28/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΤης ενάγουσας - εκκαλούσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της εναγομένης - εφεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... S.A." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταυρούλα Τζαβάρα και Εμμανουήλ Ροδουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated28/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 21602/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που την απέρριψε (και) κατά το παραπάνω κεφάλαιο, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 14-10-2003 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αριθ. 2138/2005 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Full text
Απόφαση 28 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 28/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας - εκκαλούσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ" που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της εναγομένης - εφεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... S.A." που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταυρούλα Τζαβάρα και Εμμανουήλ Ροδουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2002 αγωγή της ήδη ενάγουσας - εκκαλούσας - καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 21602/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ενάγουσα - εκκαλούσα - καλούσα με την από 5/10/2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 592/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η ήδη ενάγουσα - εκκαλούσα - καλούσα με την από 8/6/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 523/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1185/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 1/6/2017 κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγήτρια δε ορίστηκε η Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-6-2017 κλήση της ενάγουσας-εκκαλούσας κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του τμήματος αυτού, κατά το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 523/2017 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, η από 14-10-2003 και με αριθ. εκθ. κατ. 4129/ 2003 έφεση, που άσκησε η εκκαλούσα κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 21602/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και ο από 1-3-2012 πρόσθετος λόγος αυτής.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 17-4-2002 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενη συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής μεταξύ αυτής και της εναγομένης-εφεσίβλητης, που λύθηκαν, ζήτησε, πλην άλλων, που δεν ενδιαφέρουν, την καταβολή αποζημίωσης πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, ποσού 778.687,00€.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 21602/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που την απέρριψε (και) κατά το παραπάνω κεφάλαιο, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 14-10-2003 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αριθ. 2138/2005 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 5-10-2005 αναίρεση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Το δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 592/2008 απόφασή του αναίρεσε αυτή, (μόνο) κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, ήτοι κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, με την αιτιολογία ότι η αποζημίωση αυτή στηρίζεται σε διατάξεις, που προϋποθέτουν υφιστάμενη αποκλειστική αντιπροσώπευση, ενώ οι ένδικες συμβάσεις αποκλειστικής αντιπροσώπευσης δεν ήταν ενεργές, διότι είχαν λήξει στις 31-12-1999 με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειάς τους, δεχόμενο έτσι τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης από το εφετείο των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2, 9 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 219/1991, δεδομένου ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αποζημίωση πελατείας επιδικάζεται και στην περίπτωση λύσης της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας με την πάροδο του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο.
Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 27-4-2009 κλήση της επανέφερε την από 14-10-2003 έφεσή της, κατά το αναιρούμενο μέρος, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως δικαστηρίου παραπομπής, και επιπροσθέτως άσκησε και τον από 1-3-2012 πρόσθετο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο κατά της επάλληλης απορριπτικής αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας, σύμφωνα με την οποία αποσβέσθηκε η άνω αξίωση, λόγω μη γνωστοποίησής της προς την εναγομένη εντός έτους από τη λύση των συμβάσεων.
Το εφετείο με την υπ' αριθ. 1185/2012 απόφασή του, δέχτηκε τυπικά την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο και απέρριψε αυτήν και τον πρόσθετο λόγο κατ' ουσία, με την αιτιολογία, ότι η ενάγουσα ως εμπορική αντιπρόσωπος της εναγομένης δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, διότι ουδεμία υπαιτιότητα φέρει η εναγομένη στη λύση των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 8-6-2016 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ'αριθ. 523/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η αμέσως παραπάνω εφετειακή απόφαση ως προς τα άνω κεφάλαιο της αποζημίωσης πελατείας, κατά παραδοχή των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο α) αξίωσε, ως πρόσθετη προϋπόθεση θεμελίωσης του δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας, λόγω λήξης της ορισμένου χρόνου σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, την ύπαρξη υπαιτιότητας του αντιπροσωπευομένου και εξάρτησε τη γέννηση του δικαιώματος αποζημίωσης πελατείας από τη βασιμότητα των λόγων της μεταγενέστερης της λήξης των επίδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου και μη ασκούσας ως εκ τούτου έννομη επιρροή καταγγελίας από την ενάγουσα και β) δεν συμμορφώθηκε στην αναιρετική υπ' αριθ. 592/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία, ως προς το νομικό ζήτημα των προϋποθέσεων γέννησης της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, λόγω λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής έκρινε, ότι δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017, ΑΠ 894/2015, ΑΠ 1145/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας υπ' αριθ. 1185/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, από 14-10-2003 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 21602/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (άρθ. 511, 513, 516, 517, 518 ΚΠολΔ), καθώς και ο νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείς από 1-3-2012 πρόσθετος λόγος αυτής (άρθ. 520 παρ.2, 242 παρ.1 και 281 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 27/2007).
Η έρευνα δε θα περιορισθεί μόνο στον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αγωγής της σε σχέση με την αποζημίωση πελατείας, καθώς και στον πρόσθετο λόγο της έφεσης με τον οποίο παραπονείται ομοίως για την απόρριψη του ίδιου κεφαλαίου με επάλληλη αιτιολογία και συγκεκριμένα, διότι αποσβέσθηκε η αξίωσή γι' αυτό, διότι δεν γνωστοποίησε η ενάγουσα προς την εναγομένη, εντός έτους από τη λύση των συμβάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, ότι θα ασκήσει την αξίωσή της αυτή.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.
Η έννοια δε της αποκλειστικότητας στην εμπορική αντιπροσωπεία είναι ότι ο αντιπροσωπευόμενος αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του εμπορικού αντιπροσώπου μέσα στην παραχωρημένη περιοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του ίδιου ΠΔ, 1. α) " Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα..." και 3. "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται α...β) Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου...".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη, αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 προς τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 έως 8 του ίδιου ΠΔ, η αξίωση αυτή γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.
Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 592/2008).
Στην περίπτωση, δηλαδή, λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, που επέρχεται με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής, δεν τίθεται από το νόμο, ως προϋπόθεση του σχετικού δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, η υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου. Αποστέρηση του δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου για την αποζημίωση πελατείας επέρχεται σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, κατόπιν καταγγελίας του ίδιου, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 523/2017).
Εξάλλου, ως εισφορά νέων πελατών για τη γέννηση της αξίωσης πελατείας νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς.
Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1766/2009).
Τέλος, προκειμένου να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και ιδιαίτερα οι προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την επιμέλεια των διαδίκων και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις υπ' αριθ. 6206 και 6208/ 9-4-2003 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας- εκκαλούσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Φισεκίδου, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2042Β/ 2-5-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Καβάλας Γ.
Ζ., που επικαλείται και προσκομίζει η ίδια, από την υπ' αριθ. ...2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Νικολάου Βαδικόλια, που συντάχθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας-εκκαλούσας, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης-εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 9899Γ/ 28-3-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Π., που επικαλείται και προσκομίζει η ίδια, που λήφθηκε και προσάγεται με επίκληση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, καθώς και από όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..., ιδρύθηκε το έτος 1961 και έκτοτε λειτουργούσε εργοστάσιο παραγωγής λιπασμάτων και χημικών υλών ..., έχοντας μερίδιο αγοράς 35% στις σχετικές πωλήσεις στην Ελλάδα.
Κύριος μέτοχος της εταιρείας αυτής ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ιδρύθηκε το έτος 1964 και έκτοτε λειτουργούσε εργοστάσιο παραγωγής λιπασμάτων και χημικών υλών στη ..., έχοντας μερίδιο αγοράς 45% στις σχετικές πωλήσεις. Κύριοι μέτοχοι της τελευταίας εταιρείας ήταν η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και η Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος.
Οι άνω εταιρείες ήταν οι κυρίως ανταγωνίστριες στην ελληνική αγορά λιπασμάτων, αφού τα προϊόντα τους κάλυπταν το 80% της εν λόγω αγοράς (με ποσοστό 35% η πρώτη και 45% η δεύτερη) και τα διακινούσαν, μέχρι το έτος 1993, από τον κρατικό φορέα ΣΥΝΕΔ, που είχε το μονοπώλιο τους, ενώ μικρές ποσότητες διέθεταν απευθείας σε συνεταιρισμούς και τοπικούς εμπόρους.
Τοπικός δε έμπορος πώλησης φωσφορικών, γεωργικών φαρμάκων και σπόρων, στη περιοχή του Νομού Σερρών, από το έτος 1988 ήταν και η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Το έτος 1993, μετά την κατάργηση του σχετικού μονοπωλίου, η πρώτη των παραπάνω εταιρειών με την επωνυμία "... με το από 8-3-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφώνησε με την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία να αναλάβει η τελευταία την αποκλειστική εμπορική αντιπροσώπευση λιπασμάτων παραγωγής της στο νομό Σερρών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι 31-12-1994.
Η σύμβαση αυτή, ως ορισμένου χρόνου, έληξε στις 31-12-1994, χωρίς να παραταθεί. Μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, η διάθεση λιπασμάτων στο νομό Σερρών συνεχίστηκε από την ομόρρυθμη εταιρεία, παράλληλα όμως και με άλλες εταιρείες. Επειδή η πορεία των πωλήσεων λιπασμάτων από την εταιρεία αυτή στο νομό Σερρών ήταν ανοδική, με την από 31-3-1998 έγγραφη σύμβαση, η εταιρεία με την επωνυμία "...
ανέθεσε και πάλι σ' αυτή την αποκλειστική εμπορική αντιπροσώπευση των λιπασμάτων παραγωγής της στο νομό Σερρών. Συμφωνήθηκε δε ότι, σε περίπτωση πώλησης λιπασμάτων της προμηθεύτριας, με την επιμέλεια της ομόρρυθμης εταιρείας, απευθείας σε τρίτους στο νομό Σερρών, θα χορηγείται σε αυτήν προμήθεια 2% επί των εκάστοτε ισχυουσών τιμών όλων των τύπων κοκκωδών λιπασμάτων (παραδοσιακών και νέων), ενώ σε περίπτωση παραλαβής από την ομόρρυθμη εταιρεία λιπασμάτων για πώληση σε τρίτους εντός της περιοχής δραστηριότητάς της θα χορηγείται σ' αυτή έκπτωση 2% για τα νέα κοκκώδη λιπάσματα και όχι για τα παραδοσιακά και ότι για κάθε προμήθεια και έκπτωση θα εκδίδονταν δελτία παροχής υπηρεσιών και πιστωτικά σημειώματα από την ομόρρυθμη εταιρεία και από την προμηθεύτρια εταιρεία αντιστοίχως.
Η ομόρρυθμη εταιρεία, για τα τιμολόγια που εκδίδονταν στο όνομα της, ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε εξόφλησή τους με έμβασμα ή με επιταγές (50% της ίδιας και 50% πελατών της, αποδοχής της προμηθεύτριας) σε 15 ημέρες από την παραλαβή των τιμολογίων. Επιπλέον, η ομόρρυθμη εταιρεία ανέλαβε την προώθηση των προϊόντων και την ενημέρωση της προμηθεύτριας για την εξέλιξη της αγοράς και η τελευταία ανέλαβε να παρέχει κάθε δυνατή τεχνική υποστήριξη στους πελάτες της πρώτης, που θα συμφωνούσαν από κοινού.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 1-1-1998 έως 31-12-1999. Η σύμβαση προβλέφθηκε ρητά ως ορισμένου χρόνου, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να ακολουθήσουν και να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις της αγοράς, κυρίως όμως γιατί από το έτος 1994 η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, που ήταν και κύρια μέτοχος της άνω προμηθεύτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
και οι διοικήσεις των Τραπεζών Εμπορικής και Ιονικής και Λαϊκής, που ήταν οι κύριοι μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία " ... άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο συγχώνευσης των δύο αυτών εταιρειών, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ήταν οι κύριοι προμηθευτές της ελληνικής αγοράς σε λιπάσματα και συναφή προϊόντα, ώστε να παύσει ο ανταγωνισμός μεταξύ τους και να γίνει μια εταιρεία ισχυρή, ώστε να είναι ικανή να ανταγωνιστεί παρεμφερείς αλλοδαπές εταιρείες.
Οι διαδικασίες συγχώνευσης ήταν κατά το έτος 1998 στο τελικό στάδιο, και κατά το σχετικό χρονοδιάγραμμα, τελευταία ημερομηνία για την ολοκλήρωση της συγχώνευσης είχε οριστεί η 31-12-1999. Έτσι οι εταιρείες αυτές δεν ήθελαν να δεσμευθούν με συμφωνίες αποκλειστικής αντιπροσωπείας ή διανομής προϊόντων, καθώς και η τελευταία διέθετε λιπάσματα παραγωγής της στο νομό Σερρών με δικό της αποκλειστικό αντιπρόσωπο.
Οι διαβουλεύσεις και οι προθέσεις των εν λόγω εταιρειών ήταν γνωστές στον κύκλο των εμπόρων, που συναλλάσσονταν με αυτές. Γνώστης δε αυτών ήταν και η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ".... Η άνω ομόρρυθμη εταιρεία αποφάσισε την επέκταση των δραστηριοτήτων της και για το λόγο αυτό με το με αριθ. ...1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σερρών Νικόλαου Βαδικόλια, που δημοσιεύθηκε στο με αριθ. ...1998 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του νομού Σερρών με αριθ. 41111/59/Β/98/13, συστήθηκε η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", με έδρα ..., μετά από συγχώνευση της ατομικής επιχείρησης εμπορίας γεωργικών φαρμάκων του Χ. Μ. και μετατροπή των ομορρύθμων εταιρειών με την επωνυμία "Σ. Μ. και Σια Ο.Ε." και "... και Σια Ο.Ε.", που εδρεύουν ... και με αντικείμενο την εισαγωγή-εξαγωγή και εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού φυτικών ειδών, σποροπαραγωγή και εμπορία αυτής, εμπόριο γεωργικών φαρμάκων, λιπασμάτων, χημικών και εμπόριο ζωοτροφών.
Η ενάγουσα εταιρεία, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος αυτής και στις 31-10-1998 σύναψε με την εταιρεία με την επωνυμία "... σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού για την εξυπηρέτηση των πιστοχρεώσεων μεταξύ τους, η ισχύς της οποίας εκτεινόταν μέχρι 31-12-1999.
Περαιτέρω δε, στις 15-3-1999 μεταξύ των αμέσως παραπάνω συμβαλλόμενων εταιρειών (Χ.Β.Β.Ε. και ενάγουσας) συνήφθη έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης των προϊόντων της πρώτης από τη δεύτερη και στην περιοχή της Δυτικής Θεσσαλονίκης, εκτός περιοχής ευθύνης ..., ισχύουσα μέχρι 31-12-1999 με τους ίδιους όρους, που αναφέρονται στην προαναφερόμενη από 31-3-1998 σύμβαση.
Στις 4-11-1999 πραγματοποιήθηκε ... σύσκεψη υψηλόβαθμων στελεχών των υπό συγχώνευση εταιρειών με την επωνυμία "... και "... στην οποία συμμετείχε η ενάγουσα εταιρεία, αλλά και η εταιρεία με την επωνυμία "Α. ΑΕ", που ήταν αποκλειστικός αντιπρόσωπος της δεύτερης παραπάνω εταιρείας στους νομούς Σερρών και Θεσσαλονίκης και η σύμβασή της είχε λήξει στα τέλη Σεπτεμβρίου 1999.
Αντικείμενο της σύσκεψης αυτής ήταν η πορεία και ο χαρακτήρας της περαιτέρω συνεργασίας τους. Οι υπό συγχώνευση εταιρείες κατέστησαν σαφές, δια των εκπροσώπων τους, ότι, με τη λήξη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και της ενάγουσας, παύει να ισχύει η μέχρι τότε αποκλειστική αντιπροσώπευση και διάθεση των λιπασμάτων και ότι θα δημιουργηθεί παράλληλο δίκτυο πώλησης των προϊόντων της νέας εταιρείας, για τις ίδιες περιοχές, καθώς δεν ήταν δυνατή και σύμφορη, για τη μοναδική, πλέον, ελληνική εταιρεία παραγωγής και εμπορίας λιπασμάτων, γνωστών στην ημεδαπή, η δημιουργία ενιαίου δικτύου πωλήσεων αυτής.
Στις 31-12-1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο ανωνύμων εταιρειών Καβάλας με α/α 639/53/Β/86/19 και δημοσιεύθηκε στις 12-1-2000 στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) η πράξη συγχώνευσης των παραπάνω εταιρειών, με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης.
Την ολοκλήρωση της συγχώνευσης γνωστοποίησε η δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "... στις 30-12-1999 με την από 29-12-1999 επιστολή της σε όλους τους συνεργάτες της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα. Στις 7-1-2000 πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της νέας πλέον εταιρείας (εναγόμενης) σύσκεψη υψηλόβαθμων στελεχών της, στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποι της ενάγουσας και της εταιρείας "Α.
ΑΕ", η οποία ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος στο νομό Σερρών της παλαιάς εταιρείας με την επωνυμία "... και σκοπός της ήταν η περαιτέρω πορεία της συνεργασίας τους. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η "Α. ΑΕ", θα αγοράζουν παράλληλα και με άλλες εταιρείες, από τη νέα πλέον εταιρεία (εναγόμενη), τα λιπάσματά της, σε καλύτερες τιμές χρέωσης, σε σχέση με τους υπόλοιπους μεταπωλητές πελάτες της, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας τους, με την προϋπόθεση ότι οι αγορές τους προς μεταπώληση θα ήταν μεγάλες.
Κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων το τίμημα των προϊόντων θα εξαρτιόταν από την ποσότητα των εμπορευμάτων, που θα αγόραζε η ενάγουσα και η παρεχόμενη έκπτωση θα συνυπολογιζόταν στο τίμημα, ενώ η πρόσβαση των εμπόρων στα προϊόντα της εναγόμενης ήταν ελεύθερη. Η εναγομένη ρητά απέκλεισε τη σύμβαση αντιπροσώπευσης με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και διανομής, καθώς και αποκλειστικότητα σε οποιοδήποτε περιοχή και για οποιοδήποτε συνεργάτη της, πράγμα που έγινε.
Έτσι από τον Ιανουάριο του έτους 2000 η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε υπό άλλη μορφή. Ειδικότερα, η ενάγουσα ήταν μεταπωλητής εντεταλμένος σε παράλληλο δίκτυο μεταπωλητών της εναγομένης, που αγόραζε τα προϊόντα της με τις συμφωνηθείσες χαμηλότερες τιμές, χωρίς καταβολή κάποιας προμήθειας ή άλλης έκπτωσης.
Η εναγόμενη, ακολουθώντας την παραπάνω τακτική της παράλληλης μεταπώλησης των εμπορευμάτων της σε πολλούς εμπόρους, αφού πλέον κάλυπτε το 80% των αναγκών της ελληνικής αγοράς, από τις αρχές του έτους 2000 διέθεσε τα λιπάσματά της στο Νομό Σερρών προς μεταπώληση και σε άλλες ομοειδείς με την ενάγουσα εταιρείες, όπως στις εταιρείες με την επωνυμία "Α.
ΑΕ", "Λ. ΑΕ", "Έ. Σ.", "Ε.", καθώς και στην "ΈΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ Β.". Στην περιοχή δε της Δυτικής Θεσσαλονίκης, στην "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", στην εταιρεία με την επωνυμία "A.", καθώς και στις επιχειρήσεις Μ., Γ. κλπ. Με βάση τα παραπάνω οι από 8-3-1993, 31-3-1998 και 15-3-1999 επίμαχες συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ των διαδίκων, ως ορισμένου χρόνου, έληξαν στις 31-12-1994 η πρώτη και στις 31-12-1999 η δεύτερη και η τρίτη, χωρίς να συνεχιστούν και μετά τη λήξη τους, ώστε να θεωρείται ότι, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Τα παραπάνω, σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων, το χρόνο διάρκειάς τους και τον τρόπο λύσης τους, δέχθηκε η υπ' αριθ. 2138/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε, κατά τις παραδοχές της αυτές, με την υπ' αριθ. 592/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση δε λήξης των ορισμένου χρόνου συμβάσεων εμπορικής (αποκλειστικής) αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και η ενάγουσα, δικαιούται, κατά βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 αποζημίωση πελατείας, όπως δέχτηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς και η υπ' αριθ. 523/2017 απόφαση ομοίως του Αρείου Πάγου, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις προς τούτο και συγκεκριμένα, εάν η ενάγουσα εισέφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες κατά τη διάρκεια της σύμβασης, εάν διατηρήθηκαν και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικές ωφέλειες για την αντιπροσωπευόμενη εναγομένη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και εάν συντρέχουν και οι περιστάσεις, που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη διάγνωση του δίκαιου χαρακτήρα της αποζημίωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι μετά τη λήξη των άνω από 31-3-1998 και 15-3-1999 συμβάσεων αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου στις 31-12-1999, την αλλαγή του τρόπου συνεργασίας των διαδίκων από 1-1-2000 και τη μη ανταπόκριση της εναγομένης στις αιτήσεις της ενάγουσας για κατάρτιση εκ νέου σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ τους στις προαναφερόμενες περιοχές του Νομού Σερρών και της Δυτικής Θεσσαλονίκης, αυτή (ενάγουσα) προς το τέλος του έτους 2000 άρχισε να προετοιμάζεται για συνεργασία με άλλες εταιρείες παραγωγής και εμπορίας λιπασμάτων.
Πιο συγκεκριμένα, αρχικά προμηθεύτηκε "ενσακκιστική διάταξη", δηλαδή ειδικό μηχάνημα, προκειμένου να συσκευάζει σε σάκκους το χύμα λίπασμα και από τον Απρίλιο 2001 άρχισε να εμπορεύεται παράλληλα και λιπάσματα εισαγωγής από ημεδαπούς αντιπροσώπους της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Η. SA". Περί το τελευταίο δε τετράμηνο του έτους 2001 μίσθωσε και αποθήκη 4.000 τμ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου ενσακκίζει το εισαγόμενο από την αλλοδαπή λίπασμα, το οποίο διαθέτει στους πελάτες της, τους οποίους είχε δημιουργήσει για την ίδια και όχι για την εναγομένη κατά το χρόνο της συνεργασίας τους, η οποία αποτελεί ισχυρό ανταγωνιστή της, αφού συνέχισε τη δραστηριοποίησή της στις ίδιες εδαφικές περιοχές με τη διάθεση λιπασμάτων τρίτων ανταγωνιστών αυτής.
Ενόψει αυτών, αν και η ενάγουσα στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη, ως αποκλειστική εμπορική αντιπρόσωπος αυτής στις περιοχές του Νομού Σερρών και της Δυτικής Θεσσαλονίκης, διέθεσε στους πελάτες της για λογαριασμό της εναγομένης, κατά το πρώτο έτος (1998), 24.502 τόνους λιπασμάτων και κατά το δεύτερο έτος (1999), 39.634 τόνους, δεν αποδείχθηκε ότι, μετά τη λήξη της άνω συνεργασίας τους στις 31-12-1999, η εναγομένη παρέλαβε και αξιοποίησε την πελατεία αυτή, παραδίδοντάς τη στους συνεργάτες της διανομείς-μεταπωλητές στις ίδιες παραπάνω περιοχές, όπου δραστηριοποιείτο η ενάγουσα και ότι διατήρησε έτσι ουσιαστικά οφέλη από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα είχε δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή και μετά τη λήξη των άνω συμβάσεων συνέχισε να διαθέτει σ' αυτούς λιπάσματα, αρχικά αυτά που προμηθευόταν από την εναγομένη, ως μεταπωλητής εντεταλμένος σε παράλληλο δίκτυο μεταπωλητών αυτής, και συγκεκριμένα κατά το έτος 2000 διέθεσε σ' αυτούς 38.482 τόνους λιπασμάτων παραγωγής της εναγομένης, και μέχρι 31-7- 2001, 16.559 τόνους λιπασμάτων ομοίως παραγωγής της εναγομένης και στη συνέχεια αυτά που εισήγαγε από την αλλοδαπή.
Ενδεχόμενη διαρροή μικρού αριθμού πελατών της ενάγουσας προς την εναγομένη και συγκεκριμένα προς άλλους διανομείς-μεταπωλητές αυτής, που δραστηριοποιούνταν στις ίδιες εδαφικές περιοχές, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εναγομένη αποκόμισε ουσιαστικά οικονομικά οφέλη από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Ενόψει αυτών, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αξίωση πελατείας της ενάγουσας από τη λύση των συμβάσεων αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ αυτής και της εναγομένης. Επομένως, η ενάγουσα δεν δικαιούται την αιτούμενη, ως εύλογη και δίκαιη, αποζημίωση πελατείας, ποσού 265.336.450 δραχμών και ήδη 778.687,00 ευρώ, μετά τη λύση στις 31-12-1999 των από 31-3-1998 και 15-3-1999 ορισμένου χρόνου συμβάσεων αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοδικείο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής της ενάγουσας -εκκαλούσας για αποζημίωση πελατείας, δεν έσφαλε, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο η ενάγουσα - εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, εάν η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό και με την έφεση δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η μία από αυτές, ο λόγος έφεσης που αφορά την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτοδικείο απέρριψε το ένδικο κεφάλαιο της αγωγής της ενάγουσας-εκκαλούσας για αποζημίωση πελατείας με επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα ως αβάσιμο, αλλά και διότι η αξίωσή της αυτή υπέπεσε στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 9 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, καθόσον αυτή δεν γνωστοποίησε προς την εναγομένη-εφεσίβλητη, μέσα σε ένα έτος από τη λύση των συμβάσεων, ότι προτίθεται να ασκήσει αυτή.
Με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της η ενάγουσα-εκκαλούσα πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος, που δέχτηκε ότι η ένδικη αξίωσή της υπέπεσε στην άνω αποσβεστική προθεσμία. Ο πρόσθετος αυτός λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, μετά την απόρριψη, κατά τα παραπάνω, του τρίτου λόγου της έφεσης κατά της άλλης αιτιολογίας της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 14-10-2003 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά της υπ' αριθ. 21602/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τον από 1-3-2012 πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ