Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting plaintiff's claim for unjust enrichment due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurobank against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The plaintiff argued that the defendant's claim of unjust enrichment was abusive, but the court found no legal grounds for this assertion. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiff was ordered to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 281A of the Civil Code; The defense of unjust enrichment is not admissible unless the plaintiff demonstrates a reasonable belief that the defendant will not exercise their right or cites specific circumstances justifying the subsequent assertion of the defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 289 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13584/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2501/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2022 αίτησή της και τους από 29/1/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2501/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας -ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 13584/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 23.12.2016 αγωγή της, δεχόμενο πλασματική ερημοδικία αυτής, λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και ο από 29.1.2024 πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις ....2024 και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις ....2024 (βλ.
την ...2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α. Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 4.3.2024, (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 177/2025, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και να ερευνηθεί περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο του πρόσθετου αυτού λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 2322/1995 (Φ.Ε.Κ. Α' 143/12-7-1995), περί "παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλων διατάξεων", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκειμένη υπόθεση, χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν. 4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.
αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη, τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν προς: αα. Ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Ν.Π.Δ.Δ. , Κρατικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, Δημόσιες Επιχειρήσεις γενικά, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Ταμεία, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Ανώνυμες Εταιρίες, ββ.
Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων, γγ.
Ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητάς τους 2. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής, Επιτροπής του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου:
α. Προς ημεδαπές τράπεζες ή αλλοδαπές τραπεζικές εταιρίες, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα για τις πιστώσεις που χορηγούν στα πλαίσια των διευκολύνσεων που παρέχει η Ελλάδα σε άλλες χώρες, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων ή υπηρεσιών, β. Για κάλυψη ομολογιακών δανείων, που εκδίδονται στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, από Ν.Π.Δ.Δ., Κρατικά, Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, Δημόσιες Επιχειρήσεις γενικά, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς και Ταμεία και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. 6.
Τα δάνεια χορηγούνται στους φορείς των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου από τράπεζες, πιστωτικά ιδρύματα και κοινοπραξία τραπεζών. Η διαδικασία επιλογής δανείστριας τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος, ο ελάχιστος αριθμός τραπεζών που είναι απαραίτητος για την υποβολή προσφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 7.
Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες. 8. α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ϊ) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ίί) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή γ.
Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Επίσης, με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 2322/1995 ορίσθηκε ότι: "4.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος υπολογισμού της προμήθειας, η διαδικασία είσπραξης από τα πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς, απόδοσης των σχετικών ποσών στο Δημόσιο και βεβαίωσης ως εσόδου του Ελληνικού Δημοσίου των ποσών που δεν εισπράττονται, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".
Τέλος, με το άρθρο 11 Ν. 2322/1995, προβλέφθηκαν τα εξής: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.
Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.
Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Α.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Με την υπ' αριθ. ....2007 (ΦΕΚ ....2007) Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών η οποία εκδόθηκε με βάση: 1. Τις διατάξεις του ν. 1558/1985 (ΦΕΚ Α' 137) " Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε. 2. Το ν. 1266/1982 "Περί Οργάνων ασκήσεως της νομισματικής πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις". 3.
Τις διατάξεις του ν. 128/1975 όπως ισχύει, "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών αναφερομένων εις την λειτουργία του χρηματοδοτικού συστήματος". 4. Τις διατάξεις με αριθμό 37930/ΔΙΟΕ 1264/14.10.2005 (ΦΕΚ 1432 τ.Β') κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών "Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών" όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμόν 5733/ΔΙΟΕ 179/2006 (ΦΕΚ 204 τ.Β') όμοια απόφαση. 5.
Την πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 1620/5.10.1989 "Ρυθμίσεις οφειλών για τραπεζικό δανεισμό" όπως ισχύει. 6. Τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 8 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 29.8.2007 (ΦΕΚ 205/τ.Α'). 7. Τις έκτακτες ανάγκες για κεφάλαια κίνησης και λοιπές πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν δημιουργηθεί στις επιχειρήσεις και επαγγελματίες των Νομών Μεσσηνίας Ηλείας Αρκαδίας Λακωνίας Εύβοιας, καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, αποφασίστηκε η ρύθμιση οφειλών και η χορήγηση κεφαλαίων κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που ευρίσκονται και λειτουργούν στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας, καθώς και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007 ως εξής: "Α.
Ρυθμίσεις οφειλών Όλες οι οφειλές ληξιπρόθεσμες και μη μέχρι την ....2007 των επιχειρήσεων και επαγγελματιών που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, κεφαλαιοποιούνται και γίνονται ένα νέο δάνειο με περίοδο χάριτος 28 μηνών και με πρώτη καταβλητέα δόση την ....2009. Το υπόλοιπο δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις.
Η συνολική διάρκεια της ρύθμισης του δανείου ορίζεται σε δέκα χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Οι τόκοι του δανείου της περιόδου χάριτος θα επιδοτούνται κατά 100% από το λογαριασμό του ν. 128/1975 και για τη λοιπή διάρκεια του δανείου κατά 50%. Ως επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975.
Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Για το κεφάλαιο και τους τόκους των δανείων αυτών θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 όπως ισχύει. Β. Χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Επιτρέπεται η χορήγηση κεφαλαίων κίνησης από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για ανάγκες και κεφάλαιο κίνησης της ....1991 όπως ισχύει. Τα δάνεια αυτά θα επιδοτούνται από το λογ/σμό του ν. 128/1975 ως εξής: α. Για δάνεια μέχρι 5.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 100%. β. Για δάνεια μέχρι 20.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 80%.
δ. Για δάνεια μέχρι 60.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 50%. ε. Για δάνεια μέχρι 90.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 30%. Το ποσοστό επιδότησης τόκων θα είναι ενιαίο για όλο το ποσό του δανείου. Τα ανωτέρω δάνεια θα χορηγούνται κατ' ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και θα είναι διάρκειας 60 μηνών.".
Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με τις όμοιες υπ' αριθ. ....2007 (ΦΕΚ ....2007) και ....2007 (ΦΕΚ ....2007) αποφάσεις του αυτού ως άνω Υπουργού, με την πρώτη των οποίων ορίστηκε ότι: "Τροποποιούμε την υπ' αριθμ. ....2007 (ΦΕΚ ....2007) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ως ακολούθως: 1. Στον τίτλο της ανωτέρω απόφασης να διαγραφεί η έκφραση "που επλήγησαν από πυρκαγιές του έτους 2007". 2.
Στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου του κεφαλαίου Α. "Ρυθμίσεις οφειλών" μετά την λέξη επαγγελματιών προστίθεται η φράση "των ως άνω νομών, οι οποίοι νομοί" Κάλυψη δαπάνης: Η δαπάνη που προκαλείται από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, το ύψος της οποίας δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, θα βαρύνει το λογαριασμό του ν. 128/1975.
Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στην ως άνω ρύθμιση θα πρέπει να γίνουν μέχρι ....2007.". Με τη δεύτερη από αυτές ορίστηκε ότι: "1) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των μέχρι ....2007 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τα Πιστωτικά Ιδρύματα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Ευβοίας και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, οι οποίοι νομοί επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, σε ένα νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος από ...2007 μέχρι ....2009.
Η συνολική διάρκεια του δανείου της ρύθμισης ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Η πρώτη δόση του εν λόγω δανείου θα καταβληθεί την 30.6.2010. Το επιτόκιο του δανείου της ρύθμισης επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθ. ....2007.
Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα ισχύει για το 80% των ρυθμιζόμενων οφειλών και των αναλογούντων σ' αυτές τόκων και μέχρι του ποσού των € 20.000.000,00 ανά επιχείρηση. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου θα παρέχεται και για τις εμπορικές επιχειρήσεις, εγγεγραμμένα μέλη των επιμελητηρίων, και για τους επαγγελματίες των ως άνω Νομών, των οποίων οι προς ρύθμιση οφειλές δεν υπερβαίνουν το ποσό των € 100.000,00.
Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την ....2009, ενώ η πρώτη δόση του εν λόγω δανείου θα καταβληθεί την 30.6.2010. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ....2006 (ΦΕΚ16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. 2) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης, πενταετούς διάρκειας συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος, σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Ευβοίας και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, οι οποίες επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007.
Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμ. ....2007. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγούνται σε όλες τις επιχειρήσεις των ως άνω Νομών κατ' ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και με ανώτατο ύψος δανείου τα € 90.000,00 ανά επιχείρηση.
Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1.1.2007 έως 27.8.2007 θα προσδιοριστεί από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το έτος 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκύψει αφού υπολογιστεί μικτός συντελεστής κέρδους 45%.
Τα ως άνω δάνεια θα εξοφλούνται σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος για το κεφάλαιο από την ημέρα της εκταμίευσης ως την ....2009. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30.6.2010. Το μη επιδοτούμενο μέρος των τόκων της περιόδου χάριτος θα καταβάλλεται από τις επιχειρήσεις. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγηθούν μέσω μίας νέας αυτοτελούς δανειακής σύμβασης.
Για τα ανωτέρω δάνεια θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το 80% του κεφαλαίου και των αναλογούντων τόκων της περιόδου χάριτος και της κανονικής περιόδου για όλες τις επιχειρήσεις. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ....2006 (ΦΕΚ16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού.".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 855 ΑΚ, το Δημόσιο, ως εγγυητής, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2322/1995, και στο πλαίσιο των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, μπορεί να προβάλει την ένσταση διζήσεως, εκτός αν προβλέπεται άλλως στην υπουργική απόφαση χορήγησης της εγγύησης ή αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εχώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή.
Πρόκειται περί γνήσιας αναβλητικής ένστασης, η οποία έχει ως συνέπεια την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελέσφορο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 855 ΑΚ και των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 328, 330 και 331 ΚΠολΔ κατά του εγγυητή (και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά).
Ειδικότερα, κατά μεν το άρθρο 855 του ΑΚ "Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση διζήσεως)", κατά δε το άρθρο 856 του ΑΚ "Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του.
Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ` αυτά". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 857 παρ. 4 του ΑΚ , εφ` όσον δεν υπάρχουν κινητά πράγματα, επί των οποίων να μπορεί ο δανειστής να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και επομένως η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της διζήσεως (ΑΠ 1129/2024, ΑΠ 205/2020).
Ο δανειστής, επομένως, στην περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει άλλα, περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε αυτά. Ο νόμος απαιτεί την επιχείρηση αναγκαστικής εκτελέσεως ατελέσφορη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο δανειστής πρέπει οπωσδήποτε να επιχειρήσει ατελέσφορη αναγκαστική εκτέλεση, διότι το άρθρο 857 αριθ. 4 ΑΚ ρητώς ορίζει ότι αποκλείεται η προβολή της ένστασης διζήσεως εάν είναι προφανές ότι θα απέβαινε άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη.
Εξετάζεται, δηλαδή, το άκαρπο εκείνης μόνο της αναγκαστικής εκτελέσεως που επιχειρείται στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του ή σε άλλα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη στα οποία ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επισχέσεως (ΑΠ 1129/2024, ΑΠ 463/1994).
Το ενδεχόμενο η εκτέλεση να αποβεί άκαρπη εκτιμάται από το Δικαστήριο με βάση τις εκάστοτε περιστάσεις, από τις οποίες πρέπει, όμως, το ενδεχόμενο αυτό να συνάγεται κατά τρόπο προφανή. Περιπτώσεις εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 857 αρ. 4 ΑΚ συνιστούν η πλήρης έλλειψη περιουσίας από τον πρωτοφειλέτη, η πραγματική ή νομική αδυναμία να επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση, η επιχείρηση άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη από άλλους δανειστές του ή από τον ίδιο δανειστή για άλλη απαίτησή του.
Άκαρπη θεωρείται η εκτέλεση και στην περίπτωση που ασήμαντο μόνο μέρος της απαίτησης θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με αυτή. Περιεχόμενο της ένστασης, του άρθρου 855 του ΑΚ, είναι η διατύπωση άρνησης για εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ίδιου του πρωτοφειλέτη και ωσότου αυτή αποβεί άκαρπη.
Προκειμένου να αποκρούσει την ένσταση, ο δανειστής έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει με αντένσταση ότι επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο και με βάση οποιασδήποτε μορφής εκτελεστό τίτλο, καθώς και ότι η επιχειρηθείσα εκτέλεση απέβη άκαρπη. Ειδικότερα, σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, ο δανειστής κατά τη διάταξη του άρθρου 856 του ΑΚ, επιβάλλεται αλλά και αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι έχει επιχειρήσει προηγουμένως άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα που ανήκουν στον πρωτοφειλέτη και βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας του ή της διαμονής του τελευταίου.
Η απόδειξη μάλιστα θα γίνει, είτε με έκθεση του δικαστικού επιμελητή, στην οποία θα βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε για κατάσχεση ούτε κινητή ούτε ακίνητη περιουσία, είτε με τον πίνακα κατάταξης από τον οποίο θα προκύπτει ότι το πλειστηρίασμα δεν είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί ο δανειστής (που όμως τουλάχιστον αναγγέλθηκε).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1352/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 855 ΑΚ, άρθρ. 11 παρ. 1, 2, 3, 4 ν. 2322/1995, καθώς και των διατάξεων των υπ' αριθμ. ....2007 (ΦΕΚ ...-2007), ....2007 (ΦΕΚ ....2007), και ....2007 (ΦΕΚ ....2007) Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ιδίως της παρ. 2 υποπαράγραφοι 6, 7, 8 της τελευταίας, δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση διζήσεως που πρόβαλε το αναιρεσίβλητο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τη ...-2005 σύμβαση πίστωσης και την ταυτάριθμη πρόσθετη πράξη αυτής, που συνάφθηκε στη Νέα Αρτάκη Εύβοιας, η τραπεζική εταιρία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας αποτελεί η εκκαλούσα "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", χορήγησε στον Ι.
Σ. του Φ. , ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση στο όνομά του με έδρα την Νέα Αρτάκη Εύβοιας (οδός ...), πίστωση, για κεφάλαιο κίνησης, ποσού 25.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ανερχόταν κατά τον χρόνο υπογραφής της πίστωσης συνολικά σε 8,75%, σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες της άνω σύμβασης. Στη συνέχεια με την από 16-11-2006 πρόσθετη πράξη της αρχικής σύμβασης αυξήθηκε το ποσό της πίστωσης κατά το ποσό των 15.000 ευρώ και ανήλθε πλέον συνολικά στο ποσό των 40.000 ευρώ.
Την καταβολή του κεφαλαίου, τόκων (συμβατικών και υπερημερίας), προμηθειών και εξόδων, καθώς και εν γένει κάθε απαιτητού ποσού οφειλής προερχόμενο από τις συμβάσεις εγγυήθηκε ρητά εις ολόκληρον η Α. Σ. του Λ. , κάτοικος ... (τέρμα οδού ...), ρητά παραιτούμενη από την ένσταση της δίζησης καθώς και των λοιπών ενστάσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867, 868 ΑΚ, αποδεχόμενη ρητά και ανεπιφύλακτα όλους τους όρους και τις συμφωνίες των συμβάσεων, ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτρια.
Ο πρωτοφειλέτης έκανε χρήση της πίστωσης. Με τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ...-2007, όπως τροποποιήθηκε με την ...-2007, και ...-2007 προβλέφθηκαν μέτρα για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών για επιχειρήσεις και επαγγελματίες, που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007, με την εγγύηση του εφεσίβλητου και εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%.
Με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις προβλέπεται, ότι παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των μέχρι 25-8-2007 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας και στην περιοχή Αιγιάλειας του νομού Αχαΐας, που επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007, οι οποίες κεφαλαιοποιούνται σε ένα νέο δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες, χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος 28 μηνών, ήτοι από 25-8-2007 μέχρι 31-12-2009.
Η συνολική διάρκεια του δανείου της ρύθμισης ορίζεται σε δέκα (10) χρόνια συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου χάριτος. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Οι τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην ...-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ο πιστούχος Ι. Σ. ζήτησε από την τράπεζα Eurobank Ergasias την ένταξη στα μέτρα αυτά της υφιστάμενης μέχρι την 25-8-2007 οφειλής του από την ανωτέρω σύμβαση, και συγκεκριμένα ποσό 39.969,21 ευρώ από την οφειλή από την ...-2005 σύμβαση πίστωσης.
Η υπαγωγή της οφειλής στις διατάξεις των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει του με ΑΠ ...-2007 απαντητικού εγγράφου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, βάσει του οποίου χορηγήθηκε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%.
Ο πιστούχος Ι. Σ. δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή τριών συνεχόμενων δόσεων, ήτοι των εξαμήνων Ιανουάριου - Ιουνίου 2010 (λήξη την 30-6- 2010), Ιουλίου - Δεκεμβρίου 2010 (λήξη την 31-12-2010) και Ιανουάριου - Ιουνίου 2011 (λήξη την 30-6-2011), με αποτέλεσμα οι ρυθμισμένες οφειλές να καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Μετά ταύτα η τράπεζα με την από 9-2-2012 επιστολή, που κοινοποιήθηκε στον πιστούχο και στην εγγυήτρια στις 11-4-2012 (βλ. , αντίστοιχα, τις ...-2012 και ...-2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μ. I. Α.), κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και κάλεσε τον πιστούχο και την εγγυήτρια να καταβάλουν το αναφερόμενο ως οφειλόμενο ποσό ύψους 43.814,87 ευρώ εντόκως (43.719,87 ευρώ για κεφάλαιο μετά τόκων και 95 ευρώ για έξοδα).
Λόγω μη καταβολής της οφειλής η τράπεζα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία ο πρωτοφειλέτης και η εγγυήτρια διατάχθηκαν να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος ο πρώτος ως πιστούχος και η δεύτερη ως εγγυήτρια, το συνολικό οφειλόμενο ποσό των 43.976,32 ευρώ ως εξής:
α) το ποσό των 161,45 ευρώ έντοκα από 31-5-2011 με το συμβατικό επιτόκιο και από 2-12-2011 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων και β) το συνολικό ποσό των 43.814,87 ευρώ έντοκα ως εξής: ι) το ποσό των 43.719,87 ευρώ έντοκα από 3-12-2011 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων και ιι) το ποσό των 95,00 ευρώ έντοκα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 3-12-2011.
Αντίγραφο α' απογράφου εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στον πιστούχο και την εγγυήτρια, όπως προκύπτει από τις ...-2012 και ...-2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μ. I. Α. Επίσης με τίτλο την διαταγή πληρωμής η τράπεζα ενέγραψε στις 11-1-2013 προσημείωση υποθήκης για ποσό 52.800 ευρώ σε τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες της εγγυήτριας Α.
Σ. που βρίσκονται σε πολυκατοικία στη Χαλκίδα. Η τράπεζα υπέβαλε στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους το από 1-10-2016 με αριθμό πρωτοκόλλου αποστολέα ...-2016 αίτημα για την κατάπτωση της εγγύησης του εφεσίβλητου - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο αίτημα έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ...-2016, ζητώντας την καταβολή ποσού 33.836,96 ευρώ.
Δεν αποδεικνύεται όμως ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα τραπεζική εταιρία πριν οχλήσει το εφεσίβλητο - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για την καταβολή των ανωτέρω οφειλών επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή έχει αποβεί άκαρπη. Η εκκαλούσα και ενάγουσα επικαλείται ότι προέβη σε έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με επίδοση αντιγράφου α' απογράφου εκτελεστού της .../2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, πλην όμως δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι επιχείρησε καμία περαιτέρω πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών πραγμάτων που βρίσκονται στον τόπο κατοικίας ή της διαμονής του οφειλέτη, η οποία προέβη άκαρπη.
Ειδικότερα η εκκαλούσα δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει είτε έκθεση του δικαστικού επιμελητή όπου θα βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε για κατάσχεση κινητή, εφόσον πρόκειται επί εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, περιουσία του πρωτοφειλέτη στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής αυτού, είτε πίνακα κατάταξης από όπου θα προκύπτει ότι το εκπλειστηρίασμα, επί πλειστηριασμού που επακολούθησε, δεν είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί η ίδια ως δανείστρια μετά από αναγγελία ...
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ... το εφεσίβλητο - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδόλως εμποδίζεται ως εγγυητής να προβάλει την ένταση δίζησης εκτός αν προβλέπεται άλλως στις υπουργικές αποφάσεις χορήγησης της εγγύησης ή αν χώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ούτε στις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ...-2007, όπως τροποποιήθηκε με την ...-2007, και ...-2007, με βάση τις οποίες παρασχέθηκε η επίδικη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε στις νομοθετικές διατάξεις κατ' εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκαν αυτές, προβλέπεται παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση δίζησης, ούτε εξάλλου αποδεικνύεται από κάποιο έγγραφο ότι χώρησε νόμιμη παραίτηση του εφεσίβλητου - εναγομένου από την ένσταση αυτή.
Επομένως ... η ένταση δίζησης που το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε με τις από 31-3-2017 προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις παρούσες προτάσεις του είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, τα όσα δε αντίθετα, κατά τα ανωτέρω, διατείνεται η εκκαλούσα - ενάγουσα τυγχάνουν αβάσιμα, καθόσον η έναρξη και μόνο της εκτελεστικής της διαδικασίας με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση δεν αρκεί προς αντίκρουση της ένστασης δίζησης...
Περαιτέρω η εκκαλούσα - ενάγουσα διατείνεται ότι το εφεσίβλητο - εναγόμενο προβάλλει καταχρηστικά την ένσταση δίζησης διότι κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 2322/1995 το τελευταίο, ως εγγυητής, προβαίνει στην εξόφληση των υποχρεώσεών του που προκύπτουν από την κατάπτωση της εγγύησης και εν συνεχεία στρέφεται αναγωγικά κατά του πρωτοφειλέτη, ενώ εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση ελευθέρωσης, δεν υφίσταται επίσης αμέλεια ή δόλος της ίδιας ως δανείστριας, επιπροσθέτως δε με βάση τη διαταγή πληρωμής ενέγραψε προσημείωση υποθήκης.
Ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, και εάν ακόμα υποτεθούν αληθή, δεν καθιστούν την προβολή της ένστασης δίζησης εκ μέρους του εναγόμενου και εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου καταχρηστική κατ' άρθρο 281 Α.Κ. Η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 2322/1995 αναφέρεται στη λειτουργία του μηχανισμού της παροχής εγγύησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου (κατάπτωση εγγύησης, καταβολή του εγγυημένου ποσού και αναγωγή κατά του πρωτοφειλέτη), δεν αναιρεί όμως, καθιστώντας αυτά καταχρηστικά, τα δικαιώματα του ιδίου ως εγγυητή είτε αυτά εδράζονται στις ειδικές διατάξεις (ένσταση ελευθέρωσης) είτε στις γενικές διατάξεις του Α.Κ. (όπως η ένσταση δίζησης).
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικά στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα στις προτάσεις της δανείστριας εκκαλούσας - ενάγουσας δεν προκύπτει ότι από τη συμπεριφορά των οργάνων του εφεσίβλητου - εναγόμενου, ως εγγυητή, δημιουργήθηκε στην ίδια η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα δίζησης.
Επιπλέον είναι προφανές ότι από την κατάπτωση της εγγύησης, το παράσχον την εγγύηση Ελληνικό Δημόσιο, θα υποστεί βλάβη, αφού θα υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό της εγγύησης, βλάβη που δεν αίρεται (θεραπεύεται) από τις εκ των υστέρων αβέβαιου αποτελέσματος ενέργειες του καταβάλλοντος (αναγωγή κατά του πρωτοφειλέτη).
Επομένως γενομένης δεκτής της έντασης δίζησης η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη." Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, επειδή ο πιστούχος περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας περί την καταβολή τριών συνεχόμενων δόσεων, με αποτέλεσμα οι ρυθμισμένες οφειλές του να καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, η αναιρεσείουσα στις 11.4.2012 κατήγγειλε τη σύμβαση πιστώσεως και κάλεσε τον πιστούχο και την εγγυήτρια να καταβάλλουν το οφειλόμενο ποσό των 43.814,87 εντόκως, λόγω δε μη καταβολής της οφειλής πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. .../2012 διαταγής πληρωμής σε βάρος τους και στη συνέχεια επέδωσε αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση στον πιστούχο και στην εγγυήτρια και ενέγραψε με βάση τον ως άνω τίτλο προσημείωση υποθήκης, για ποσό 52.800 ευρώ σε τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες της εγγυήτριας.
Όμως η αναιρεσείουσα, πριν οχλήσει το αναιρεσίβλητο για την καταβολή της εγγυημένης απαιτήσεώς της, δεν επιχείρησε αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του και η οποία απέβη άκαρπη. Δεδομένου ότι ούτε στις προπαρατεθείσες ΥΑ, με τις οποίες παρασχέθηκε η επίδικη εγγύηση, ούτε στις νομοθετικές διατάξεις κατ' εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκαν αυτές προβλέπεται παραίτηση του αναιρεσίβλητου από την ένσταση διζήσεως, ούτε προέκυψε ότι έλαβε χώρα νομότυπη παραίτηση αυτού, η προταθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση διζήσεως είναι νόμω και ουσία βάσιμη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 218/2020 ΑΠ 1352/2011). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017).
Τέλος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472/1983,ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 760/2019 ).
Εξάλλου για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ( ΑΠ 369/2014, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση ότι το αναιρεσίβλητο πρόβαλε καταχρηστικά την ένσταση διζήσεως.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή για την θεμελίωση της ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο δεν δικαιούται να προβάλει την ένσταση διζήσεως, η δε προβολή της εν προκειμένω είναι εντελώς καταχρηστική και εντελώς αόριστη, και τούτο γιατί:
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2322/1995 "...το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες ΔΟΥ και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο..".
Επιπλέον προσκομίζουμε και την υπ' αριθμ. .../2013 γνωμοδότηση του ΝΣΚ η οποία αναφέρει σε ποιες περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις ελευθερώνεται το Δημόσιο από παρασχεθείσα εγγύηση.
Συνεπώς καταχρηστικά προβάλλεται από το εναγόμενο η σχετική ένσταση διζήσεως καθότι, όπως προβλέπεται από το άρθρο 1 του ως άνω νόμου το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει τα ποσά εκ της παρεχόμενης από αυτό εγγύησης και εν συνεχεία να στραφεί αναγωγικά κατά του πρωτοφειλέτη προκειμένου να ικανοποιηθεί ενώ φυσικά στην επίδικη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση ελευθερώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../2013 γνωμοδότηση του ΝΣΚ.
Εξάλλου σύμφωνα και με την με αριθμό .../2013 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εισάγεται περιορισμός στην ευχέρεια του Δημοσίου να αποστεί από τις εκ της εγγυήσεως υποχρεώσεις του και επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις αμέλειας ή δόλο του δανειστή ή πιστωτή. Ως εκ τούτου και η ένσταση αυτή του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως καταχρηστική." Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι από την προηγηθείσα συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου έχει δημιουργηθεί σε αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε επικαλείται ότι συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους με βάση τις οποίες η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου να προβάλει την ένσταση διζήσεως, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι το αναιρεσίβλητο πρόβαλε καταχρηστικά την ένσταση διζήσεως είναι απαράδεκτος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την εν λόγω ένσταση κατ' ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτό (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 15.3.2022 αίτηση και τον από 29.1.2024 πρόσθετο λόγο αυτής για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2501/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 15.3.2022 αίτηση αναίρεσης και τον από 29.1.2024 πρόσθετο λόγο αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαϊου 2025
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ