Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation determination, ruling state liable for EU-funded works.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against a final expropriation compensation order. The appellants argued the state was liable for EU-funded public works, but the court found the expropriation process was already completed with compensation paid. Consequently, the court held the matter fell under the Ministry of Development's jurisdiction rather than the Ministry of Finance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18-21 of Law 2882/2001; The expropriation of land for EU-funded public works, where the compensation process is concluded, falls under the Ministry of Development's jurisdiction and not the Ministry of Finance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 28 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 28/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Χ. Τ., θυγ. Ν. Ζ. και 2) Χ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Λαγγουρέτου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο η 1η των αναιρεσιβλήτων αναγράφτηκε λανθασμένα ως "...θυγ. Ν. Ζ." αντί του ορθού "...θυγ. Ζ. Ν.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2012 αίτηση (διαδικασία απαλλοτριώσεων) καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-10-2013 συμπληρωματική αίτησή τους (αναιρεσιβλήτων). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6979/2014 εν μέρει οριστική και 2204/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-5-2018 (αρ. κατ.4524/391/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2204/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ.18 έως 21 ν. 2882/2001, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ•577 παρ•3 ΚΠολΔ)• Παραδεκτά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης αναιρεσίβλητης που έγινε στο ακροατήριο διορθώθηκαν τα στοιχεία αυτής όπως φέρονται στην αίτηση αναίρεσης από το εσφαλμένο Α. συζ. Χ. Τ. θυγ. Ν. Ζ. στο ορθό Α. συζ. Χ. Τ. θυγ.Ζ. Ν..
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών μαζί με άλλους διαδίκους και κατά του αναιρεσείοντος την από 15-5-2012 με αρ.
κατάθεσης 381/2012 αίτηση τους με την οποία νόμιμα επανέφεραν το αίτημα τους περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας τους με αρ. Κ.Π. … που απαλλοτριώθηκε δυνάμει της με αρ…./…-9-2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα και με την οποία κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημοσίας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την διαπλάτυνση και βελτίωση των γεωμετρικών στοιχείων της επαρχιακής οδού 40 στους Δήμους Παιανίας, Σπάτων και Αρτέμιδος συνολικής έκτασης 99.692,87 τ.μ.
στο τμήμα Β αυτής με δαπάνη αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών και για τα οποία απαλλοτριωθέντα είχε καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδος με την με αρ. 1021/07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οριστική τιμή μονάδος με την με αρ. 5868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και με την οποία (τελευταία απόφαση) είχε απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, το παραπάνω αίτημα.
Επί της αίτησης αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 14-10-2014 συμπληρωματική αίτηση των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η με αρ. 6979/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η συμπληρωματική αίτηση και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναβληθείσης κατά τα λοιπά ως προς τους αναιρεσίβλητους της έκδοσης οριστικής απόφασης.
Με την από 26-3-2015 κλήση τους και μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την πιο πάνω αίτηση τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε μερικά δεκτή η αίτηση των αναιρεσιβλήτων..
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε απαράδεκτα κατά του αναιρεσείοντος το οποίο μετά την ισχύ του ν. 3852/2010 δεν νομιμοποιείτο παθητικά στην σχετική δίκη, ισχυρισμό τον οποίο νόμιμα πρότεινε ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου.
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις που προτείνονται σε κάθε στάση της δίκης.
Ακόμη η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο η ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αντίθετα, δεν νοείται, ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία απλώς για αναγνώριση πραγματικών περιστατικών ή για αναγνώριση προϋποθέσεων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής έννομου συμφέροντος οπό τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.
Ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Δηλαδή κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Η νομιμοποίηση του διαδίκου όμως όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. (ΑΠ Ολομ. 25/2008, ΑΠ Ολομ. 18/2005, ΑΠ 458/2017, ΑΠ 334/2016, ΑΠ 208/2015, ΑΠ 772/2014).
Εξάλλου, με το π.δ. 51/1987 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ.61 ν.1622/1986 για την τοπική αυτοδιοίκηση - περιφερειακή ανάπτυξη και δημοκρατικός προγραμματισμός μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου καθορίστηκαν οι δεκατρείς (13) περιφέρειες μεταξύ των οποίων και η περιφέρεια Αττικής στις οποίες διαιρείται η χώρα, ως αποκεντρωμένες μονάδες διοίκησης του κράτους για τοv σχεδιασμό, προγραμματισμό και συντονισμό της περιφερειακής ανάπτυξης.
Ακόμη με το αρθρ.1 παρ.1 ν. 2503/1997 για τη Διοίκηση, Οργάνωση, Στελέχωση της περιφέρειας ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις ορίστηκε ότι σε κάθε μία από τις περιφέρειες στις οποίες διαιρέθηκε η χώρα κατά τις διατάξεις του αρθρ.61 ν.1622/1986 και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων (βλ.
π.δ.51/1987) συνιστάται ως ενιαία αποκεντρωμένη μονάδα διοίκησης του κράτους, η Περιφέρεια, που συμβάλλει στον εθνικό σχεδιασμό και στο πλαίσιο του σχεδιάζει, προγραμματίζει και εφαρμόζει τις πολιτικές για την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη. Σε κάθε περιφέρεια παραχωρήθηκαν οι αρμοδιότητες που ασκούν οι υπηρεσίες της στη συνολική χωρική έκτασή της, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρεσιών της περιφέρειας στο νομό ή νομαρχία καθώς και οι αρμοδιότητες που ανήκουν στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας (άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ.
γ' του ν. 2503/1997). Με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου, όμως, εξαιρέθηκαν κατηγορίες αρμοδιοτήτων που παρέμειναν και διατηρήθηκαν απευθείας στην αρμοδιότητα του ΥΠΕΧΩΔΕ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οι αρμοδιότητες που αναφέρονται στα έργα που χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους, με φορέα υλοποίησης το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μέχρι την ολοκλήρωσή τους.
Ακολούθως, με το άρθρο 3 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87/7-6-2010) συστήθηκαν και συγκροτήθηκαν οι περιφέρειες ως αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που αποτελούν το δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης.
Σύμφωνα με το άρθρο 186 του ως άνω νόμου, οι αρμοδιότητες των περιφερειών αφορούν, μεταξύ των άλλων τομέων και σ' αυτόν των Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος' (παρ. ΣΤ'), στον οποίο περιλαμβάνονται και "1. Η κατασκευή, η συντήρηση και ανακαίνιση των οδών, που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, 2.
Η μελέτη των έργων συντήρησης και βελτίωσης των οδών, που η συντήρησή τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων... 14. Η ευθύνη τήρησης και παρακολούθησης της διαδικασίας κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για εκτέλεση δημοσίων έργων αρμοδιότητας περιφέρειας".
Με το άρθρο 283 παρ.2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "...Οι δήμοι και οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε πάσης φύσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα, εξαιρουμένων των εμπραγμάτων, που βάσει διατάξεων νόμων και κανονιστικών πράξεων συνδέονται με αρμοδιότητες που μεταφέρονται σε αυτούς. Όταν οι υποχρεώσεις, που προέρχονται από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αφορούν στην πληρωμή δαπανών, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι υπόχρεοι για την καταβολή τους στην περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων σχετικό παραστατικό από τους δικαιούχους ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση μέχρι 31-12- 2010 για τους δήμους ή 30-6-2011 για τις περιφέρειες.
Ομοίως, οι δήμοι και οι περιφέρειες είναι δικαιούχοι απαιτήσεων που συνδέονται με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, για τις οποίες δεν έχουν αποσταλεί οι χρηματικοί κατάλογοι προς ταμειακή βεβαίωση μέχρι τις ανωτέρω προθεσμίες. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σχετικές εκκρεμείς δίκες της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή της πρώτης κρατικής περιφέρειας συνεχίζονται, αυτοδικαίως, από το δήμο ή την περιφέρεια που αφορά το αντικείμενο της δίκης, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισής τους".
Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "από την έναρξη λειτουργίας των αποκεντρωμένων διοικήσεων καταργούνται οι περιφέρειες που έχουν ιδρυθεί με το ν. 2503/1997 και υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων περιφερειών συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών τους συνεργασιών κατά το λόγο συμμετοχής τους σ' αυτές.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τις νέες αποκεντρωμένες διοικήσεις, χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για καθεμία από αυτές". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι στις αρμοδιότητες του Τομέα ΣΤ' 'Έργων - Χωροταξίας - Περιβάλλοντος' του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 δεν περιλαμβάνονται αυτές που ρητά είχαν εξαιρεθεί με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2503/1997 από το εύρος των αρμοδιοτήτων που είχαν παραχωρηθεί στις αποκεντρωμένες διοικήσεις και παρέμειναν υπό τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και τα έργα που χρηματοδοτούνται και με κοινοτικούς πόρους, καθώς δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 186 Τομέα ΣΤ' του ν. 3852/2010 και εξακολουθούν να υπάγονται στην αρμοδιότητα, ήδη, του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου.
Τέλος, κατά την διάταξη του αρθ.559 αρ.1 εδαφ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2204/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 18-21 του ν. 2882/2001 δέχθηκε μερικά την αίτηση των αιτούντων, αφού απέρριψε τον προβληθέντα από το καθ ού - αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι αυτό δεν νομιμοποιείται παθητικά ως καθου η αίτηση.
Ειδικότερα κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού παρέθεσε τις σχετικές διατάξεις των παραπάνω νόμων (ν. 1622/1986, ν. 2503/1997, ν.3852/2010), δεχόμενο περαιτέρω ότι στις αρμοδιότητες του τομέα ΣΤ Έργων Χωροταξίας Περιβάλλοντος του άρθρου 186 ν. 3852/2010 δεν περιλαμβάνονται αυτές που ρητά είχαν εξαιρεθεί με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 2503/1997 από το εύρος των αρμοδιοτήτων που είχαν παραχωρηθεί στις αποκεντρωμένες διοικήσεις και παρέμειναν υπό τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και τα έργα που χρηματοδοτούνται και με κοινοτικούς πόρους καθώς δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρ.186 τομέα ΣΤ του ν.3852/2010 και εξακολουθούν να υπάγονται στην αρμοδιότητα ήδη του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου στην συνέχεια δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την από 26-3-2015 (3981/26-3-2015) κλήση, οι καλούντες νόμιμα επαναφέρουν προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 15-5-2012 (381/2012) αίτησή τους, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την 6979/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Με την αίτηση αυτή ζητούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος μετά τη στο δικόγραφο απαλλοτρίωση τμήματος της ιδιοκτησίας τους, σε ποσοστό 50% επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε για κάθε τετραγωνικό μέτρο εδάφους με την 5868/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καθώς και το ποσό των 45.410€, ως κατ' αποκοπή αποζημίωση για την κατασκευή ράμπας και λοιπών διαμορφώσεων.
Το καθ' ου η κλήση-καθ' ου η αίτηση (Ελληνικό Δημόσιο), με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του, ισχυρίστηκε, το πρώτον στο στάδιο αυτό της δίκης, ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον παθητικά νομιμοποιείται, αποκλειστικά και μόνον η Περιφέρεια Αττικής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 186 και 283 του ν. 3852/2010, σύμφωνα με τις οποίες η κατασκευή, η συντήρησή και η ανακαίνιση των οδών, που η συντήρησή τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων καθώς και η αρμοδιότητα τήρησης και παρακολούθησης της διαδικασίας κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης προς εκτέλεση των ανωτέρω έργων περιήλθαν στις συσταθείσες με τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου περιφέρειες, που είναι αυτοδιοικούμενα ν.π.δ.δ., οι οποίες είναι υπόχρεες προς πληρωμή των σχετικών δαπανών.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτιθέμενα. Και τούτο η στο δικόγραφο αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για την εκτέλεση έργου χρηματοδοτούμενου αποκλειστικά με κοινοτικούς πόρους (Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης), ενώ, οπωσδήποτε, δεν εντάσσεται στην περίπτωση 14 του τομέα ΣΤ' του άρθρου 186 του ν. 3852/2010 (ευθύνη της τήρησης και παρακολούθησης της διαδικασίας κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για εκτέλεση δημοσίων έργων αρμοδιότητας περιφέρειας), καθόσον η διαδικασία της ανωτέρω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης έχει ήδη περατωθεί με την παρακατάθεση της επιδικασθείσας αποζημίωσης υπέρ των δικαιούχων, όπως, άλλωστε, συνομολογεί και το καθ' ου.
Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν αφού δέχτηκε ότι η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχτηκε για την εκτέλεση έργου χρηματοδοτούμενου αποκλειστικά με κοινοτικούς πόρους (Γ κοινοτικό πλαίσιο στήριξης) ενώ η διαδικασία αυτής έχει ήδη περατωθεί με την παρακατάθεση της επιδικασθείσης αποζημίωσης υπέρ των δικαιούχων.
Κατά συνέπεια με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικό που δέχτηκε το Εφετείο, η ένδικη απαλλοτρίωση περιλαμβάνετο σε αυτές που ρητά είχαν εξαιρεθεί με το άρθρο 5 παρ.1 του ν.2503/1997 από το εύρος των αρμοδιοτήτων που είχαν παραχωρηθεί στις αποκεντρωμένες διοικήσεις και παρέμειναν υπό τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου καθώς δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρ. 186 τομέα ΣΤ ν. 3852/2010 και εξακολουθούν να υπάγονται στην αρμοδιότητα ήδη του Υπουργού Ανάπτυξης, Αγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ ακόμη, εφόσον έχει έχει περατωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης δεν εντάσσεται στην περίπτωση 14 τομέα ΣΤ άρθρ. 186 του ν. 3852/2010 και κατά συνέπεια το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά ως καθού η κρινόμενη αίτηση και όχι η Περιφέρεια Αττικής, όπως εσφαλμένα το τελευταίο ισχυρίζεται.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (όρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2204/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ