Legislator Case Law & Legislation
28/2010 AI generated

28/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 28/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λογοθέτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4409/1999 μη οριστική, 4343/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2006 αίτησή του ως και τους από 24-12-2008 προσθέτους λόγους. Β. Του αναιρεσείοντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

28/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς : α) από 6-10-2006 αίτηση αναιρέσεως και από 24-12-2008 πρόσθετοι λόγοι του Χ και β) από 4-10-2006 αίτηση αναιρέσεως του Ψ, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 943/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Keywords

AI generated
qualified criminal mismanagement non-implementation of the offending agreements offence committed within a business tort liability tort damages unfair commercial practices
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 28 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 28/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λογοθέτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4409/1999 μη οριστική, 4343/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2006 αίτησή του ως και τους από 24-12-2008 προσθέτους λόγους. Β. Του αναιρεσείοντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:1. Χ, 2.Ζ συζ. Χ και 3. Ψ3, απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λογοθέτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4409/1999 μη οριστική, 4343/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 943/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά την συνεδρίαση της δικασίμου της 18-2-2008. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 15-5-2008 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε α) την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της και β) την από 15 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι έκτος και έβδομος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς : α) από 6-10-2006 αίτηση αναιρέσεως και από 24-12-2008 πρόσθετοι λόγοι του Χ και β) από 4-10-2006 αίτηση αναιρέσεως του Ψ, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 943/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Α) Επί της από 6-10-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και από 24-12-2008 προσθέτων λόγων του Χ.- 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.

Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.

Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. (βλ.

Ολ. ΑΠ 705/1979). Κατά δε το άρθρο 281 του Α. Κ. "η άσκηση τον δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή κίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τάσσονται ως αντικειμενικά κριτήρια ασκήσεως των δικαιωμάτων α) η καλή πίστη, δηλαδή η στον έντιμο και εχέφρονα άνθρωπο υπαγορευόμενη συμπεριφορά, β) ή τα χρηστά ήθη, δηλαδή οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη ηθικού και συνετού, μέσου κοινωνικού ανθρώπου, γ) ή ο εγκείμενος στο δικαίωμα κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του και απαγορεύεται η άσκηση του, όταν υπερβαίνει ολοφάνερα τα τασσόμενα με τα κριτήρια αυτά ακραία όρια, είτε διότι προηγήθηκε μακρά αδράνεια του δικαιούχου που δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα είχε ασκηθεί το δικαίωμα, του οποία η άσκηση πλέον συνεπάγεται δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία για το δικαιούχο από την ωφέλεια που προσδοκά από την άσκηση του ο υπόχρεος (Ολ, Α.Π. 2101/1984), είτε διότι η προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου καθεαυτή και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (Ολ.

Α.Π. 62/1990), είτε για άλλους λόγους, εφόσον τα προβαλλόμενα και αποδεικνυόμενα με αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν, σε μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπερβάσεως των ανεκτών από το νόμο ορίων ασκήσεως του δικαιώματος (πρβλ. Ολ.Α.Π. 472/1983). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει άτι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα, ενδιαφέροντα την υπόθεση περιστατικά:

Σε διαρκούσα από 1-3-1971 μίσθωση καταστήματος, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Ψ και του εξ αγχιστείας συγγενούς του αναιρεσείοντος Ψ3, κατόπιν συστάσεως από τον τελευταίο, κατά το έτος 1977, ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με τη στενή συγγενή του Ζ, σύζυγο του αναιρεσείοντος, κατέστη ο τελευταίος διάδοχος στην κατοχή και χρήση του μισθίου από την ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία εικονικώς είχε συσταθεί από τη σύζυγό του και τον αρχικό μισθωτή Ψ3, ο οποίος είχε μεν δικαίωμα να συστήσει εταιρία, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εικονική και η σύστασή της κάλυπτε την παραχώρηση του μισθίου στον αναιρεσείοντα αντισυμβατικά.

Με την υπ' αρ. 516/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί σχετικής από του έτους 1977 αγωγής του αναιρεσιβλήτου (εκμισθωτή), κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν κακής πίστεως νομέας του μίσθιου καταστήματος, διότι το έλαβε στην κατοχή του γνωρίζοντας την εικονικότητά της για το σκοπό αυτό συσταθείσης ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας και με αποκλειστικό σκοπό να αποκομίσει παράνομα οφέλη από την περιουσία του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, αφού έτσι απέφυγε να καταβάλει σ' αυτόν το υπό συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης μίσθωμα, αλλά κατέβαλε πολύ λιγότερο, ανερχόμενο σε 18.000 δραχμές μηνιαίως.

Γι' αυτό, με την προαναφερόμενη 516/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων, ως κακόπιστος νομέας του μισθίου και ενεχόμενος από αδικοπραξία να καταβάλει αποζημίωση στον αναιρεσίβλητο για την αυθαίρετη χρήση του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του 1987 μέχρι το μήνα Ιούνιο του 1990, η κρίση δε αυτή του Εφετείου για την από τον αναιρεσείοντα παράνομη κατοχή του μίσθιου καταστήματος, "τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη η αδικοπραξία και την υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων αποτελεί δεδικασμένο" και για την προβαλλόμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 15-9-1997, η οποία όμως για το μερικότερο χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 31-12-1992 είχε υποκύψει, κατά την θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 1096 επ.

ΑΚ, στην κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 250 παρ. 17 και 937, (σε συνδυασμό με 1099) ΑΚ ισχύουσα πενταετή παραγραφή. Με βάση το δυνάμενο να πραγματοποιηθεί, με συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης, μίσθωμα του καταστήματος αυτού, το ρυθμό πληθωρισμού, όπως καταγραφόταν στον ετήσιο τιμάριθμο κόστους ζωής 10% κατά μέσο όρο την περίοδο 1990-1997 και το ύψος του αποζημιωτικώς κριθέντος ως καταβλητέου ποσού με την προγενέστερη 516/1998 απόφασή του, για το έτος 1990 σε 258.000 δραχμές μηνιαίως, το Εφετείο προσδιόρισε την αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου αναπροσαρμόζοντας το ποσό αυτό κατά 10% για κάθε επόμενο χρόνο, συγκεφαλαιώνοντας έτσι σε 10.918.359 δραχμές την οφειλόμενη αποζημίωση από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο από 1-1-1993 έως 23-6-1996 (από 23-8-1996 έως 30-9-1997 δεν επιδικάσθηκε αποζημίωση επειδή από ίδιο πταίσμα ο αναιρεσίβλητος δεν παρελάμβανε το προσφερόμενο σ' αυτόν από τον αναιρεσείοντα μίσθιο κατάστημα).

Ακολούθως το Εφετείο, ως προς την από τον αναιρεσείοντα με τις έγγραφες προτάσεις του προβληθείσα παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος δέχθηκε ότι: "Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καταχρηστικώς ησκήθη το ένδικο δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή ο ενάγων ηδύνατο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να επιδιώξει στρεφόμενος κατά της εταιρείας "Ψ3 ΕΕ", την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος, σε συνδυασμό με το ότι αυτός (εναγών) ενοχλούσε καθημερινά το οικείο Αστυνομικό Τμήμα για παραβάσεις λειτουργίας του μισθίου καταστήματος και το έτος 1988 κατήγγειλε ότι δεν διαθέτει σκάλα διαφυγής και έξοδο κινδύνου, με αποτέλεσμα να διακοπεί η λειτουργία της επιχείρησης και στη συνέχεια αρνήθηκε να συναινέσει στην αποκατάσταση των ελλείψεων αυτών, το δε κατάστημα παρέμεινε κλειστό από 1/1/1990 έως και το μήνα Σεπτέμβριο 1997.

Στις διάφορες δε συμβιβαστικές προτάσεις του εναγομένου για επανεκμίσθωση του μισθίου με νέο υψηλό μίσθωμα, ο ενάγων ηρνείτο και μετά την καταβολή εκ μέρους του εναγομένου του ποσού των δρχ 42.000.000, σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ο εναγόμενος πίστεψε ευλόγως, ως ισχυρίζεται, ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει το ένδικο αυτού δικαίωμα.

Τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του επιδίκου δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ιδίως η τυχόν επιδίωξη από τον ενάγοντα αναπροσαρμογής του μισθώματος θα επέφερε αποδυνάμωση των ανωτέρω δικαιωμάτων του, με αποτέλεσμα η σχετική ένσταση του εναγομένου να είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε τις πρωτόδικες αποφάσεις, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο προς αποζημίωσή του λόγω της αυθαίρετης χρήσης του μισθίου και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του το ποσό των 32.042 ευρώ. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 1096, 1099, 297, 298 και 281 ΑΚ που εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης αποφάσεως επαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της τελευταίας από τις διατάξεις αυτές και συνδρομής τούτων για τις λοιπές, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα:

α) Το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβατικό δικαίωμα του μισθωτή Ψ3 να συστήσει εταιρία, προς παραχώρηση σ' αυτή της χρήσης του μισθίου δεν περιλάμβανε και τη δυνατότητα παραχώρησής του σε τρίτο, όπως ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται αυτός καλής πίστεως νομέας του μισθίου. β) Η αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση του μισθίου δεν υπόκειται στους περιορισμούς της ανά διετία αναπροσαρμογής, που προβλέπονται για τις προστατευόμενες επαγγελματικές μισθώσεις (ν. 813/1978, 2041/1991 και 2065/1992), γιατί δεν αποτελεί υποχρέωση στα πλαίσια συμβατικής ρυθμίσεως, αλλά υποχρέωση από αδικοπρακτική ευθύνη λόγω δε αυτού του νομικού χαρακτήρα της αποζημιώσεως και αν είχε γίνει υπολογισμός της με ανά διετία αναπροσαρμογή της, δεν θα διέφερε το συνολικώς εξαγόμενο ποσό αυτής από εκείνο που προέκυψε με την κατ' έτος αναπροσαρμογή.

γ) Από τα αναφερόμενα ως προς την πρωτοδίκως προβληθείσα και με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος επαναφερθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, καθίσταται σαφές, ότι το Εφετείο έκρινε με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, ότι -υποτιθέμενα αληθή- "τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ", ενώ στη συνεχόμενη αιτιολογία του προσδιορίζει εμφατικά την εύλογη αιτία αρνήσεως από τον αναιρεσίβλητο παροχής διευκολύνσεων για την από τον αναιρεσείοντα χρήση του καταστήματος, χωρίς να αποτελεί το από τις αποδείξεις συναγόμενο αυτό συμπέρασμα, καθοριστικό στοιχείο του υπαγωγικού συλλογισμού, με τον οποίο καταλήγει σε απόρριψη της ενστάσεως ως ουσιαστικά αβάσιμης, ούτε να δημιουργείται αμφιβολία ότι για την απορριπτική κρίση του έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα περιστατικά που αποδείχθηκαν.

Διότι εξεταζόμενα στο σύνολό τους αυτά τα περιστατικά, όπως εκτίθενται και στις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος πρωτοδίκως και κατ' έφεση και στο αναιρετήριο, δεν παρίσταται, ενόψει αυτών, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη,ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του αγωγικού δικαιώματος, ως αναγόμενα σε μη καλοπροαίρετη μεν, όχι όμως αναίτια και αδικαιολόγητη, επανειλημμένη χρήση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των από την κυριότητά του στο μίσθιο εξουσιών, για να καταστήσει ανέφικτη τη χρήση του ως νομίμως λειτουργούντος καταστήματος στον, αυθαιρέτως και με ιδιοτελή επιδίωξη την καθήλωση του καταβαλλόμενου μισθώματος σε υπερβολικά αναντίστοιχα χαμηλότερο επίπεδο από το ελεύθερο μίσθωμα, αναιρεσείοντα, προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτός εμμέσως να εγκαταλείψει το μίσθιο, λόγω του χρονοβόρου, δαπανηρού και ατελέσφορου της δια της δικαστικής οδού ικανοποιήσεως του σχετικού αιτήματός του.

Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος κατά το οικείο μέρος, δεύτερος και τρίτος από το κύριο αναιρετήριο και δεύτερος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 2. Ο εκ του άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), ή παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο (κατά το οικείο μέρος) του κύριου δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά που προέτεινε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο προκύπτει ότι τα περιστατικά που προέβαλε για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αναφέρονται α) σε μη λειτουργία του καταστήματος από 1-7-1990 έως 30-9-1997, β) σε δόλιες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου για την αποτροπή λειτουργίας του καταστήματος και γ) μη αποκόμιση ωφελειών από τη χρήση του, που δεν έχει αυτοτέλεια, αφού είναι αυτονόητη συνέπεια της μη λειτουργίας του καταστήματος.

Επομένως, εφόσον τα περιστατικά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, δεν παρέλειψε αυτό να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ο ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ. Πολ. Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, χωρίς να αναφέρει μη προσκόμιση ή μη λήψη υπόψη κάποιου από τα έγγραφα αυτά.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα: α) 265/1990 και 1258/1991 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας και του Πολυμελούς Πειραιώς β) 738/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς γ) 1070/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ., πρώτος, κατά το οικείο μέρος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.- Β) Επί της από 4-10-2006 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ.

Κατά το άρθρο 651 του Κ.Πολ.Δικ. "οι τελεσίδικες αποφάσεις για τις διαφορές του άρθρου 17 παρ. 2 αποτελούν δεδικασμένο. Οι αποφάσεις για την παράδοση η απόδοση της χρήσης του μισθίου αποτελούν δεδικασμένο μόνον ως προς το ζήτημα της παράδοσης ή απόδοσης της χρήσης του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως".

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 331 του Κ.Πολ.Δικ. ωςπρος τα αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου, προκύπτει ότι εκτός της εμβέλειας του δεδικασμένου των αποφάσεων που κρίνουν την ύπαρξη ή ανυπαρξία αξιώσεως προς παράδοση ή απόδοση μισθίου παραμένουν τα ζητήματα που κρίνονται παρεμπιπτόντως, ακόμα και αν το δικαστήριο θα ήταν καθ' ύλην αρμόδιο ως προς αυτά, καταγόμενα αυτοτελώς ενώπιόν του.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση, αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση (Ολ ΑΠ 15/1988).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα : "Με το από 1/3/1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως πράγματος που συνωμολογήθη και υπεγράφη μεταξύ των συνεκμισθωτών Ψ και του ενάγοντα Ψ αφ' ενός και του τρίτου εναγομένου Ψ3 αφ' ετέρου, μισθωτού, οι πρώτοι εκμίσθωσαν στο δεύτερο μία οικοδομή ιδιοκτησίας τους, οικοδομεμένη επί οικοπέδου επιφανείας μ2 210 κειμένη στον ....

επί της οδού .... Επί της εν λόγω οικοδομής συνεστήθησαν νομοτύπως δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, μία αποτελούμενη από τον πρώτο όροφο και το μεσοπάτωμα της οικοδομής, ιδιοκτησίας του ενάγοντα Ψ, και η άλλη αποτελούμενη από το ισόγειο η οποία αργότερα, νομοτύπως μεταβιβάσθηκε τελικά στον ενάγοντα, ο οποίος έτσι κατέστη κύριος ολοκλήρου του μισθίου ακινήτου.

Ειδικότερα ο συνεκμισθωτής Φ , ο οποίος απεβίωσε στις 28/7/1987, εν ζωή όντας, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της Σ/φου Αθηνών Ελ. Κίτσιου, νομίμως μεταγραμμένο, την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία αυτού την μεταβίβασε κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον συνεκμισθωτή πρώτο ενάγοντα και το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου στον αδελφό αυτού Ν με αιτία την γονική παροχή, την δε επικαρπία, με αιτία θανάτου, την μεταβίβασε στην σύζυγό του.

Αυτή με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Σ/φου Αθηνών Ρ. Κωστοπούλου παραιτήθη υπέρ του πρώτου ενάγοντος από το 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ του δικαιώματος επικαρπίας και του μεταβίβασε με αιτία την δωρεά εν ζωή το δικαίωμα , ενάσκησης της επικαρπίας στο υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου. Τέλος δε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Σ/φου που μετεγράφη νόμιμα ο αδελφός του πρώτου ενάγοντα του μεταβίβασε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας.

Το εν λόγω ακίνητο εξεμισθώθη_στον τρίτο εναγόμενο προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει ως ψητοπωλείο - Ταβέρνα. Η μίσθωση αυτή, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του ΝΔ 1230/1972 και του Ν. 813/1978. Στις αρχές του έτους_1977 ο ανωτέρω μισθωτής τρίτος εναγόμενος άνοιξε σε άλλη περιοχή νέα επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο εργασίας (Ταβέρνα) και στο επίδικο μίσθιο εγκατεστάθη _ο πρώτος εναγόμενος Χ, στο οποίο λειτουργούσε επίσης ίδια επιχείρηση (Ταβέρνα).

Οι ανωτέρω συνεκμισθωτές υπολαβόντες ότι εγένετο υπεκμίσθωση του μισθίου χωρίς δικαίωμα εκ μέρους του μισθωτή, άσκησαν σχετική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία ζητούσαν την έξωση του μισθωτή για παράβαση όρου του ανωτέρω συμφωνητικού μισθώσεως. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 312/1977 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχθείσα, ότι δεν έγινε υπεκμίσθωση όπως υποστήριζαν οι εκμισθωτές, αλλά νομότυπη σύσταση εταιρείας (ετερόρρυθμης), ως είχε δικαίωμα να κάνει ο μισθωτής με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό μισθώσεως.

Η εταιρεία αυτή συνεστήθη μεταξύ του μισθωτή Ψ3 και της θυγατέρας του δευτέρας εναγομένης Ζ, συζύγου του πρώτου εναγομένου, με την επωνυμία "Ζ και Σία ΕΕΕ". Κατά της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο και κατέστη έτσι αυτή τελεσίδικη. Το δεδικασμένο που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση δεσμεύει τους διαδίκους της ως άνω δίκης, δηλαδή τόσο τον ενάγοντα εκμισθωτή όσο και τον τρίτο εναγόμενο μισθωτή, όπως αυτός νόμιμα και βάσιμα ισχυρίζεται με τις προτάσεις του;

στα πλαίσια της παρούσας δίκης, αφού η αγωγή εφ' ης εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, βασίζεται στον ίδιο αγωγικό ισχυρισμό της πρώτης ως άνω αγωγής, ότι δηλαδή παράνομα και αυθαίρετα παρεχώρησε ο τρίτος εναγόμενος τη χρήση του μισθίου στον πρώτο εναγόμενο.

Συνεπώς η αγωγή (εφ' ης εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση) καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του τρίτου εναγομένου είναι κατ' ουσία αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Ο ενάγων Ψ άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19/7/1990 αγωγή του κατά του μισθωτή, της θυγατέρας του και του συζύγου της με την οποία ζητούσε επί τη βάση των ίδιων πραγματικών περιστατικών (πλην του χρονικού διαστήματος) που εκτίθενται και στην προκείμενη αγωγή, την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή του ποσού των δρχ 25.320.000 για απωλεσθέντα μισθώματα από το μήνα Μάρτιο 1987 έως και τον Ιούνιο 1990, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξίας άλλως να υποχρεωθεί προς τούτο ο πρώτος εναγόμενος ως κακόπιστος κάτοχος.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη ερήμην των εναγομένων η υπ' αριθ 1015/1991 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, μετά δε από έφεση, εξεδόθη η υπ' αριθ. 983/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και μετά από αναίρεση κατ' αυτής, η υπ' αριθ. 1522/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την τελευταία και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, το όποίο έδωσε την υπ' αριθ. 516/1998 απόφαση.

Με την εν λόγω απόφαση απερρίφθη η αγωγή λόγω δεδικασμένου για τον τρίτο εναγόμενο και εγένετο μερικώς δεκτή για τους δύο πρώτους εναγόμενους ως βάσιμη και .κατ' ουσία δεχθέν το Δικαστήριο ότι καίτοι υπάρχει δεδικασμένο που προκύπτει από την προμνησθείσα υπ' αριθ. 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που κατέστη τελεσίδικη για τον μισθωτή τρίτο εναγόμενο, ότι αυτός είχε δικαίωμα να συστήσει και νομοτύπως συνέστησε την εταιρεία "Ζ και Σία ΕΕΕ", (αργότερα μετενομάσθη σε Ψ3 και Σία ΕΕ") με την αδελφή του δευτέρα εναγομένη, εν τούτοις η εν λόγω εναγομένη υπέχει ευθύνη εξ αδικοπραξίας διότι εικονικώς συνέστησε την εταιρεία αυτή με τον μισθωτή αδελφό της προκειμένου να αντικρούσουν την ανωτέρω αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και συνεπώς τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της, πρώτος εναγόμενος, που εκμεταλευόταν το μίσθιο, έχουν υποχρέωση προς αποζημίωση του ενάγοντα λόγω αδικοπραξίας εις βάρος του, ο δε τελευταίος εναγόμενος και κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1096, 1098, 1099 ΑΚ.

Ειδικότερα δέχθηκε, κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της αιτιολογίες, ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν κακής πίστεως νομέας του επιδίκου καταστήματος, διότι κατέλαβε και κατείχε αυτό αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα και κατόπιν παραχωρήσεώς του από τον μισθωτή Ψ3, ο οποίος δεν είχε τέτοιο δικαίωμα (παραχωρήσεως) και ότι για την συγκάλυψη της παρανομίας αυτής ο μισθωτής Ψ3 μαζί με την δεύτερη εναγομένη αδελφή του Ζ, και σύζυγο του πρώτου εναγομένου, σύστησαν ετερόρρυθμη εταιρεία, γιατί ήταν επιτρεπτή η εκμετάλλευση του μισθίου από τον μισθωτή Ψ3 με τη μορφή της εταιρείας, ενώ στην πραγματικότητα η εταιρεία αυτή ήταν εικονική, όλα δε αυτά διαπράχθηκαν από κοινού και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο αυτόν (πρώτο), προκειμένου ο τελευταίος (Χ) να αποκομίσει παράνομα οφέλη από την περιουσία του ενάγοντα, αφού αυτός έτσι δεν υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτόν το μίσθωμα το οποίο πράγματι θα έπρεπε να καταβάλει, αλλά πολύ ολιγότερο, και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ανερχόταν στο ποσό των 18..000 δρχ τον μήνα.

Το δικαίωμα του ενάγοντα έναντι και των δύο εναγομένων (με βάση την αδικοπραξία και αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 18-1985 έως 3-6-90), αλλά και έναντι μόνο του πρώτου εναγομένου (με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1096 επ ΑΚ και αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 13-1917 έως 31-7-1985) συνίσταται να αποκτήσει αυτός την καταβολή ελευθέρου μισθώματος, δηλαδή εκείνου που με βάσει τις αρχές της και της πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, θα μπορούσε αυτός ο ίδιος να επιτύχει υπό καθεστώς ελευθέρων διαπραγματεύσεων, συνεκτιμώντας την θέση, έκταση και κατάσταση του μισθίου και τις τυχόν κατά περίπτωση ειδικές συνθήκες, οι οποίες για την υπόψη περίπτωση πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Κατά την κρατήσασα γνώμη από την τελεσίδικη αυτή απόφαση απορρέει δεδικασμένο τόσο ως προς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες συνέβη η αδικοπραξία και την υπαιτιότητα των δύο πρώτων των εναγομένων (Κ.Πολ.Δικ. 321 επ)". 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος έναντι του τρίτου εναγομένου μισθωτή του καταστήματος Ψ3 στο από τη μισθωτική σχέση δικαίωμα του τελευταίου για σύσταση εταιρίας, που αποτέλεσε παρεμπίπτον ζήτημα της 312/1977 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορριπτικής σχετικής αγωγής των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος για απόδοση της χρήσης του μισθίου και της 516/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί ανάλογου περιεχομένου με την ένδικη (και για προγενέστερο χρόνο) αγωγής των αναιρεσειόντων και δέχθηκε εσφαλμένως ότι η 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, παρά τους περιορισμούς του άρθρου 651 Κ.Πολ.Δικ., αποτελούσε δεδικασμένο, πέρα από το κύριο ζήτημα της αποδόσεως τη χρήσεως του μισθίου και για το ως άνω προκριματικό ζήτημα, πλην όμως η κρίση της αυτή, μολονότι εσφαλμένη, καλύπτεται από το δεδικασμένο του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δικ.

και στηρίζει έτσι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρά την εσφαλμένη και πλεοναστική κρίση της τελευταίας ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου και από την 312/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επομένως ο αντίθετος, πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.- 2.

Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του Α.Κ. "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση...". Κατά δε το άρθρο 938 του Α.Κ. "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σε αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι, μετά την πενταετή παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, ο υπόχρεος σε αποζημίωση υποχρεούται να αποδώσει στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλεια που περιήλθε στον ίδιο από την αδικοπραξία, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξιώσεως από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας. Αν όμως η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο219 Κ.Πολ.Δικ.), υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, τότε για την πληρότητα της επικουρικής αυτής αγωγής, αν μεν η κύρια βάση στηρίζεται στη σύμβαση, πρέπει να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, αν δε η κύρια βάση στηρίζεται στην αδικοπραξία, τότε πρέπει να αναφέρεται μόνον η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία, αφού η παραγραφή της σχετικής αξιώσεως απόκειται στον εναγόμενο να την προτείνει κατ' ένσταση (άρθρο 277 Α.Κ.), ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξιώσεως από αδικοπραξία να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 Α.Κ.

επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος να του αποδώσει τα ωφελήματα από την αυθαίρετη χρήση του μισθίου κυρίως με βάσει τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν νόμιμη και κατά την επικουρική βάση της του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.), αφού είχε επικαλεσθεί με το αγωγικό δικόγραφο ο αναιρεσείων τα περιστατικά του σε βάρος της περιουσίας του αδικαιολόγητου πλουτισμού του αδικοπραγήσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου και στην προαίρεση του τελευταίου εναπείκειτο η πρόταση της ενστάσεως παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία, ώστε να απορριφθεί η αγωγική αυτή βάση, για να δημιουργηθεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για τα εξαχθέντα ωφελήματα του μισθίου του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο για το από 1-7-1990 έως 29-7-1993 χρονικό διάστημα, κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία (άρθρα 914, 297, 298, 1096 επ., 1099 Α.Κ.), λόγω 5ετούς παραγραφής (άρθρο 937 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), κατόπιν παραδοχής σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 938 και 904 επ.

Α.Κ. απέρριψε ακολούθως, και την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη "λόγω της επιβοηθητικής φύσεώς της, ως ασκούμενης όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις, ασκήσεως της αγωγής από σύμβαση ή από αδικοπραξία" και είναι γι' αυτό βάσιμος ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως, ενώ δεν συγκροτείται υπό τα ανωτέρω περιστατικά και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

3. Κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "'Οποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την προκαλούμενη από περισσοτέρους παρανόμως και υπαιτίως ζημία, δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη αυτών έναντι του δικαιούχου, είτε ενήργησαν προσυνεννοημένα μεταξύ τους είτε όχι και ανεξάρτητα από το αν είναι εφικτός ή ανέφικτος ο προσδιορισμός του μεγέθους της συμβολής καθενός από αυτούς στη ζημία, αφού αυτός ο καταμερισμός ευθυνών είναι αναγκαίος μόνον στη δίκη αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον υποχρέων και όχι όταν κρίνεται το δικαίωμα του ζημιωθέντος.

Εξάλλου η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η έκθεση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα ή μη αρκούμενο σ' αυτά και απαιτώντας περισσότερα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) του δικογράφου της από 22.7.1998 αγωγής, ο αναιρεσείων-ενάγων εξέθετε σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά της διαδοχικής κατοχής του ακινήτου αυθαιρέτως και παρανόμως και δυνάμει κολάσιμης πράξεως για τον πρώτο και βάσει σύμβασης μισθώσεως για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, με τη συνδρομή και της δεύτερης που συνέπραξε στη σύσταση της εικονικής εταιρίας αρχικά με την επωνυμία "Ζ και Σια ΕΕΕ" και ακολούθως "Ψ3 και Σια ΕΕ", τις φθορές που προκλήθηκαν από αυτούς στο ακίνητο και την απαιτουμένη, κατ' αποκοπή δε προσδιοριζόμενη, δαπάνη αποκαταστάσεως κάθε επί μέρους βλάβης και φθοράς του ακινήτου και την από υπαιτιότητα όλων των εναγόμενων πρόκληση των φθορών αυτών, ζήτησε δε με αυτή να υποχρεωθούν οι τρεις αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση για αποκατάσταση των ανωτέρω βλαβών και φθορών του ακινήτου, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 6.320.000 δραχμών.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1099, 914, 926, 936, 297, 298 και 481 του ΑΚ και αρκούντως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή τους στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δικ.. Το Εφετείο, το οποίο απήτησε επί πλέον των ανωτέρω περιστατικών και να "εκτίθεται στην αγωγή χωριστά η ευθύνη κάθε εναγομένου προς αποζημίωση" - μολονότι ο καταμερισμός ευθυνών είναι αναγκαίος στη δίκη αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον συνυποχρέων και όχι όταν κρίνεται το δικαίωμα του ζημιωθέντος- και απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, ως αόριστη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Επομένως ο έκτος, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

4. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης, η λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δικ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο με τον πιο πάνω τρόπο επαναφέρονται στη δίκη για την έφεση οι ισχυρισμοί που είχαν προβληθεί στη δίκη ενώπιον του πρώτου βαθμού. Απαιτείται, συγκεκριμένα, τόσο η επανυποβολή τους, τουλάχιστον με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν, όσο και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων (ΟλΑΠ 9/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., διότι έλαβε υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προταθεί νομίμως στο πρωτόδικο δικαστήριο και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι αυτοί δεν επαναφέρθηκαν ενώπιόν του νομίμως κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ..

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., γενόμενη επισκόπηση των προτάσεών τους, που υποβλήθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, οι αναιρεσίβλητοι πρότειναν πρωτοδίκως, εκτός άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς, καταλυτικούς των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που θεμελίωναν ενστάσεις παραγραφής, και δη:

Α) όλοι οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι α) περί συμπληρώσεως της από το άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ πενταετούς παραγραφής για τη συνολική εξ αδικοπραξίας απαίτηση του αναιρεσείοντος, β) άλλως περί παραγραφής της ίδιας ως άνω απαίτησης για το χρονικό διάστημα από 1.7.1990 έως 30.7.1993, που απέχει περισσότερο από πέντε χρόνια από την επίδοση της αγωγής, και γ) άλλως, πλέον επικουρικά, περί παραγραφής της αυτής απαιτήσεως για το από 1.7.1990 έως 31.12.1992 χρονικό διάστημα, διότι αφορά καθυστερούμενες προσόδους, άλλως περιοδικές παροχές αναζητούμενες υπό μορφή αποζημιώσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αριθ. 17 και 253 του ΑΚ, και Β) επί πλέον δε ο πρώτος αναιρεσείων πρώτος εναγόμενος α) περί συμπληρώσεως της από τα άρθρα 937 παρ. 1 και 1099 του ΑΚ πενταετούς παραγραφής για τα εξαχθέντα από αυτόν, ως κακόπιστο νομέα, που απέκτησε τη νομή του μισθίου με παράνομη πράξη, ωφελήματα, και β) άλλως περί παραγραφής της απαιτήσεως επί των εξαχθέντων από τον ίδιο, ως κακόπιστο νομέα, κατά τα άρθρα 1096 και 1098 του ΑΚ, ωφελημάτων για το από 1.7.1990 έως 31.12.1992 χρονικό διάστημα, διότι αφορούν καθυστερούμενες προσόδους, άλλως περιοδικές παροχές αναζητούμενες υπό μορφή αποζημιώσεως, σύμφωνα τα άρθρα 250 αριθ. 17 και 253 του ΑΚ.

Περαιτέρω, από την επίσης παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσίβλητων, που υπέβαλαν στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτοί προς αντίκρουση του πρώτου, δεύτερου και έβδομου λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος επανέφεραν και ανέπτυξαν, πλέον ή συνοπτικά, τις προβληθείσες πρωτοδίκως ανωτέρω υπό στοιχεία Α β και γ και Β α και β ενστάσεις παραγραφής με αναφορά στις σελίδες 9 έως 13 των πρωτόδικων προτάσεών τους και από τις λέξεις "Ένσταση Παραγραφής" έως και τις λέξεις "....

κατά τα άρθρα 250 αριθ. 17 και 253 ΑΚ", προσκόμισαν δε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επικυρωμένο αντίγραφο των εν λόγω προτάσεών τους.

Συνεπώς, και παρά την έλλειψη πανηγυρικής διατυπώσεως για επαναφορά των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών στο Εφετείο, είναι φανερό, ότι οι αναιρεσίβλητοι νομίμως επανέφεραν στο Εφετείο τις προβληθείσες κατά των διαφόρων βάσεων της αγωγής ενστάσεις παραγραφής και καλώς αυτές λήφθηκαν υπόψη από τούτο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο,οι ως άνω ενστάσεις διότι δεν προτάθηκαν παραδεκτά, είναι αβάσιμος.

5. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν έλαβε υπόψη της τη βάση της αγωγής της για ευθύνη του πρώτου αναιρεσίβλητου- πρώτου εναγομένου για τα εξαχθέντα ωφελήματα ως κακόπιστου νομέα σύμφωνα με τα άρθρα 1096 και 1098 του ΑΚ. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του και τη βάση αυτή της αγωγής και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της προβληθείσας ενστάσεως παραγραφής, δεχόμενο ότι "η ένδικη αξίωση του ενάγοντα κατά τη θεμελίωση της στις διατάξεις των άρθρων 1096 επ. του ΑΚ έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή". Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά. Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διατάξεως, και μάλιστα από τη γενικότητα του όρου της "καθυστερούμενοι πρόσοδοι", που περιλαμβάνει και καρπούς φυσικούς ή πολιτικούς και ωφελήματα, τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος παρέχει, στην πενταετή παραγραφή αυτής υπόκειται και η αξίωση του κυρίου κατά του κακόπιστου νομέα και κατόχου περί αποδόσεως σε αυτόν, κατά τα άρθρα 1096 και 1098 του ΑΚ, των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το χωρίς δικαίωμα κατεχόμενο από αυτόν πράγμα, ενώ στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα υπάγεται μόνον η από το άρθρο 1094 του ΑΚ διεκδικητική αγωγή για απόδοση του πράγματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε περαιτέρω, ανελέγκτως ότι: Ο πρώτος εναγόμενος ήταν κακής πίστεως νομέας του μισθίου καταστήματος, διότι κατέλαβε και κατείχε αυτό αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα μετά την παραχώρηση του από τον τρίτο εναγόμενο μισθωτή, χωρίς ο τελευταίος να έχει, με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό μισθώσεως, δικαίωμα παραχώρησης της χρήσης του μισθίου.

Προκειμένου δε να συγκαλυφθεί η παρανομία αυτή, ο τρίτος εναγόμενος μισθωτής, ενόψει του ότι ήταν επιτρεπτή η εκμετάλλευση του μισθίου από τον ίδιο με την μορφή εταιρίας, συνέστησε με τη δεύτερη εναγόμενη, σύζυγο του πρώτου εναγόμενου, την εταιρία με την επωνυμία "Ζ και Σια ΕΕΕ", ενώ στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή ήταν εικονική.

Αυτά δε διαπράχθηκαν σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου αυτός να αποκομίσει παράνομα οφέλη από την περιουσία του ενάγοντος, αφού ο πρώτος δεν υποχρεώθηκε να καταβάλλει στο δεύτερο το μίσθωμα εκείνο, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλει, αλλά πολύ λιγότερο, ανερχόμενο στο ποσό των 18.000 δραχμών μηνιαίως.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε από τον ενάγοντα στους εναγόμενους στις 30.7.1998, ότι εκείνος έλαβε γνώση της ζημίας και των υπόχρεων προς αποζημίωση τουλάχιστον το έτος 1984 και ότι, με δεδομένο πως η παραγραφή της αξιώσεως για απόδοση των εξαχθέντων από το ακίνητο ωφελημάτων, που συνιστούν καθυστερούμενες προσόδους, αρχίζει άμα τη λήξει του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1.7.1990 έως 31.12.1992 έχει υποπέσει κατά την θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 1096 επ.

του ΑΚ, στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17 και 253 του ΑΚ και ως εκ τούτου η αγωγή του, καθό μέρος αφορά το εν λόγω χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098, 1096, 250 αριθ. 17 και 253 του Α.Κ.

και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 επ., 251, 268 εδαφ. α 297, 298 και 914 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί της από το άρθρο 1099 του αυτού Κώδικα αξιώσεως του κυρίου για αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες κατά του νομέα που απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, προκύπτει ότι σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικά, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανόμενης και της μέλλουσας, γεννάται εξαρχής, αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, εφόσον αυτή μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προβλεφθεί.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής για την όλη ζημία. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Από τη γνώση αυτή ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει το σύνολο της ζημίας, που έχει επέλθει ή μέλλει να επέλθει, εκτός από τυχόν επιμέρους κονδύλια ζημίας που η επέλευσή τους δεν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΟλΑΠ 24/2003, 40/1996, 23/1994). Η αυτή λύση προσήκει και στην περίπτωση, κατά την οποία η εξακολουθητική πρόκληση ζημιών οφείλεται σε διαρκή παράλειψη του ζημιώσαντος να άρει ορισμένη παράνομη κατάσταση, που ο ίδιος δημιούργησε, αφού η παραγραφή της αξιώσεως για αποζημίωση δεν εμποδίζεται ενόσω διαρκεί η παράλειψη, ούτε αρχίζει αφότου ο ζημιώσας, είτε έπαυσε την παράνομη προσβολή, είτε προέβη στην οφειλόμενη ενέργεια άρσης της, ώστε να μάθει ο ζημιωθείς την έκταση της ζημίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, ως προς την ασκηθείσα αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία κατά το άρθρο 1099 του ΑΚ, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Η αποδιδόμενη στον πρώτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο αδικοπραξία και η από αυτή αποθετική ζημία του αναιρεσείοντος ενάγοντος, συνίστατο στην από τον πρώτο παράνομη και εκ προθέσεως κατοχή του επίδικου ακινήτου καθόλο το επίδικο από 1.7.1990 έως 15.9.1997 χρονικό διάστημα και η αξίωση του αναιρεσείοντος ενάγοντος για καταβολή της αποζημιώσεως για το περιλαμβανόμενο σε αυτό έλασσον χρονικό διάστημα από 1.7.1990 έως 29.7.1993 έχει υποκύψει στην, εφαρμοστέα και επί της αξιώσεως του άρθρου 1099 του ΑΚ, πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αφού αυτός έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου για αποζημίωση το έτος 1984 και η ένδικη αγωγή αποζημιώσεως επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο στις 30.7.1998.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ουσιαστικά ότι η παραγραφή της ανωτέρω αξιώσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος άρχισε από την εκδήλωση της διαρκούς παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εναγομένου, με την αυθαίρετη και παράνομη κατοχή του ακινήτου και την από εκείνον, από το 1984, γνώση των επιζήμιων συνεπειών της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 268 εδάφ.

α, 297, 298, 914, 937 παρ. 1 και 1099 του ΑΚ,με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Επομένως ο αντίθετος, τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.- 8. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ Α.

Π. 1/1993), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού τότε πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ούτε επίσης όταν το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη η μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην υπόψη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 20.8.1996 κα, 24.9.1996 εξώδικων δηλώσεων - προσκλήσεων, που επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα ενάγοντα στις 23.8.1996 και 27.9.1996 με το να δεχθεί:

α) ότι αυτές προέρχονταν από τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρώτο εναγόμενο και το μοναδικό περιεχόμενό τους συνίστατο στην πρόσκληση του ιδίου να παραλάβει το μίσθιο κατάστημα και β) ότι η παραμόρφωση των εξώδικων αυτών έγινε : βα) θετικά με εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου τους, ότι αυτά είχαν αποσταλεί από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ τη μεν πρώτη εξώδικη πρόσκληση είχε αποστείλει, η εικονική ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ3 και Σια ΕΕ", όπως μετονομάστηκε η αρχικώς συσταθείσα εταιρία με την επωνυμία "Ζ και Σια ΕΕΕ", τη δε δεύτερη οι αναιρεσίβλητοι και η ανωτέρω εταιρία, αλλά σε αυτή περιεχόταν πρόσκληση της δεύτερης και του τρίτου από αυτούς και της εταιρίας, όχι όμως και του πρώτου αναιρεσίβλητου, προς τον αναιρεσείοντα να αναλάβει το μίσθιο, και ββ) αρνητικά με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων των ίδιων εξώδικων: 1) από μεν το πρώτο της περικοπής, ότι "σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 η μεταξύ μας σύμβαση μισθώσεως του επί της οδού ...

καταστήματος λήγει τις 31.8.1996. Ενόψει της εκ μέρους σας συνέχισης της υπαίτιας παρεμπόδισής μας να χρησιμοποιούμε το άνω μίσθιο ως ψητοπωλείο, όπως ρητώς είχαμε συμφωνήσει, σας δηλώνουμε, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας για την πιο πάνω παρεμπόδιση, ότι δεν επιθυμούμε την καθ' οιονδήποτε τρόπο συνέχιση μετά τις 31.8.1996 της μεταξύ μας μισθωτικής σχέσεως", με την οποία γίνεται αναφορά σε έγκυρη σύμβαση μισθώσεως υπαγόμενης στις διατάξεις του ΠΔ 34/1995 και πρόθεση για απόδοση του μισθίου με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος, 2) από δε το δεύτερο των φράσεων 2α) "μετά την εκ μέρους της μισθώτριας εταιρίας, τέταρτης εξ ημών, στην οποία μετείχαμε ως μέλη οι δύο πρώτοι, παράδοση σε σας από τις 31.8.1996 του ορισμένου και ως έδρας της εν λόγω εταιρίας επί της οδού ...

στον ... καταστήματος σας λόγω λήξεως, σύμφωνα με το Π.Δ. 34/95, της σχετικής συμβάσεως μισθώσεώς του ....", με την οποία γίνεται αναφορά στην ως άνω εταιρία ως μισθώτρια και υπόχρεη να παραδώσει με την ως άνω εξώδικη δήλωση το μίσθιο, αλλά και για την επελθούσα λήξη προφανώς έγκυρης μίσθωσης κατά το Π.Δ. 34/95, και 2β) "με την επιφύλαξη των εκ του άρθρου 60 παρ.

παρ. 1 και 2 ΠΔ 34/95 δικαιωμάτων μας οι εξ ημών πρώτος, δεύτερη και τέταρτη σας καλούμε και πάλι να παραλάβετε τα κλειδιά του ως άνω καταστήματός σας, τα οποία, μετά την εκ μέρους σας άρνηση της παραλαβής των βρίσκονται στα χέρια του δικηγόρου μας", από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν απηύθυνε στον αναιρεσείοντα πρόσκληση να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου, ενώ περαιτέρω γινόταν σε αυτή ρητή μνεία και στην επιφύλαξη επιδίωξης αποζημίωσης για την άΰλή εμπορική αξία του μισθίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.

παρ.1 και 2 του ΠΔ 34/1995. Όμως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του και για τα δύο έγγραφα, διότι το δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με τα από αυτό δεκτά γενόμενα 1) ως προς το πρόσωπο, το οποίο απηύθυνε στον αναιρεσείοντα την πρόσκληση να αναλάβει το μίσθιο, και 2) ως προς την κριθείσα αναιτιολόγητη άρνηση του ιδίου να προχωρήσει στην ενέργεια αυτή, αν και την επιδίωκε από μακρού χρόνου, δεν την συνήγαγε κύρια και αποκλειστικά από το περιεχόμενο των εξώδικων προσκλήσεων αυτών, αλλά από τη συνεκτίμηση τούτων με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία δέχθηκε, ότι η εταιρία με την επωνυμία "Ψ3 και Σια ΕΕ", πρώην με την επωνυμία "Ζ και Σια ΕΕΕ", συστάθηκε εικονικά με σκοπό να αποκρουσθεί η αγωγή αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου, επί της οποίας εκδόθηκε η αναφερθείσα υπ' αριθ. 312/1977 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ότι τη χρήση και την εκμετάλλευση του μισθίου είχε πράγματι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν κακής πίστεως νομέας του επιδίκου καταστήματος, διότι το είχε καταλάβει αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα μετά την παραχώρηση της χρήσεώς του από τον τρίτο εναγόμενο μισθωτή, που δεν είχε όμως τέτοιο δικαίωμα, από τις παραδοχές δε αυτές συνήγαγε περαιτέρω, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως υποκρυπτόμενος πίσω από την εταιρία "Ψ3 και Σια ΕΕ", ήταν εκείνος που απηύθυνε αληθώς στον αναιρεσείοντα την πρόσκληση να αναλάβει το μίσθιο, ενώ, ενόψει των ανωτέρω αρνητικών περί υπάρξεως σχέσεως μισθώσεως παραδοχών του, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην κρίση του η γενόμενη στα δύο εξώδικα επιφύλαξη του πρώτου αναιρεσίβλητου για τα δικαιώματα του από εμπορική μίσθωση και διεκδίκηση της άΰλης εμπορικής αξίας κατά το άρθρο 60 παρ.παρ. 1 και 2 του ΠΔ 34/1995 και δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με αυτή, Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξώδικων αυτών προσκλήσεων και ο αντίθετος πέμπτος κατά το πρώτος μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

9. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του αυτού Κώδικα, προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ.. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος,της υποθέσεως, τα ακόλουθα : Το έτος 1996 ο πρώτος αναιρεσίβλητος - εναγόμενος απέστειλε στον αναιρεσείοντα ενάγοντα τις από 20.8.1996 και 24.9.1996 εξώδικες προσκλήσεις, που επιδόθηκαν σ' αυτόν στις 23.8.1996 και 27.9.1996.

Με τα εξώδικα αυτά προσκαλούσε τον ενάγοντα να παραλάβει το μίσθιο κατάστημα, αλλά ο ενάγων αρνήθηκε χωρίς νόμιμη αιτιολογία να το παραλάβει, αν και από μακρού χρόνου επεδίωκε την έξωση των εναγομένων από το μίσθιο. Τελικά αυτός παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου και συνεπώς του αποδόθηκε αυτό στις 15.9.1997.

Ενόψει τούτου, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η από την απώλεια των μισθωμάτων ζημία του αναιρεσείοντος-ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 23.8.1996 έως 30.9.1997 οφειλόταν σε οικείο αυτού πταίσμα, κατά το νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου από το άρθρο 300 του ΑΚ. και δεν επιδίκασε σε αυτόν την αιτηθείσα ισόποση με το ύψος των απολεσθέντων μισθωμάτων αποζημίωση για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον ακυρωτικό έλεγχο. Ειδικότερα, ορθά κρίθηκε ότι η χωρίς νόμιμο λόγο άρνηση του αναιρεσείοντος- ενάγοντος να αναλάβει το μίσθιο μετά από διεξαχθέντα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα συνιστούσε συντρέχον πταίσμα αυτού και όχι επιβεβλημένη ενέργεια για τη διαφύλαξη της αξιώσεώς του επί των οφειλόμενων μισθωμάτων, αφού η ανάληψη του μισθίου μπορούσε να γίνει με την επιφύλαξη αυτού και κάθε άλλου νομίμου δικαιώματός του, ούτε αποτελούσε εύλογη αιτία να αρνηθεί να προβεί σε αυτή η εκφραζόμενη στα εξώδικα και συνδεόμενη με την από τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρόταση αποδόσεως του μισθίου με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του από την επικαλούμενη από αυτόν σύμβαση εμπορικής μισθώσεως.

Δεν συνιστά δε ανεπαρκή αιτιολογία η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο των δύο εξώδικων προσκλήσεων για την παραλαβή του μισθίου, ενώ τη χωρίς νόμιμη αίτια άρνηση αναλήψεως του μισθίου τη συνδέει αιτιωδώς με την επιδειχθείσα από το 1997 έως την επίδοση των εξώδικων προσκλήσεων εμμονή του για έξωση των αναιρεσιβλήτων από το μίσθιο.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., γι' αυτό και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πέμπτο, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.- 10. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι ο δικαστής, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δικ.

λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δικ., διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που προσκόμισαν σε αυτό με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσίβλήτων ...

ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που έχει καταχωρισθεί στην υπ' αριθ. 1.507/2000 εισηγητική έκθεση. Όμως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην υπ' αριθ. 1.507/2000 (αριθμός δημοσιεύσεως 271/2001) εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, μεταξύ δε αυτών και του ως άνω μάρτυρα των αναιρεσίβλήτων, για τη συνεκτίμηση της οποίας δεν καταλείπεται αμφιβολία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για φθορές του μισθίου του, ποσού 6.320.000 δραχμών και για απόδοση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των ωφελημάτων του πρώτου αναιρεσιβλήτου - εναγομένου από την αυθαίρετη κατοχή του μισθίου του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1990 έως 29-7-1993, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως με πρόσθετους λόγους.

Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση και από 24-12-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 943/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Δέχεται κατά ένα μέρος την από 4-10-2006 αίτηση του Ψ για αναίρεση της 943/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Αναιρεί την 943/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ