28/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated28/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Full text
Απόφαση 28 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 28/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Σπυροπούλου.
Της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: Ψ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Τιτίκα Νικέα-Μουράτογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-5-2003 και 5-1-2004 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1985/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3169/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητουν οι διάδικοι με τις από 7-5-2007 και 12-9-2007 αντίθετες αιτήσείς τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις από 14-9-2007 και 28-11-2008 εκθέσεις της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (8-12-2008) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1)Η από 26-2-2007 αίτηση αναίρεσης της Ψ και β) η από 12-9-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 3169/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι' αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθία τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, κανείς από τους διαδίκους συζύγους, έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε επί αντιθέτων εφέσεων των αναιρεσειόντων συζύγων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δέχθηκε τις αντίθετες αγωγές διαζυγίου των διαδίκων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, που αφορούσε το πρόσωπο του άλλου συζύγου, δέχθηκε, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι "οι σχέσεις των διαδίκων συζύγων έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου σχέσεως να είναι αφόρητη για τους διαδίκους, δεκτών γενομένων επομένως των συνεκδικαζομένων αγωγών, ως και ουσία βασίμων και ότι η εκκαλουμένη απόφαση η οποία αξιολόγησε κατά τον ίδιο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, επιπλέον δε ότι υποστηρίζεται στις εφέσεις κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικώς αβάσιμο, ώστε αυτές πρέπει να απορριφθούν συνολικώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμες".
Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες, αλλά ομόρροπες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι οι αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεων, δεν έχουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν κατά της απόφασης του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου τους αναιρεσιβλήτου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού ο γάμος τους έχει λυθεί με την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή εκάστου αναιρεσείοντος συζύγου και ως προς αυτόν κατέστη η εν λόγω απόφαση αμετάκλητη.
Περαιτέρω δε στις σχετικές με την υπαιτιότητα εκάστου, στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, αιτιολογίες της απόφασης του Εφετείου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον. Επομένως, οι ένδικες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες έκαστος των αναιρεσειόντων συζύγων πλήττει αυτήν κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση και συνακόλουθα την αγωγή εκάστου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη κάθε αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες α) από 7 Μαΐου 2007 αίτηση της Ψ και β) από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3169/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει για καθένα σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ