28/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated28/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτό, όταν η διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί εννοιολογικώς με ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016).
Full text
Απόφαση 28 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 28/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Ε., 2) Ε. Γ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανωλάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κοσμά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2101/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 2-5-2018 (1486/117/4-5-2018) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 2101/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Εξάλλου, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 138 του Α.Κ., που ορίζουν ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά και ότι δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 369, 1509 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της συμβάσεως γονικής παροχής και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, ακινήτου, προκύπτει ότι, σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως γονικής παροχής ακινήτου και της ενωμένης με εκείνη συμβάσεως μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, του εν λόγω ακινήτου από τον γονέα στο τέκνο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δε παράγει έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι καθεαυτή ορισμένη και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας αγωγικού ισχυρισμού, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (Α.Π. 291/2018, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 563/2016, Α.Π. 1807/2009, Α.Π. 874/1996, Α.Π. 475/1991, Α.Π. 731/1980).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να αναφέρονται ο σκοπός ή τα αίτια, συνεπεία των οποίων καταρτίστηκε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 του Α.Κ. ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη σε βάρος των δανειστών του (όπως απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 939 του Α.Κ.) ή γενικότερα πρόθεση εξαπατήσεως (Α.Π. 752/2020, Α.Π. 713/2006, Α.Π. 1247/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο, απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό -τον οποίο προέβαλαν τόσον πρωτοδίκως, με τις έγγραφες προτάσεις τους όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με λόγο έφεσης- της επικουρικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί εικονικότητας της επίδικης μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, για το λόγο ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα με βάση τη διάταξη του άρθρου 138 περ.α' του Α.Κ., ήτοι, στην επίκληση, μόνον, της εικονικότητας της δικαιοπραξίας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 30-5-2013 (16184/21-6-2013) αγωγής προκύπτει ότι, με την επικουρική βάση της, η αναιρεσίβλητη διώκει την αναγνώριση της απόλυτης ακυρότητας της μεταβίβασης της κυριότητας του στο δικόγραφο περιγραφόμενου ακινήτου από τον πρώτο προς το δεύτερο των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων, λόγω γονικής παροχής, για το λόγο ότι "η μεταβίβαση είναι εικονική γιατί έγινε φαινομενικά μόνο, χωρίς πρόθεση μεταβιβάσεως, ενώ πραγματικά η κυριότητα του ακινήτου εξακολουθεί να παραμένει στον πρώτο εναγόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 138 Α.Κ.".
Περαιτέρω, από την, κατά την ως άνω διάταξη, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο, επί του ως άνω περί αοριστίας της επικουρικής βάσης του αγωγικού δικογράφου λόγου έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, διέλαβε ότι "Η κρινόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, αρκεί η επίκληση της εικονικότητας, αφού, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον σ' αυτή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές ορθώς το Εφετείο δέχθηκε ως ορισμένη την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης εκτιθέμενα, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής, αρκεί η επίκληση του γεγονότος ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με το ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί, πράγματι, στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης σύμβασης, ενώ αποτελεί στοιχείο της ουσίας το αν θα αποδειχθεί ή όχι ότι οι συμβληθέντες είχαν γνώση και βούληση, κατά το χρόνο καταρτίσεως της ως εικονικής προσβληθείσας δικαιοπραξίας, να συνάψουν εικονική σύμβαση, η οποία δεν θα παράγει έννομες συνέπειες.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την ορθή νοηματική διατύπωσή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτό, όταν η διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί εννοιολογικώς με ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016).
Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Δυνάμει της με αριθμ. 2193/10-2-1997 κύριας σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 150.000.000 δρχ., της με αριθμ. ... πρόσθετης πράξης αύξησης του ορίου της πίστωσης κατά 280.000,00 ευρώ και με νέο όριο πίστωσης τα 1.000.000 ευρώ, της με αριθμ. ...
πρόσθετης πράξης αύξησης του ορίου πίστωσης κατά 500.000,00 ευρώ και με νέο όριο πίστωσης κατά 1.500.000 ευρώ και της με αριθμ. ... πρόσθετης πράξης αύξησης του ορίου της πίστωσης κατά 500.000,00 ευρώ και με νέο όριο πίστωσης τα 2.000.000 ευρώ, οι οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο, η ενάγουσα χορήγησε στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." τις προαναφερθείσες πιστώσεις, των οποίων έκανε χρήση στο σύνολό τους.
Στην κύρια σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής συμβλήθηκε ως εγγυητής ο πρώτος εναγόμενος, ομόρρυθμος εταίρος της πιστούχου εταιρείας, ο οποίος εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που η πιστούχος ανέλαβε με την παραπάνω σύμβαση, την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών της πίστωσης και το οριστικό κλείσιμό της, παραιτούμενος από το ευεργέτημα της δίζησης και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα, δεσμευόμενος και από κάθε αναγνώριση χρέους από την πιστούχο...
Ωστόσο, η ως άνω πίστωση δεν εξυπηρετήθηκε προσηκόντως από την πιστούχο, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να κλείσει τους προαναφερθέντες λογαριασμούς στις 25-1-2012, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε οριστική καθυστέρηση... και συνολικά υπόλοιπο ποσό 1.297.716,37 ευρώ. Κατόπιν αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε σε βάρος της πιστούχου και του πρώτου εναγομένου η με αριθμό 24339/2012 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω να της καταβάλουν το ποσό των 1.279.716,37 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού με επιταγή προς πληρωμή της άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο για πρώτη φορά στις 8-11-2012 και για δεύτερη φορά στις 12-12-2012..., χωρίς να ασκηθεί ανακοπή. Από το έτος 2010 η πιστούχος εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες στην αντιμετώπιση των οικονομικών της υποχρεώσεων...
και αφού ήδη η τελευταία είχε αναγνωρίσει, στις 30-6-2010... τα χρεωστικά υπόλοιπα των τεσσάρων λογαριασμών, συνολικού ύψους 902.334,64 ευρώ, με τις συνέπειες της ως άνω αναγνωρίσεως να βαραίνουν παρακολουθηματικά και τον πρώτο εναγόμενο, ως εγγυητή, αυτός (πρώτος εναγόμενος), διαβλέποντας το οριστικό κλείσιμο των προαναφερθέντων λογαριασμών, έσπευσε να μεταβιβάσει στον υιό του, δεύτερο των εναγομένων, την κυριότητα του παρακάτω ακινήτου, που αποτελούσε τη μοναδική του περιουσία.
Ειδικότερα, με το με αριθμ. 3295/12-11-2010 συμβόλαιο γονικής παροχής..., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον υιό του, δεύτερο εναγόμενο, ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα (κατοικία)..., που βρίσκεται στην περιοχή ..., Δημοτικής Ενότητας ..., Δήμου ..., Περιφερειακής Ενότητας ... Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ως άνω σύμβαση γονικής παροχής δεν καταρτίστηκε στα σοβαρά, αλλά, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών, καταρτίστηκε φαινομενικά -κατ' επίφαση και χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συναλλακτική πρόθεση προς μεταβίβαση της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου στο δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση ότι μεταβιβάστηκε πράγματι η κυριότητα του ακινήτου στον τελευταίο, έτσι ώστε οι δανειστές του πρώτου εναγομένου να μην έχουν δυνατότητα λήψης αναγκαστικών μέτρων σε βάρος του εν λόγω ακινήτου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου θεμελιώνεται στο γεγονός ότι ο επικαλούμενος ως σκοπός της γονικής παροχής, ήτοι η οικονομική αποκατάσταση και η οικονομική αυτοτέλεια του δεύτερου εναγομένου, ενόψει του επικείμενου γάμου του, δεν αποδείχθηκε, αφού ο δεύτερος εναγόμενος δεν έχει τελέσει γάμο και εξακολουθεί να διαμένει στο ένδικο ακίνητο με τους γονείς του, οι οποίοι επίσης συνεχίζουν να το χρησιμοποιούν ως πρώτη κατοικία.
Ενώ, το γεγονός της απομάκρυνσης του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του από το εν λόγω ακίνητο για δύο έτη (2011 και 2012), δεν μπορεί να θεμελιώσει αντίθετη κρίση, αφού από το έτος 2013 αυτοί εξακολουθούν να διαμένουν σ' αυτό. Ο δε δεύτερος εναγόμενος, διαμένοντας στην ίδια κατοικία με τους γονείς του, ασφαλώς γνώριζε τις επαγγελματικές δραστηριότητες του πρώτου εναγομένου, πατέρα του.
Ούτε δε το γεγονός ότι το ακίνητο αυτό δηλώνεται στην Εφορία και εμφανίζεται στους λογαριασμούς της Δ.Ε.Υ.Α. ... στο όνομα του δεύτερου εναγομένου, δύναται να θεμελιώσει αντίθετη κρίση, αφού ο δεύτερος εναγόμενος εμφανίζεται (εικονικά) ως κύριος αυτού. Ακόμη ούτε το γεγονός ότι, με την με αριθ. 28242/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για το ποσό του 1.000.000 ευρώ σε ακίνητο της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας, η οποία έχει ήδη (στις 21-2-2013) τραπεί σε υποθήκη, παραλλάσσει την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου.
Τούτο δε διότι, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό καλύπτει την προαναφερόμενη απαίτηση... αφετέρου δε ο πρώτος εναγόμενος, ως εγγυητής, ευθύνεται, όπως προαναφέρθηκε, ως πρωτοφειλέτης έναντι της ενάγουσας και το μεταβιβασθέν με γονική παροχή ακίνητο αποτελούσε τη μοναδικό περιουσία του...".
Με βάση αυτές τις ως άνω επαρκείς, σαφείς, χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις ή αντιφάσεις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 2252/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς την επικουρική βάση της και είχε αναγνωριστεί ως απολύτως άκυρη, λόγω εικονικότητας, η μεταξύ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων καταρτισθείσα δικαιοπραξία μεταβιβάσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο στο δεύτερο, λόγω γονικής παροχής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι αβάσιμος κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του και ειδικότερα, γιατί το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του στη μη τέλεση γάμου εκ μέρους του δευτέρου εξ αυτών, ώστε να συντρέχει λόγος χωριστής αυτού εγκατάστασης, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι αυτός εξακολουθεί να διαμένει στην ίδια οικία με τους γονείς του, οι οποίες αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν επιδέχονται μομφή για ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.
Πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2018 (1486/117/4-5-2018) αίτηση των 1) Μ. Γ. του Ε. και 2) Ε. Γ. του Μ. για αναίρεση της 2101/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ