28/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 28 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated28/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 28 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 28 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 28/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: ..... (αναφέρονται τα ονόματα 78 αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ο οποίος δήλωσε ότι: ο 1ος αναιρεσίβλητος ..., έχει αποβιώσει και συνεχίζουν τη δίκη οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α)..., 2)... και .... και 3)... .
..... (αναφέρονται διορθώσεις)
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2021/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8424/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/8/2002 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 518/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 3/5/2004 κλήση των αναιρεσίβλητων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 3/2/2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-καλούντων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α΄, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρείουσα, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση, απεβίωσαν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ... , ο οποίος, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τους γιους του ... και ... και ο εβδομηκοστός τέταρτος αναιρεσίβλητος ...., ο οποίος, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του ..., ... και ... .... Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω θανάτου εκείνων βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε σε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη τουκαι άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι απασχολούνται στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ανήκουν στο μόνιμο προσωπικό της στην κατηγορία ΕΤ (εργατοτεχνίτες) και στις ειδικότερες κατηγορίες ΕΤ1 (τεχνίτες) και ΕΤ2 (εργάτες), οι δε σχέσεις εργασίας τους ρυθμίζονται πέραν των διατάξεων του νόμου και από τις καταρτιζόμενες Ε.Σ.Σ.Ε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εργοδότριας και της Ομοσπονδίας των εργαζομένων. Για την υλοποίηση του όρου 5 της από 19.5.1993 Ε.Σ.Σ.Ε εκδόθηκε η ... απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας που ενέκρινε τη μισθολογική προώθηση από την 1.1.1993 του προσωπικού των κατηγοριών ΜΕ και ΣΕ όλων των κλάδων, μαζί με τον κλάδο ΕΚ (ειδικών καθηκόντων), εκτός από τις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2. Στην παραπάνω απόφαση ορίστηκαν και τα εξής : "Βαθμολογικά δεν επέρχεται καμιά μεταβολή στους καταληκτικούς βαθμούς, που παραμένουν οι ίδιοι για όλες τις κατηγορίες. Αντίθετα, μισθολογικά οι καταληκτικοί βαθμοί ορίζονται ως ακολούθως: 1. Για την κατηγορία ΣΕ ως καταληκτικός βαθμός ορίζεται ο επόμενος του ήδη χορηγουμένου. 2. Για την κατηγορία ΜΕ ως καταληκτικός μισθολογικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του πρώτου βαθμού συν 20% (δύο τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού) 3. Προκειμένου να μη διαταραχθεί η μισθολογική διαφορά μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών που προβλέπεται από τον κανονισμό του προσωπικού, ούτε η ιεραρχική τάξη μετά την ανωτέρω ρύθμιση, ορίζονται τα εξής : α) για την κατηγορία ΑΡ ως καταληκτικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του 1ου βαθμού συν 30% (τρεις τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού), β) για την κατηγορία ΑΤ ως καταληκτικός μισθολογικός βαθμός ορίζεται ο βασικός μισθός του 1ου βαθμού συν 40% (τέσσερες τριετίες πέραν του πρώτου βαθμού), γ) στις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2 χορηγείται μια επιπλέον μισθολογική προαγωγή από 10% από 1.1.1994. Για τις κατηγορίες ΑΡ, ΑΤ, ΕΤ1 και ΕΤ2 ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των ανωτέρω ρυθμίσεων ορίζεται η 1-1-1994. Η τρίτη τριετία στην κατηγορία ΑΡ και η τέταρτη στην κατηγορία ΑΤ θα δοθούν από 1-1-1996...". Η συμβατική αυτή ρύθμιση διατηρήθηκε σε ισχύ με όρο της από 8.10.1993 ΕΣΣΕ και απέκτησε εκτελεστότητα και υποχρεωτική ισχύ. Από την αδιάστικτη διατύπωση της παραγράφου 3γ της εν λόγω ρύθμισης, προκύπτει ότι, σε όλους τους εργαζόμενους της αναιρεσείουσας, που ανήκουν στις κατηγορίες ΕΤ1 και ΕΤ2, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχουν και την υπηρεσιακή τους κατάσταση, συμφωνήθηκε μια επιπλέον μισθολογική προαγωγή από 10%, επί του βασικού μηνιαίου μισθού τους, χωρίς να προκύπτει ότι αυτή δόθηκε μόνο σε εκείνους τους εργαζόμενους που κατά την 1.1.1994 θα συμπλήρωναν τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον καταληκτικό βαθμό, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν ορίστηκε στην απόφαση αυτή για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως αντίθετα διευκρινίσθηκε σχετικά με τις άλλες κατηγορίες. Η παρ. 3γ δηλαδή συμφωνήθηκε απονεμητική σε όλους τους εργαζομένους της κατηγορίας ΕΤ και δεν αφορά σε ρύθμιση αύξησης του καταληκτικού βαθμού της εν λόγω κατηγορίας, ο δε αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος. Το ΔΣ της αναιρεσείουσας επομένως δέχθηκε συμβατικά να ικανοποιήσει τους εργατοτεχνίτες που είναι χαμηλόμισθοι σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας τους, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας .... , μέλος του ΔΣ κατά το χρόνο εκδόσεως της παραπάνω απόφασης. Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι, είναι αντισυμβατική η συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, που ενώ χορήγησε τη μισθολογική προαγωγή στους εργαζομένους των κατηγοριών ΕΤ1 και ΕΤ2, που κατά την 1.1.1994 κατείχαν τον καταληκτικό βαθμό, αρνήθηκε να την χορηγήσει στους αναιρεσίβλητους που δεν κατείχαν τον καταληκτικό βαθμό κατά την παραπάνω ημερομηνία. Από τις παραπάνω αιτιολογίες προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, η διατύπωση της παρ. 3γ της παραπάνω απόφασης του ΔΣ της αναιρεσείουσας είναι αδιάστικτη, ότι δηλαδή δεν είναι υπάρχει κενό ή αμφιβολία για το περιεχόμενο της σύμβασης που καταρτίσθηκε με την απόφαση αυτή και την αποδοχή της από τους εργαζομένους, δέχθηκε έμμεσα την ύπαρξη τέτοιου κενού ή αμφιβολίας, αφού κατέληξε ερμηνευτικώς στην κρίση ότι χορηγήθηκε μισθολογική προαγωγή σε όλους τους εργαζομένους των κατηγοριών ΕΤ1 και ΕΤ2 και όχι μόνο σε εκείνους που κατείχαν τον καταληκτικό βαθμό, αφού για ενίσχυση της κρίσης του αυτής άντλησε επιχείρημα από το σκοπό της διάταξης αυτής, ο οποίος κατά το Εφετείο συνίσταται στην ικανοποίηση όλων των εργατοτεχνιτών που είναι χαμηλόμισθοι σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας τους και έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία έξω από τη συμβατική ρύθμιση, όπως είναι η κατάθεση του μάρτυρα ... , ο οποίος αναφέρθηκε στο σκοπό της σύμβασης, χωρίς όμως να προσφύγει, όπως όφειλε, κατά προεκτεθέντα, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καθόσον από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόστηκαν. Κατά συνέπεια με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε δια της μη εφαρμογής τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες και επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8424/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ