των προς την Εταιρείαν δωρεών και κληροδοτημάτων, ε) αγοράζει παντός είδους αρχαία κινητά, προς δε και τα ακίνητα προς ανασκαφήν ή διάσωσιν και συντήρησιν των αρχαιοτήτων, στ) μεριμνά περί της επιστημονικής ερεύνης των αρχαιοτήτων και της επιστημονικής δημοσιεύσεως των πορισμάτων μετά των ανευρισκομένων επιγραφών και των σχεδίων και των απεικονίσεων μνημείων..., ζ)...

ι) αποφαίνεται περί πάσης γενομένης δαπάνης πάντοτε επί τη βάσει δικαιολογητικών και εντός των ορίων του προϋπολογισμού, ια) εκτελεί πάσαν άλλην εργασίαν επιβαλλομένην αυτώ υπό του Οργανισμού και ιβ) ψηφίζει τας αναγκαίας πιστώσεις διά τα έργα της εταιρείας και καθορίζει τον τρόπον της εκτελέσεως τούτων και της χρηματικής διαχειρίσεως...".

Το ως άνω ΝΠΙΔ αποτελεί επιστημονικό καθίδρυμα, το οποίο δεν αποβλέπει στην παροχή υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (πρβλ. ΑΠ 20/2006, 132/2007, 1917/2007, 675/2014, 227/2016), αλλά σε επιστημονικούς και ερευνητικούς σκοπούς (εξερεύνηση, διαφύλαξη, μελέτη και προβολή των μνημείων της αρχαιότητας, καθώς και των χριστιανικών, βυζαντινών και λοιπών μνημείων μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, μελέτη του βίου των αρχαίων και της βυζαντινής και μεσαιωνικής αρχαιολογίας και τέχνης και ενίσχυση του ενδιαφέροντος του κοινού για την αρχαία και μεταγενέστερη, μέχρι την Επανάσταση, ελληνική τέχνη και ιστορία) και δραστηριότητες (ανασκαφικές έρευνες, μουσειακές και λοιπές σχετικές εργασίες, εκδόσεις, διοργάνωση διαλέξεων και αρχαιολογικών εκδρομών κ.α.), που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο και εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, υπό την έννοια ότι επικουρούν το Κράτος, χωρίς να το υποκαθιστούν, στην εκπλήρωση της κατά το Σύνταγμα αποστολής του προς προαγωγή της τέχνης και επιστήμης, ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των πολιτών και προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 476/1943 και του άρθρου 1 του Οργανισμού της, η …. Εταιρεία "ουδεμίαν ασκεί κρατικήν διοίκησιν", ενώ, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 12 του αυτού Οργανισμού, το Κράτος ουδόλως επεμβαίνει στον ορισμό του ενδεκαμελούς Συμβουλίου, στο οποίο ανατίθεται η διοίκηση αυτής, ούτε ασκεί, κατά τα ρητώς οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 476/1943, οιονδήποτε έλεγχο επί της οργάνωσης και λειτουργίας της εταιρείας ή της διαχείρισης των οικονομικών της, της κατ' άρθρο 1 του Ν. 476/1943 και άρθρο 1 του ως άνω Οργανισμού κρατικής εποπτείας επ' αυτής περιοριζομένης στις περιπτώσεις εκτέλεσης αρχαιολογικών έργων, για τα οποία αυτή (….

Εταιρεία) ενεργεί ως φορέας, με επιβλέποντες αρχαιολόγους μέλη της. Εξάλλου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ως άνω Οργανισμού, βασικούς πόρους της …. Εταιρείας αποτελούν η εκμετάλλευση της ατομικής της περιουσίας, οι εισφορές και τα τέλη εγγραφής των μελών της, καθώς και τα έσοδα από τις εκδόσεις της, δεν λαμβάνει δε τακτική κρατική επιχορήγηση από τον δημόσιο προϋπολογισμό, αλλά, κατ' εξαίρεση, συγκεκριμένα κονδύλια για την κατά τα ανωτέρω εκτέλεση ορισμένων μεγάλων αρχαιολογικών έργων, ενώ το δικαίωμα αυτής επί ποσοστού "εκ των προσόδων των κρατικών λαχείων" αποτελεί, κατά τα ρητώς οριζόμενα στο άρθρο 4 του Ν. 476/1943, αντιστάθμισμα για την κατάργηση παλαιού λαχείου της εταιρείας "λόγω συγχωνεύσεως μετά του λαχείου του Εθνικού Στόλου και των εκ τούτου μετέπειτα προελθόντων Κρατικών Λαχείων" (ΣτΕ 2264/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 542/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3543/2021 απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ως κατωτέρω πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη ενάγουσα εργάστηκε στη … από 11/10/1999 έως 31/12/1999, αμειβόμενη από τις πιστώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, για τη στερέωση της … του …, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα από 1/6/2000 μέχρι 30/11/2001, από 17/6/2002 μέχρι 27/12/2004 και από 12/7/2005 μέχρι 9/12/2005 εργάστηκε για την "…" -επιστημονικό ίδρυμα (ΝΠΙΔ), υπαγόμενο στο Υπουργείο Πολιτισμού-, με την ειδικότητα της αρχαιολόγου, στις … του …, που τελούν υπό την εποπτεία της …, η δεύτερη ενάγουσα εργάστηκε στην … από 1/11/1999 έως 31/12/1999 και στη Διεύθυνση …..

από 2/5/2003 έως 31/12/2003, ως συντηρήτρια έργων τέχνης, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα από 20/1/2000 έως 31/12/2000, από 15/1/2001 έως 30/11/2001, από 15/5/2002 μέχρι 31/12/2002, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 2003, από 15/10/2004 έως 31/12/2004 και από 1/6/2005 έως 15/12/2005 εργάστηκε για την "…", με την ως άνω ειδικότητά της, στις … του …., η τρίτη ενάγουσα, τέλος, εργάστηκε, επίσης, στην ανασκαφή της ….στο …, με την ειδικότητα της αρχαιολόγου, κατά τα διαστήματα από 11/2/1999 έως 30/11/2001, από 20/3/2002 έως 20/12/2003 και από 20/9/2004 έως 16/12/2005, η ως ανωτέρω δε απασχόληση των εναγουσών, η οποία ξεκίνησε πριν την έναρξη ισχύος των παραπάνω διατάξεων, έλαβε χώρα στο πλαίσιο συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες, ωστόσο, πραγματικά, αποτελούσαν ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς οι ενάγουσες κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού - όπερ αποδεικνύεται από τη μακροχρόνια, για εφτά (7) έτη περίπου και σχεδόν αδιάλειπτη απασχόλησή τους για λογαριασμό του - και άραγε εργοδότης τους ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί του, είχαν δε οι συμβάσεις τους προσλάβει, πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, που δεν εφαρμόζονται στην υπ' όψη περίπτωση, τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα προεκτεθέντα, το εναγόμενο, όμως, όταν έληξε η διάρκεια και της τελευταίας συμβάσεως καθεμιάς ενάγουσας, σταμάτησε να δέχεται την εργασία τους, καταγγέλλοντας έτσι, σιωπηρά, τις συμβάσεις τους, προκειμένης ακυρότητας των εν λόγω καταγγελιών, ως μη γενομένων κατά τον νόμο -ήτοι εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης-, υποχρεούμενου, ως εκ τούτου, του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, απειλούμενης χρηματικής ποινής 100 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης αυτής της υποχρέωσης.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεκτών γενομένων, ως βασίμων, των σχετικών λόγων της υπό κρίση εφέσεως, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, προς εκδίκαση κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ακολούθως, δε, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνωριζόμενης, δε, της ακυρότητας των επιδίκων καταγγελιών των συμβάσεών τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, απειλούμενης χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης αυτής της υποχρέωσης, η δε δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179, 183)." Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 εδ.

α' και 3 του Ν. 2112/1920, 14 παρ. 1 και 21 του Ν. 2190/1994, της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 1999/70/ΕΚ, των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, 648, 669 και 672 του ΑΚ και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ερμηνεύοντας εσφαλμένα αυτές και δεχόμενο ότι στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 669 και 672 ΑΚ.

Και τούτο, διότι με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου: Α) Η πρώτη ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, ως αρχαιολόγος, στο εναγόμενο Δημόσιο και δη στη … … από 11-10-1999 έως 31-12-1999, ενώ ακολούθως παρείχε τις υπηρεσίες της στην "εν …. Εταιρεία" από 1-6-2000 έως 30-11-2001, από 17-6-2002 έως 27-12-2004 και από 12-7-2005 έως 9-12-2005, η οποία όμως δεν αποτελεί κρατικό φορέα περιλαμβανόμενο στο δημόσιο τομέα κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, αλλά ΝΠΙΔ το οποίο δεν ασκεί κρατική διοίκηση, ενώ το Κράτος δεν επεμβαίνει στον ορισμό του ενδεκαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου του ούτε ασκεί οποιονδήποτε έλεγχο επί της οργάνωσης και λειτουργίας αυτού ή της διαχείρισης των οικονομικών του, της κρατικής εποπτείας επ' αυτού περιοριζομένης στις περιπτώσεις εκτέλεσης αρχαιολογικών έργων, για τα οποία αυτό ενεργεί ως φορέας, με επιβλέποντες αρχαιολόγους μέλη του, όπως προεκτέθηκε.

Κατά συνέπεια, μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου είχε καταρτιστεί μόνο μία σύμβαση ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας αυτή παρείχε στο τελευταίο τις υπηρεσίες της ως αρχαιολόγος από 11-10-1999 έως 31-12-1999 και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ αυτής και του εναγομένου, οι οποίες κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επειδή εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δημοσίου.

Β) Η δεύτερη ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, ως συντηρήτρια έργων τέχνης, στο εναγόμενο Δημόσιο και δη στην …. …. Προϊστορικών και …. από 1-11-1999 έως 31-12-1999 και στη Διεύθυνση …. από 2-5-2003 έως 31-12-2003, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-1-2000 έως 31-12-2000, από 15-1-2001 έως 30-11-2001, από 15-5-2002 μέχρι 31-12-2002, από τον Φεβρουάριο 2003 μέχρι 1-5-2003, από 15-10-2004 έως 31-12-2004 και από 1-6-2005 έως 15-12-2005 παρείχε τις υπηρεσίες της στην "….", η οποία όμως δεν αποτελεί κρατικό φορέα, όπως προελέχθη.

Κατά συνέπεια, μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου είχαν καταρτιστεί μόνο δύο συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων αυτή παρείχε στο τελευταίο τις υπηρεσίες της ως συντηρήτρια έργων τέχνης από 1-11-1999 έως 31-12-1999 και από 2-5-2003 έως 31-12-2003. Δεδομένου δε, ότι μεταξύ των ως άνω δύο συμβάσεων μεσολαβούσε μεγάλο χρονικό διάστημα και δη τριών ετών και τεσσάρων μηνών, στη διάρκεια του οποίου αυτή συνήψε τέσσερις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με την "….", κατά τα προεκτεθέντα, οι εν λόγω δύο συμβάσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως διαδοχικές (ΑΠ 9/2022, ΑΠ 993/2018, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/2015) και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του εναγομένου, οι οποίες κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επειδή εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δημοσίου.

Γ) Η τρίτη ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της, ως αρχαιολόγος, από 11-2-1999 έως 30-11-2001, από 20-3-2002 έως 20-12-2003 και από 20-9-2004 έως 16-12-2005 στην "…", η οποία όμως δεν αποτελεί κρατικό φορέα, όπως προελέχθη. Κατά συνέπεια, μεταξύ της τρίτης ενάγουσας και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και δη κατά τα υπ' αριθ. 1 έως 4 σκέλη του, με τα οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του Ν. 2112/1920, 21 και 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, 103 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του Π.Δ. 164/2004, δεχόμενο ότι οι μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου συναφθείσες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είχαν ήδη προσλάβει, πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του Π.Δ. 164/2004, τον χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3543/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου (τελευταίου) λόγου αναίρεσης, καθώς και της δεύτερης παραγράφου του υπ' αριθ. 5 σκέλους του πρώτου λόγου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 8-3-2006 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμω αβάσιμη και αναιρείται η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3543/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε αντίθετα, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το εν λόγω Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 11-8-2020 και με αριθ. έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 58241/4644/2020 έφεση των εκκαλουσών κατά της υπ' αριθ. 1500/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 8-3-2006 και με αριθμό κατάθεσης 47090/992/2006 αγωγή αυτών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Τέλος, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου Δημοσίου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δημοσίου για την αναιρετική δίκη, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3543/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 11-8-2020 (αριθ. έκθεσης κατάθεσης 58241/4644/2020) έφεση κατά της υπ' αριθ. 1500/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου Δημοσίου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ