Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on co-ownership shares of a property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Greek State's appeal against the 2009 final judgment establishing co-ownership shares for a property. The State argued procedural errors regarding stray property laws and prescription periods, but the court found these claims based on inaccurate premises and inapplicable statutes. Consequently, the appeal was dismissed, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the grounds rely on inaccurate premises or if the cited laws do not apply to the specific factual circumstances of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 289 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Γ. Β., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., 2) Μ.-Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Γ. και της Ά., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Στεφάνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116ΤΠ/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2007 μη οριστική, 44/2009 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης ανέγνωσε την από 1-12-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-1-2012 αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η 44/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 22-11-2002 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη από αυτούς και κατά ποσοστό 3/8 έκαστος των λοιπών, ενός ακινήτου εμβαδού 24.727 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου .... Η αγωγή έγινε δεκτή με την 116 ΤΠ/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 1-11-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 8/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στου τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες.
Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη 44/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (μούλκια) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο Όριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 160/2014).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση (ΑΠ 284/2021).
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21-6/03-07-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1840/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
ΚΘ της 31-1/18-2-1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4), του β.ρ.δ., καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 115/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...
της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ..., έχει επιφάνεια 24.727 τ.μ., απεικονίζεται στο από Σεπτεμβρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ. Μ. και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Φ., νότια με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. και δυτικά με ιδιοκτησία Φ..
Το επίδικο αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως, εμβαδού 64.649,34 τ.μ., που επίσης εμφαίνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Φ., νότια με ιδιοκτησία Γ. και Π. Β., ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Π. και κληρονόμων Γ. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησίες Π.
Β. και Φ.. Η μείζων αυτή έκταση, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, περιβάλλεται από λίθινη περίφραξη (ξερολιθιά), η οποία υφίσταται τουλάχιστον από το έτος 1906. Το επίδικο καλύπτεται από χορτολιβαδική βλάστηση (αστιβιές, λαδανιές κ.λ.π.) σε ποσοστό πάνω από 80%. Παρουσιάζει βραχώδεις εξάρσεις και έντονες-απότομες κλίσεις (60-70%), που δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε καλλιέργεια.
Παλαιότερα, το χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή ζώων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ενός μικρού στάβλου στη βόρεια πλευρά του. Επίσης, υπήρχε σ' αυτό ..., όπου έφτιαχναν ασβέστη και στο οποίο οφείλεται το τοπωνύμιο "...", που αναφέρεται σε όλους τους τίτλους κτήσης. Το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου έχει αγροτική μορφή, καθώς διακρίνονται σ' αυτό ίχνη βαθμίδων, που μαρτυρούν γεωργική καλλιέργεια...
Το όλο ακίνητο πωλήθηκε στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ι. Β. του Γ. από τον Ι. Π. του Α. και τη σύζυγό του Φ. Π., το γένος Γ. Β. με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμό …/…-…-1906 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Π.. Στο συμβόλαιο αυτό το όλο ακίνητο περιγράφεται ως μία "σκληρή, κείμενη εις θέσιν ... ...
της …, περιτειχισμένης, όσης εκτάσεως και αν είναι, πλησίον Ι. Γ. Φ., Τ. Π., κληρονόμων Γ. Σ. και Α. Γ. Β.". Στη συνέχεια, μεταβιβάστηκε στον Ν. Β. του Ι. με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμό …/…-…-1941 προικοδωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου. Με το συμβόλαιο αυτό μεταβιβάστηκε στον δωρεοδόχο "μία σκληρή κείμενη εις θέσιν ...
του ... της Σύρου, εκτάσεως δέκα οκτώ στρεμμάτων, ήτις καλλιεργείται ήδη ως σκληροχώραφον, περιτοιχισμένον, συνορευόμενον ήδη γύρωθεν κτήμασι Γ. Σ., Ζ. Π., κληρονόμων Γ. Γ. Φ. και Ι. Β.". Ακολούθως, ο δωρεοδόχος το μεταβίβασε στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. ... του Ν. με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμό .../2-2-1983 συμβόλαιο δωρεάς της τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε.
Χ.-Α.. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, στον δωρεοδόχο μεταβιβάστηκε "μία σκληρή, κείμενη εις θέσιν ... του χωρίου ... της περιφέρειας της ομωνύμου Κοινότητος, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεώς της δέκα οκτώ στρεμμάτων και κατά δήλωσιν των ώδε συμβαλλομένων τεσσαράκοντα περίπου στρεμμάτων, συνορεύουσα νυν γύρωθεν βορείως με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Γ.
Φ. ή Τ., νοτίως εν μέρει με ιδιοκτησίαν Π. Β., εν μέρει με ιδιοκτησίαν Γ. Β. και εν μέρει με αγροτικόν μονοπάτι, ανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησίαν Δ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Γ. Σ. και δυτικώς με ιδιοκτησίαν κληρονόμων Γ. Φ. ή Τ.". Μετά τον θάνατο του Γ. Β., που επήλθε στις …-…-1989, η κληρονομιαία περιουσία του περιήλθε στη σύζυγό του (πρώτη ενάγουσα) και στα δύο τέκνα του (λοιπούς ενάγοντες), που ήταν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του.
Αυτοί αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμό …/…-…-1990 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Σ.. Στην παραπάνω πράξη αναγράφεται για πρώτη φορά η πραγματική έκταση του μεγαλύτερου αυτού ακινήτου, το οποίο πλέον περιγράφεται ως "μία σκληρή, κείμενη στη θέση ...
του χωρίου ... της … και της περιφέρειας της ομώνυμης κοινότητας, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως σαράντα στρεμμάτων περίπου και μετά από πρόσφατη καταμέτρηση μέτρων τετραγωνικών εξήντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων σαράντα εννέα και τριάντα τεσσάρων εκατοστών (64.649,34 μ.τ.), συνορεύουσα από βόρεια με ιδιοκτησία Μ.
Φ., από νότια με ιδιοκτησίες Γ. και Ι. Β., από ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Σ. και κληρονόμων Π. και από δυτικά με ιδιοκτησίες Π. Β. και Φ.". Παρόλο που η έκταση του μεγαλύτερου ακινήτου δεν προσδιορίζεται καθόλου στον αρχικό τίτλο κτήσεως (στο προαναφερόμενο υπ' αριθμό …/1906 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), ενώ στους δύο επόμενους τίτλους (το υπ' αριθμό …/1941 προικοδωρητήριο και το υπ' αριθμό …/1983 δωρητήριο συμβόλαιο) καθορίζεται σε 18 και 40 στρέμματα περίπου αντίστοιχα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, καθόσον:
α) το μείζον ακίνητο περιβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, από λίθινη περίφραξη (ξερολιθιά), η οποία το οριοθετεί σε σχέση με τα γειτονικά ακίνητα, τα οποία πλέον ανήκουν στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των ομόρων ιδιοκτητών, που μνημονεύονται στους παλαιότερους τίτλους, β) οι κύριοι των γειτονικών ακινήτων αναγνωρίζουν την κυριότητα των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των τίτλων των εναγόντων με εκείνους των ομόρων ιδιοκτητών και τα από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.
Κ., που αποτυπώνει τα όρια του επιδίκου και υπογράφεται από τους ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων Ι. και Φ. Φ. (βόρεια και δυτικά) και Ζ. Γ. Π. (ανατολικά). Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ι. Π., ο οποίος έχοντας άμεση γνώση και προσωπική αντίληψη, κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "...Όλη η ιδιοκτησία και τα 60 στρέμματα ήταν περιφραγμένη με ξερολιθιά.
Διατηρείται μέχρι σήμερα η ξερολιθιά. Την ξερολιθιά την θυμάμαι από παλιά. Σε απόσταση 100 μέτρων από το επίδικο είχαμε κι εμείς κτήμα εκεί. Οι ιδιοκτησίες ανήκουν σε συγκεκριμένους ανθρώπους γύρω-γύρω. Οι γύρω γείτονες αναγνωρίζουν την περιουσία ότι ανήκει στους Β....". Εντούτοις, η μάρτυρας ανταποδείξεως ..., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας, κατέθεσε επί λέξει τα ακόλουθα: "...Υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλά κατά τη γνώμη μου όχι για όλο το ακίνητο...
Στο συμβόλαιο το αρχικό και στο δεύτερο αναφέρεται ως περιτοιχισμένη έκταση. Όμως αυτή η έκταση είναι περιτοιχισμένη από τρία μέρη. Διότι σε κάποιο σημείο έχει απότομο πρανές. Διακρίνεται η ιδιοκτησία..." και αναφερόμενη στο υπ' αριθμό …/1983 δωρητήριο συμβόλαιο, "προς βορρά λέει Γ. Φ., ανατολικά Π. και Γ. Σ..
Τώρα μαθαίνουμε δηλαδή ότι η αρχική ιδιοκτησία έχει ανατολικό όριο τον Γ. Σ. και τον Π.. Άρα αυτοί ήταν από την αρχή εκεί, αναγνωρίζονται ως γείτονες. Μετά έχουμε προς δυσμάς τον Γ. Φ. ή Ζ.. Αναγνωρίζεται αυτός ο ιδιοκτήτης δυτικά. Στα σημεία του ορίζοντα πάντα. Στο νότο έχουμε Π. Β. και Γ. Β.. Τον είχαμε και στην αρχή.
Από εδώ από πάνω δεν είχαμε κανένα. Δεν βγαίνει από πουθενά. Αυτή η ιδιοκτησία δεν έχει δρόμο, άρα η πρόσβαση προς αυτήν έπρεπε αν γίνεται από κάποιο αδέσποτο κομμάτι...". Με την κατάθεση όμως αυτή δεν αναιρείται η παραπάνω κρίση, διότι: 1) Η ίδια μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν ανέβηκε στην βόρεια πλευρά του ακινήτου-επιδίκου, που συνορεύει με την ιδιοκτησία Φ., ούτως ώστε να γνωρίζει εάν υπάρχει ή όχι λίθινη περίφραξη στην πλευρά αυτή. 2) Σε όλους τους τίτλους κτήσεως αναφέρεται ότι η μεγαλύτερη έκταση συνορεύει με ιδιοκτησία Φ..
Βέβαια, στους δύο παλαιότερους τίτλους (το υπ' αριθμό …/1906 πωλητήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμό …/1941 προικοδωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Π.) δεν διευκρινίζεται ότι η ιδιοκτησία Φ. εκτείνεται τόσο στη δυτική, όσο και στη βόρεια πλευρά της, αφού στα συμβόλαια αυτά δεν αναφέρεται καθόλου ο προσανατολισμός των ομόρων ιδιοκτησιών.
Στους επόμενους τίτλους όμως αποσαφηνίζεται ότι η ιδιοκτησία Φ. συνορεύει τόσο με την δυτική όσο και με την βόρεια πλευρά του όλου ακινήτου, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα ακόλουθα έγγραφα: α) το προαναφερόμενο από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ., το οποίο αποτυπώνει τα όρια του επιδίκου και υπογράφεται από τους ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων Ι.
και Φ. Φ. (βόρεια και δυτικά) και Ζ. Γ. Π. (ανατολικά), β) το υπ' αριθμό .../1914 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Α., με το οποίο ο Τ. Ν. Π., απώτατος δικαιοπάροχος του σημερινού ιδιοκτήτη του ακινήτου, που συνορεύει με την ανατολική πλευρά του επιδίκου, μεταβίβασε στον Ζ. Γ. Π. την κυριότητα μιας "σκληρής τοιχογυρισμένης...
πλησιαζούσης με κτήματα Γ. Μ. Π., Γ. Α. Β., Γ. Δ. Π. και Ι. Γ. Φ.", γ) το υπ' αριθμό .../1935 νομίμως μεταγεγραμμένο προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Κ., με το οποίο ο Ζ. Γ. Π. μεταβίβασε στον Γ. Ζ. Π. την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου το οποίο συνορεύει με κτήματα Ζ. Γ. Π., Τ. Γ. Φ., Ζ. Γ. Β. (απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων), Γ.
Γ. Σ. και κληρονόμων Π. και δ) την υπ' αριθμό .../1998 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Α.-Α., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, με την οποία ο Ζ. Γ. Π. αποδέχθηκε την κληρονομία του προαναφερομένου Γ. Ζ. Π. και συγκεκριμένα αποδέχθηκε τον παραπάνω ακίνητο, το οποίο συνορεύει σύμφωνα με το συνημμένο σ' αυτήν από Μαρτίου 1998 τοπογραφικό σκαρίφημα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Ρ. με ιδιοκτησίες Ν. Ι. Β. (απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και Τ. Φ.. 3) Όπως προκύπτει από τα από Σεπτεμβρίου 1995 και Ιανουαρίου 1996 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Ζ. Μ. και του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε. Δ. Μ., αντίστοιχα, και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και ιδίως τα νομίμως μεταγεγραμμένα υπ' αριθμούς ...
και .../1983 δωρητήρια συμβόλαια της τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Χ.-Α., το επίδικο επικοινωνεί με τη υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων διαμέσου μιας εδαφικής λωρίδας, η οποία ξεκινά από τον τοίχο αντιστήριξης, που διαχωρίζει τον καλλιεργήσιμο αγρό από το υπόλοιπο τμήμα του όλου ακινήτου, διατρέχει τον καλλιεργήσιμο αγρό κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του και φθάνει στο νοτιοανατολικό άκρο.
Στη συνέχεια υπάρχει δίοδος, που καταλήγει σε αγροτική οδό πλάτους 5-6 μ. και στη συνέχεια στην επαρχιακή οδό ...-…, μέσα από τα ακίνητα, που σήμερα ανήκουν στους Δ. Κ. Χ., Ι. και Α. Γ. Π., Κ. Χ. και Σ. σύζυγο Δ. Χ. (σε βάρος των οποίων έχει συσταθεί δουλεία διόδου). Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νεμήθηκαν διαδοχικά το επίδικο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση νομής του δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτων και ιδίως του εναγομένου, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ' αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τη μορφολογία του, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1906 μέχρι το έτος 1989, οπότε πέθανε ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων.
Ειδικότερα, έβοσκαν μέσα σ' αυτό τα ζώα τους, έκτισαν και συντηρούσαν ένα μικρό στάβλο (μαντρί), στο οποίο στάβλιζαν τα ζώα και αποθήκευαν τα εργαλεία τους, επισκεύαζαν και συντηρούσαν την περίφραξη, το επιτηρούσαν και το επέβλεπαν. Μετά τον θάνατο του Γ. Β. νεμήθηκαν το επίδικο και οι ενάγοντες κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου, οι οποίοι το επέβλεπαν, το τοπογράφησαν δύο φορές..., το δήλωσαν στην Υπηρεσία Κτηματολογίου, όπου καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ...
και υπέβαλαν στη Διεύθυνση Δασών ν. Κυκλάδων την από …-…-1997 αίτησή τους για τον χαρακτηρισμό του ως αγροτικής-γεωργικής εκτάσεως. Όλες αυτές τις διακατοχικές πράξεις οι ενάγοντες και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί τους τις ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο.
Το παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμό …/2003 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, στην οποία αναφέρεται ότι στην κορυφή του επιδίκου υπάρχει ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και πάντως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους συννομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών εναγόντων.
Αντίθετα, το εναγόμενο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830).
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολό τους "εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας"...
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας"... Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς, ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί τους επιδίκου, στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολεμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο δεν είναι χορτολιβαδική έκταση, αλλά λιβάδι ή βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τούτα δεν θεωρούνται ως εκ τούτου δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκοτόπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον. Περαιτέρω, είναι δυνατή σ' αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915...
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Επίσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητας πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποίου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά, καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο..., σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν περί γαιών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος...
και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και άνευ προθέσεως περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο..., ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή..., πέραν του ότι ουδόλως προέκυψε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού ανέκαθεν εδεσπόζετο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απωτάτους) των εναγόντων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ήταν ιδιωτική γαία "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκε, δηλαδή, στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, και ποτέ δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837, με τον οποίο καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι πριν από το έτος 1837, χρόνο έναρξης του πιο πάνω νόμου, στο επίδικο δεν είχε δικαίωμα κυριότητας φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ήταν αείποτε αδέσποτο, και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του, απορρίφθηκε ως αόριστος και όχι ως αβάσιμος.
Εξάλλου, με την απόρριψη, ως αορίστου, του επίμαχου ισχυρισμού, δεν παραβιάστηκε ο παραπάνω κανόνας δικαίου, αφού το αναιρεσείον βαρυνόταν με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν το επίδικο αδέσποτο, πράγμα το οποίο, όμως, δεν έπραξε, καθώς αρκέστηκε στη διατύπωση του νόμου, χωρίς την παράθεση αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 2191/2013).
Τέλος, το αναιρεσείον με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, διατάξεις του β.ρ.δ. περί έκτακτης χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λόγω των παραδοχών της για συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, αν και δεν συμπληρώνεται τριακονταετία στη νομή του από το έτος 1906, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, άρχισε η νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και μέχρι το έτος 1915, καθόσον έκτοτε δεν χωρεί χρησικτησία στα δημόσια κτήματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και συγκριμένα ότι το επίδικο δεν συνιστούσε δημόσιο κτήμα, δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 117/2020). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 44/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ