Legislator Case Law & Legislation
28/2017 AI generated

28/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 28/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 28 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

28/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 28 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
discontinuation of insurance coverage modification of parental custody changed financial circumstances replacement of legal guardian change of asylum claimant status withdrawal of parental rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 28 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 28/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Γ. του Ι., 2) Μ. συζύγου Φ. Γ., το γένος Μ. Α., 3) Ι. - Ε. Γ. του Φ. και 4) Ε. Γ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γερασιμούλα Σιμωνετάτου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ") και τον διακριτικό τίτλο "... BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανελλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3701/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7044/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Κατά το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία. Το γεγονός δε ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ778/2015,1217/2014). Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή και συνεπώς χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση. Εξάλλου, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012). Σε περίπτωση όμως που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη περισσοτέρων απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, εφόσον κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτή η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος δανειστή είναι μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής, η αναφορά της αξίας καθενός (ΑΠ 637/2001). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 339/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 3-11-2005 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία, ζητούσε τη διάρρηξη κατ’ άρθρο 939 ΑΚ, των δικαιοπραξιών που έγιναν με τα .../23-9-2004 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πολιτάκη, με τα οποία οι δύο πρώτοι των ήδη αναιρεσειόντων-συζύγων, μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας, στους τρίτο και τέταρτη των ήδη αναιρεσειόντων, τέκνων τους, τα σ’ αυτή περιγραφόμενα, μοναδικά εμφανή περιουσιακά τους στοιχεία, ήτοι ακίνητα, συνολικής αξίας, αντικειμενικής μεν, 255.109,96, εμπορικής δε, 300.000 ευρώ, αντίστοιχα, επικαλούμενη ήδη γεγεννημένη απαίτησή της κατά των ανωτέρω διαθετών, ύψους 1.386.525 ευρώ, από συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και εγγύησης, με πρόθεση ματαίωσης της εν λόγω απαίτησης της, την οποία εγνώριζαν, όπως εγνώριζαν και την έλλειψη άλλων εμφανών περιουσιακών στοιχείων. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα για την νομική θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία, χωρίς να ήταν αναγκαία η επίκληση και του στοιχείου της γνώσης της πρόθεσης βλάβης της δανείστριας ενάγουσας εκ μέρους των εναγομένων τέκνων προς τα οποία συντελέστηκε η γονική παροχή (πέραν του ότι αναφερόταν στην ένδικη αγωγή ως εκ περισσού),ούτε και η αξία καθενός των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εφόσον η αναφερόμενη συνολική τους αξία υπολειπόταν κατά πολύ της απαίτησης της ενάγουσας και σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, ήταν αναγκαία η διάρρηξη όλων των απαλλοτριώσεων. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Η απαιτούμενη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή, εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος (ΑΠ1902/2013,1475/2010). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 112§2 του ΕισΝΑΚ, επί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου. Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαίτησης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1815/2012). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές , δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις ,ώστε από την ίδια την αίτηση αναίρεσης να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ20/2005). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561παρ.1ΚΠολΔ,προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας με την επωνυμία "..." (μη διαδίκου στην δίκη), καταρτίσθηκε η υπ’ αριθμ. ...-7-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 5.000.000.000 δραχμών και ήδη το ισόποσο των 1.467.351,43 ευρώ, ... ενώ την τήρηση των όρων της εν λόγω σύμβασης πίστωσης εγγυήθηκαν ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσεσείων) ο οποίος ήταν ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω εταιρείας, καθώς και η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), παραιτούμενη των ενστάσεων διαίρεσης και διζήσεως, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτες. Η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης μέσω των υπ’ αριθμ. ... ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών. Επίσης η ενάγουσα συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (επίσης μη διάδικος) την υπ’ αριθμ. ...-12-1993 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσού 10.000.000 δραχμών και ήδη το ισόποσο του των 29.347,02 ευρώ, η οποία πίστωση με τις από 16-9-1994, 10-5-1996 και 28-4-1998 πρόσθετες αυξητικές πράξεις, αυξήθηκε κατά τα ποσά των 20.000.000 δραχμών κάθε φορά, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της πίστωσης να ανέλθει σε 70.000.000 δραχμές και ήδη το ισόποσο του των 205.429,20 ευρώ, ενώ την τήρηση των όρων της εν λόγω σύμβασης εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος, παραιτούμενος των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως, ευθυνόμενος αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρο με τη πιστούχο εταιρεία, ως αυτοφειλέτης. Η εταιρεία "..." χρησιμοποίησε τη χορηγούμενη πίστωση μέσω του υπ’ αριθμ. ... ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Το Σεπτέμβριο του έτους 2004 ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύφους 9.894,06 ευρώ, ο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύφους 199.169,53 ευρώ και υπ’ αριθμ. ... λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύφους 183.622,92 ευρώ, όπως προκύπτει από τη μη αμφισβητούμενη κίνηση των σχετικών λογαριασμών. Τον ίδιο μήνα και συγκεκριμένα στις 23-9-2004 και ενώ τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, όπως προαναφέρθηκε, είχαν συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού και ανεξάρτητα αν ήταν βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων (σύζυγοι) μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής στους τρίτη και τέταρτο εξ’ αυτών,(ήδη αναιρεσειόντων), που είναι τέκνα τους, δυνάμει των υπ’ αριθμ. ...23-9-2004 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης συζ. Γεωργίου Πολιτάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα ... τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά τους στοιχεία. Ειδικότερα, με το υπ’ αριθμόν ...23-9-2004 συμβόλαιο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι μεταβίβασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ’ αδιαιρέτου στον τρίτο των εναγομένων και με το υπ’ αριθμόν .../23-9-2004 συμβόλαιο ομοίως οι δύο πρώτοι των εναγομένων μεταβίβασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ’ αδιαιρέτου στην τέταρτη των εναγομένων τα περιγραφόμενα σ’ αυτά ακίνητα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας και συγκεκριμένα: α) Το υπό στοιχεία II διαμέρισμα του ισογείου, ... β) την υπό στοιχεία Π1 θέση σταθμεύσεως του υπογείου, ... και γ) την υπό στοιχεία … αποθήκη, ... απάντων των προαναφερθεισών ιδιοκτησιών ευρισκομένων σε πολυκατοικία κείμενη στο Δήμο ... Αττικής, ... καθώς καθώς και δ) ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου … Αττικής .... Επιπλέον, με το υπ’ αριθμόν ...23-9-2004 συμβόλαιο, η δεύτερη εναγομένη μεταβίβασε στον τρίτο εναγόμενο το 1/2 εξ’ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και το 1/2 εξ’ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας της περιγραφόμενης στο εν λόγω συμβόλαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήτοι του υπό στοιχεία … διαμερίσματος ... της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Δήμο …. Μετά δε τις ως άνω μεταβιβάσεις, δεν αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι διαθέτουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων από τους δύο πρώτους εναγόμενους έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας δανείστριας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, αφού γνώριζαν ότι μετά τις εν λόγω μεταβιβάσεις δεν θα μπορούσε η τελευταία να εξεύρει άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Ο σκοπός δε βλάβης συνέτρεχε και στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης συζύγου του πρώτου και τούτο διότι, ανεξαρτήτως της μη συμμετοχής της στις εταιρικές υποθέσεις, λόγω της συγγενικής (συζυγικής) σχέσης με τον πρώτο εναγόμενο, γνώριζε την οικονομική πορεία της εταιρείας, σε κάθε δε περίπτωση γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής για την οποία είχε εγγυηθεί. Εν όψει δε της χαριστικής αιτίας των άνω δικαιοπραξιών προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων που είναι τέκνα τους, δεν απαιτείται γνώση αυτών ως προς την πρόθεση των γονέων τους και συνεπώς παρέλκει η έρευνα αυτής, η οποία αλυσιτελώς προβάλλεται από αυτούς (τρίτο και τέταρτη των εναγομένων) προς άρση της ευθύνης τους. Ο ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων ότι οι γονικές αυτές παροχές έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προς τα τέκνα τους, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω περί της προθέσεώς τους για βλάβη της ενάγουσας, ... . Εξ’ άλλου, το γεγονός ότι οι ανωτέρω γονικές παροχές έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος των αλληλόχρεων λογαριασμών που έγινε 7-5-2007, οπότε και καταγγέλθηκαν οι ένδικες συμβάσεις, όπως συνομολογείται, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, καθόσον, ... τα παραγωγικά της απαιτήσεως της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων, αλλά και της δημιουργίας των καταλοίπων, ώστε η απαίτησή της να είναι γεγεννημένη και με το κλείσιμο των λογαριασμών, που είχε συντελεσθεί μέχρι την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέστη (η απαίτησή της) απλώς ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ούτε οι εναγόμενοι εγγυητές αλλά ούτε και οι πρωτοφειλέτριες εταιρείες αμφισβήτησαν το ύψος του κατάλοιπου, εντός προθεσμίας 3 μηνών από του κλεισίματος όπως είχαν δικαίωμα με τον 16° όρο της συμβάσεως. Επομένως, η ενάγουσα τράπεζα και πριν από το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών ήταν δανείστρια και κατά συνέπεια είχε το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτικές τις επίμαχες δικαιοπραξίες ... , απορριπτόμενων ως εκ τούτου των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων. Εξ’ άλλου, το ότι άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης ή άλλος εταίρος διαθέτει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία δύναται η ενάγουσα να ικανοποιηθεί, όπως ακίνητο της πιστούχου εταιρείας "... Ο.Ε.", καθώς και ακίνητα των εταίρων Κ.Τ. και της συζύγου του Μ. Κ., δεν αναιρεί την ύπαρξη του δόλου των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, ... και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι οι εγγραφείσες προσημειώσεις για το συνολικό ποσό της αξίας των ακινήτων, ήτοι των 587.388 ευρώ δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της αξιώσεως της ενάγουσας. Επιπλέον ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πρώτος εξ’ αυτών είχε αποχωρήσει από το έτος 2006 από την πιστούχο εταιρεία με την επωνυμία "..." λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και ότι με το από 15-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήσεως του καταστατικού της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό .../2006, μεταβίβασε την εταιρική του μερίδα στον άλλο εταίρο Κ. Τ. και τη σύζυγο του Μ. Κ., που υπεισήλθε στη θέση του (πρώτου εναγομένου) και ότι επιπλέον συμφωνήθηκε μεταξύ τους η πλήρης απαλλαγή του για τυχόν οφειλές της εταιρείας, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η απεριόριστη εις ολόκληρο ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, για όλες τις υποχρεώσεις αυτής, εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία για τα προ της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη ,που στην προκείμενη περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας κατ’ αυτού ως εγγυητή από τη σύμβαση πιστώσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού ήταν ήδη γεγεννημένη κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του. Πέραν όμως αυτού, ο πρώτος εναγόμενος είχε αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της άνω πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας από τη σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού και ως εγγυητής, δυνάμει σχετικής συμβάσεως με την ενάγουσα από την οποία μπορούσε να τον ελευθερώσει η ίδια με σχετική σύμβαση και όχι οι λοιποί εταίροι εν αγνοία της ... Πρέπει να λεχθεί, ότι στις 7-5-2007 που έκλεισαν οριστικά οι ανωτέρω υπ’ αριθμ.... αλληλόχρεοι λογαριασμοί, εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο, αντίστοιχα, 1.136.640,39,61.794,38 και 150.035,03 ευρώ ...>. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή διάρρηξης της αναιρεσίβλητης. ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939 και 942ΑΚ, εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δηλαδή ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων εν γνώσει του ήδη γεγεννημένου χρέους τους προς την αναιρεσίβλητη, μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά τους στοιχεία στους υπόλοιπους αναιρεσείοντες τέκνα τους, με σκοπό βλάβης της τελευταίας, εφόσον γνώριζαν ότι δεν είχαν άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δικαιολογούσαν την κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, διάρρηξη των ανωτέρω δικαιοπραξιών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναφεσείοντες κατ’ επίφαση επίκλησης της παράβασης του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, χωρίς να επικαλούνται ιδιαίτερο νομικό σφάλμα στην εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, παραπονούνται για την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και συγκεκριμένα για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, βάσει του οποίου το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι απαράδεκτος (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, συνεπεία ανεπαρκούς αιτιολογίας της γνώσης του αποκτώντος, είναι απαράδεκτη, εφόσον η γνώση του αποκτώντος δυνάμει γονικής παροχής δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα, κατά τα ήδη προαναφερθέντα.

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ.: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ6/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, η οποία θεμελιωνόταν στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "α)η υποχρέωση τους προς εξόφληση της απαίτησης ήταν εγγυητική, β)η απαίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με εμπράγματες ασφάλειες σε ακίνητα της ομόρρυθμης εταιρίας της οποίας ο πρώτος αναιρεσείων ήταν μέλος, γ)δεν επεδίωξε η αναιρεσίβλητη την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητα αυτά, δ)ο πρώτος αναιρεσείων μαζί με το έτερο ομόρρυθμο μέλος της άνω εταιρίας κατέβαλαν ένα ποσό έναντι του χρέους, ε)η αναιρεσίβλητη επανέφερε για συζήτηση την ένδικη αγωγή μετά από ματαίωση, στ)η τελευταία είχε τη δυνατότητα με βάση τις ήδη εκδοθείσες σε βάρος του πρώτου των αναιρεσειόντων διαταγές πληρωμής να προβεί σε κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της ομόρρυθμης εταιρίας και των εταίρων και ζ) είχε δημιουργηθεί σ’ αυτούς (αναιρεσείοντες) η πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκούσε την αξίωσή της εναντίον τους, επειδή σε επαφή που είχαν με τον διευθυντή του υποκαταστήματος επί της Λεωφ. ... κ Ο. Σ., τους υποσχέθηκε ότι θα εισηγούνταν στη διοίκηση της αναιρεσίβλητης να μην υπάρξουν δικαστικές ενέργειες σε βάρος του πρώτου των ήδη αναιρεσειόντων, πειθόμενος ότι οι σχετικές απαιτήσεις είχαν δημιουργηθεί σε χρονικό διάστημα που αυτός δεν είχε συμμετοχή στην εμπορική δραστηριότητα της εταιρίας γι’ αυτό και κατέβαλε το ποσό των 50.000 ευρώ", κατά το μέρος μεν, που θεμελιωνόταν στα άνω με στοιχ.α έως και στ πραγματικά περιστατικά ως μη νόμιμη, κατά το μέρος δε, που θεμελιωνόταν στο με στοιχ.ζ πραγματικό περιστατικό ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι "η συμφωνία περί απαλλαγής της ευθύνης των ήδη αναιρεσειόντων εγγυητών και μάλιστα για οφειλή τόσο σημαντικών ποσών, έπρεπε, να καταρτιστεί εγγράφως, η δε υπόσχεση του άνω διευθυντή του υποκαταστήματος της ήδη αναιρεσίβλητης να προβεί σε θετική εισήγηση προς τη Διοίκηση της τράπεζας, ώστε να μην υπάρξουν δικαστικές ενέργειες σε βάρος τους, ουδόλως δέσμευε την αναιρεσίβλητη να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της στρεφόμενη κατά των εγγυητών, εφόσον έκρινε ότι αυτή ήταν επισφαλής". Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες κατ’ επίκληση πλημμέλειας από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με την ανωτέρω παραδοχή της επί της προταθείσας ένστασής τους παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και διέλαβε σχετικώς ελλιπείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται νομικό σφάλμα σχετικώς, ούτε ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και σε τι συνίσταται η αντίφαση στην αιτιολογία της, κατά το μέρος βεβαίως που έκρινε επί της ουσίας την ανωτέρω ένσταση.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση των 1)Φ. Γ. 2)Μ. συζ. Φ. Γ., 3)Ι. - Ε. Γ. και 4) Ε. Γ. για αναίρεση της 7044/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ