Legislator Case Law & Legislation
289/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public hospital construction contract disputes.

Case Number 289/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a technical company against a second-instance court decision regarding a public hospital construction contract. The appellant argued for the automatic approval of certain contracts and the invalidity of subsequent cuts, while the respondent company claimed the lower court correctly rejected these claims. The court ruled that the appeal lacked substantive grounds, citing procedural defects such as vague legal arguments and the absence of a factual inquiry by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 1 of Law 1418/1984; Art. 1 para. 2 of Law 2229/1994; Art. 3 of Law 1398/1983: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the substantive legal rules violated or if the lower court did not conduct a factual inquiry into the case.

Keywords

AI generated
public enterprise status contract approval procedure automatic contract validity procedural admissibility factual inquiry requirement legal error appeal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 1 of Law 1418/1984
Art. 1 para. 2 of Law 2229/1994
Art. 3 of Law 1398/1983
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Arts. 179, 183 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 289/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΕΚΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ - ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ Α.Ε.".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-3-2006 και 1-7-2008 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5357/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3178/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2του ν.2229/1994, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994. Στους φορείς αυτούς συγκαταλέγονται κατά την παρ. ε του τελευταίου άρθρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικώς σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους ή το κράτος κατέχει το 51% τουλάχιστον του μετοχικού τους κεφαλαίου.

Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του ν.1398/1983 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ)" η οποία σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού (άρθρο τέταρτο), έχει ως σκοπό, εκτός των άλλων, την κατ' εντολή του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ολική ή μερική μελέτη, κατασκευή, επέκταση, συντήρηση, οργάνωση και εξοπλισμό κάθε είδους νοσηλευτικής μονάδας, καθώς και την ολική ή μερική μελέτη και κατασκευή των κτιριακών εγκαταστάσεων των τμημάτων ιατρικής των πανεπιστημίων.

Ειδικότερα, στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ανωτέρω τέταρτου άρθρου ορίζεται, ότι " Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών.

Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται σε κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες Υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σύμφωνα με το άρθρο 4 του άνω νόμου, η διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεών της ασκούνται από 5μελές Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία που διορίζεται με Προεδρικό Διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.

Το Δ.Σ της σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1ζ του αυτού νόμου αποφασίζει (μεταξύ άλλων) για όλα τα θέματα αρμοδιότητας της ΔΕΠΑΝΟΜ,(-επέχοντας θέση της κατά νόμο Προϊσταμένης Αρχής σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο παρ. 1 ν. 1398/1983), ενώ ο Πρόεδρος του (άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου) εκπροσωπεί τη ΔΕΠΑΝΟΜ σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή Αρχή, καθώς και έναντι τρίτων δεσμεύοντας τη ΔΕΠΑΝΟΜ με την υπογραφή του.

Επίσης διορίζει πληρεξουσίους με εντολή να τον εκπροσωπούν. Τον πρόεδρο κωλυόμενο αναπληρώνει σε όλα τα καθήκοντά του ο Γενικός Διευθυντής στον οποίο ο Πρόεδρος και το Δ.Σ μπορούν να εκχωρούν την ενάσκηση μέρους των αρμοδιοτήτων τους (άρθρο 4 παρ.5 ν1398/1983). Σε εκτέλεση της εξουσιοδότησης, που παρέχεται με το ανωτέρω άρθρο 3.2 εδ.

β', εκδόθηκε ο κανονισμός εκπόνησης των μελετών, εκτέλεσης των έργων και συναφών προμηθειών και εργασιών της ΔΕΠΑΝΟΜ, ο οποίος εγκρίθηκε (σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του άνω τέταρτου άρθρου) με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Υγείας και Πρόνοιας υπό στοιχεία ΕΔ2α/04/62/Φ.13/1984 (ΦΕΚ 359 Β).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, ο τελευταίος προσδιορίζει "τα πλαίσια μέσα στα οποία θα εκπονούνται οι μελέτες, θα γίνεται η κατασκευή των έργων ... και θα καταρτίζονται όλες οι σχετικές συμβάσεις ή θα αναλαμβάνονται όλες οι απαιτούμενες δραστηριότητες ώστε να επιτυγχάνεται ο αντικειμενικός στόχος της ΔΕΠΑΝΟΜ".

Κατά το άρθρο 2 παρ.3 "το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προσδιορίζεται ελεύθερα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης προσδιορίζεται και κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια, όπως η προθεσμία και ο τρόπος για την εκδήλωση ενδιαφέροντος, για την ανάληψη της μελέτης, οι εγγυήσεις και προθεσμίες για την κατάρτιση της σύμβασης και γενικά κάθε θέμα που αναφέρεται στην εκπόνηση και την αποδοχή της μελέτης ύστερα από συμπλήρωσή της ή όχι".

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου Κανονισμού τα έργα της ΔΕΠΑΝΟΜ κατασκευάζονται (και τούτο αποτελεί την κύρια διαδικασία): α) με εργολαβικές συμβάσεις β)... γ)... που καταρτίζονται ύστερα από δημοπρασία , τους όρους της οποίας κανονίζει ...το Διοικητικό Συμβούλιο με σχετική διακήρυξη...(άρθ.3 παρ.2 ). Κατά την παρ. 5 του αυτού άρθρου "οι συμβάσεις που καταρτίζονται για την κατασκευή των έργων ρυθμίζουν κάθε θέμα που αναφέρεται στην κατασκευή αυτή και στην εκπλήρωση της σύμβασης γενικά και ιδιαίτερα στις προδιαγραφές που εφαρμόζονται στον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος (τιμές μονάδος, κατ' αποκοπήν αντάλλαγμα κ.λ.π), στην τυχόν καταβολή προκαταβολής, στην έκπτωση του αναδόχου και τη λήψη μέτρων, στις εγγυήσεις, στις ποινικές ρήτρες, τις προθεσμίες, στα όρια τυχόν προσθέτων εργασιών που υποχρεούται ο ανάδοχος να εκτελέσει με τους συμβατικούς όρους, στην ασφάλεια έργων και εργαζομένων, στη συνεργασία αναδόχων με διαφορετικό μεταξύ τους αντικείμενο".

Επίσης κατά την παρ. 6 του ίδιου παραπάνω άρθρου " οποιαδήποτε τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της αποφασίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο η τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα ύστερα από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας (άρθ.4 παρ.1) και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση εκτός από τις περιπτώσεις που η σύμβαση ορίζει ως υποχρεωτικές για τον ανάδοχο τις τροποποιήσεις".

Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση της κατασκευής των έργων ανήκει στο αρμόδιο τοπικό γραφείο ή στη Διεύθυνση της ΔΕΠΑΝΟΜ που ορίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ο Γενικός Διευθυντής της (Διευθύνουσα Υπηρεσία). Η εποπτεία στο έργο της διευθύνουσας υπηρεσίας ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο (προϊσταμένη αρχή) που μπορεί να τη μεταβιβάσει στο Γενικό Διευθυντή ή άλλα όργανα της ΔΕΠΑΝΟΜ.

Ενεργεί ότι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων...ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντά τους παρακολουθεί το έργο...προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την ολοκλήρωσή του, αξιολογεί τις προσφορές...διαπραγματεύεται συμβόλαια, αναθέτει εργολαβίες..." (άρθρο 4 παρ. 1,2 του άνω Κανονισμού).

Στο άρθρο 5 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "η παραλαβή των έργων που κατασκευάζονται με εργολαβίες γίνεται σύμφωνα με ό,τι ορίζεται στη σύμβαση", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 αυτού προβλέπεται ότι "με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να προταθεί οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων του Κανονισμού αυτού που εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργείων Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας".

Με το άρθρο 28 παρ, 2γ του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα της παρ. 1 περ. ια', ότι καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από το νόμο αυτό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, διατηρήθηκε σε ισχύ το άρθρο 3.2 του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, που ορίζει τον τρόπο εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ.

Περαιτέρω, στην παρ. 8 του ιδίου άρθρου 2 ν. 1418/1984, όπως παρακάτω ισχύει, ορίζεται, ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, ΠΕΧΩΔΕ και του εκάστοτε αρμοδίου Υπουργού, είναι δυνατό έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων (της παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 2190/1994) να εξαιρούνται διατάξεων του νόμου αυτού (ν. 1418/1984).

Σε εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπό στοιχεία Υ4α/9467/Φ 22/7-10-1994 (ΦΕΚ Β' 774/1994) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ΠΕΧΩΔΕ, σύμφωνα με την παρ. 6 της οποίας "εκ του γεγονότος ότι απαιτείται η άμεση προώθηση των διαδικασιών, εκπόνηση μελετών, εκτέλεση έργων και προμηθειών που ανατίθενται στη Δημόσια Επιχείρηση Ανέγερσης Νοσηλευτικών Μονάδων (ΔΕΠΑΝΟΜ), για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου", αποφασίστηκε ότι: (άρθρο μόνο παρ.1) " εξαιρείται η ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν. 1418/1984" (επομένως και από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του νόμου αυτού, που προβλέπουν τη διοικητική και δικαστική επίλυση των διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν από την εκτέλεση δημόσιων έργων), κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ότι: "η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ...γίνονται με τον ισχύοντα Κανονισμό της που εγκρίθηκε με την προμνημονευθείσα, υπό στοιχεία ΕΔ2α/04/62/Φ1.3/1984 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ.

Έργων (ΦΕΚ 359 Β)". Ακολούθως με το π.δ. 312/1999 η ΔΕΠΑΝΟΜ υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός δημοσίων επιχειρήσεων - οργανισμών κλπ", μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και ορίστηκε το καταστατικό της. Στο ως άνω π.δ. ορίζεται ότι "Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του κράτους, ασκουμένη από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας και τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.

Επ' αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2414/1996, του τέταρτου άρθρου του ν. 1398/1983, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και συμπληρωματικά οι διατάξεις του κωδ. ν. 2190/1920". Στο άρθρο 11ζ και ια) του ως άνω Π.Δ μεταξύ άλλων προβλέπεται ότι: " το Δ.Σ της ΔΕΠΑΝΟΜ: ζ) προτείνει την κατάρτιση κανονισμών ή τροποποιήσεων των υπαρχόντων στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος τους εγκρίνει με την επιφύλαξη του κανονισμού μελετών και έργων που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν.1398/1983 και ια) παρακολουθεί την όλη λειτουργία της ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε", ενώ κατά το άρθρο 15 του ίδιου Π.Δ μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: " Ο Πρόεδρος του Δ.Σ β) εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον κάθε δικαστικής ή διοικητικής Αρχής οποιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας δεσμεύοντας τη ΔΕΠΑΝΟΜ ΑΕ με την υπογραφή του...".

Η εξαίρεση αυτή της ΔΕΠΑΝΟΜ από τις διατάξεις του ν.1418/1984 δεν ρυθμίσθηκε διαφορετικά με το ν. 2940/2001 "Αναπτυξιακά, φορολογικά και θεσμικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα και άλλες διατάξεις", αφού οι διατάξεις αυτού δεν αναφέρονται στην παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 1418/1984 και επομένως εξακολουθεί και μετά το νόμο αυτόν να ισχύει.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η ΔΕΠΑΝΟΜ εξαιρέθηκε ρητώς των διατάξεων του ν. 1418/1984 (περί δημοσίων έργων), ότι κάθε θέμα που αφορά την εκτέλεση των έργων της ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον Κανονισμό της που έχει ισχύ νόμου και τους όρους της εκάστοτε σύμβασης, που ρυθμίζουν (κατ' επιταγή του Κανονισμού) κάθε διαδικαστική λεπτομέρεια.

Στο πεδίο αυτό συμπεριλαμβάνονται, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις και οι πρόσθετες εργασίες (άρθρο3 παρ. 5 του Κανονισμού), οποιαδήποτε όμως τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου αποφασίζεται από το Δ.Σ της ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η ίδια η σύμβαση ορίζει (εκ προϊμίου) τις τροποποιήσεις ως υποχρεωτικές για τον ανάδοχο (παρ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου).

Επομένως κάθε διαφορά που ανακύπτει κατά την εκτέλεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ υπόκειται στην διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ως διαφορά ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1987), ενώ δεν υφίσταται η δυνατότητα εφαρμογής, εκτός των άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984, με τις οποίες προβλέπεται, η ενδικοφανής προσφυγή σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του αναδόχου του έργου (άρθρο 12) και η προσφυγή προς ακύρωση των αποφάσεων του Δ.Σ.

της ΔΕΠΑΝΟΜ εφόσον είναι επιβλαβείς για τον ανάδοχο του έργου, ή της άρνησης απαντήσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής επί αιτήσεων του αναδόχου (άρθρο 13). Εφόσον δε από την ισχύουσα νομοθεσία της ΔΕΠΑΝΟΜ και τις διατάξεις του καταστατικού της (π.δ. 312/1999) δεν προβλέπεται κάποια ακυρότητα των αποφάσεων του Δ.Σ.

αυτής, προκειμένου να συντρέξει λόγος ακύρωσης μιας τέτοιας αποφάσεως, πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις του κωδ. ν. 2190/1920 ως προς την ακυρότητα αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονταΙ συμπληρωματικά, προς τις διατάξεις από τις οποίες διέπεται η ΔΕΠΑΝΟΜ, κατά τα οριζόμενα στο νόμο 2414/1996 (ΑΠ 357/2012).

Περαιτέρω, με το άρθρο 361 ΑΚ θεσπίζεται η αρχή της αναγκαιότητας της σύναψης της σύμβασης για τη γένεση της ενοχής καθώς και η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία περιλαμβάνει αφενός την ελευθερία κατάρτισης ή μη της σύμβασης και αφετέρου την ελεύθερη διαμόρφωση του περιεχομένου της (ΟλΑΠ 33/2002), υπό την έννοια του προσδιορισμού των όρων που θα διέπουν την ισχύ, τη λειτουργία και την εξέλιξή της.

Στα πλαίσια αυτά, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να δώσουν οποιοδήποτε περιεχόμενο στη σύμβαση που καταρτίζουν, το οποίο θα ισχύει και θα είναι δεσμευτικό γι' αυτούς, αρκεί να μην καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου . Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η εξαίρεση των έργων της ΔΕΠΑΝΟΜ από τη χρονοβόρα διαδικασία των δημοσίων έργων, ώστε να επιτυγχάνεται ταχύτερα η εκτέλεσή τους προς εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου κατά τα προεκτεθέντα, δεν στερεί τη δυνατότητα στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, διέπεται όμως από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, να συνομολογήσει με τους αναδόχους των έργων της, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, κατά τη κατάρτιση των συμβάσεων και τη διαμόρφωση του περιεχομένου τους, και όρους που διέπουν τα δημόσια έργα, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση να μην προσκρούουν στον σκοπό για τον οποίον θεσπίσθηκε η εν λόγω εξαίρεση.

Στο πλαίσιο αυτό συνεπώς (δηλαδή της συμβατότητας με τον σκοπό λειτουργίας της ΔΕΠΑΝΟΜ) δεν αποκλείεται και πρόβλεψη για συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ν.1418/1984, υπό την έννοια της ρύθμισης διαδικασιών των έργων της, όπου αυτές δεν προσδιορίζονται ευθέως από τον κανονισμό της και τους επί μέρους όρους της εκάστοτε σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών τις δίκης εγγράφων (άρθρων 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με τις αγωγές επί των οποίων έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα-προσφεύγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ιστορούσε τα ακόλουθα: Α') Με την από 27-3-2006, αγωγή της ότι με την από 31-12-2002 σύμβαση, που κατάρτισε με την εναγομένη, μετά τη διεξαγωγή σχετικής δημοπρασίας και την …/…-12-2002 εγκριτική αυτής απόφαση του Δ.Σ της, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Αναβάθμιση, επέκταση, Εξοπλισμός ΤΕΠ και λοιπών χώρων του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης Άγιος Παύλος", αντί της αναφερομένης στη σύμβαση αμοιβής και τους εκεί αναφερομένους ειδικότερους όρους και συμφωνίες.

Ότι στο άρθρο 18 της άνω σύμβασης ορίσθηκε ότι έχουν εφαρμογή το τέταρτο άρθρο του ν 1389/1983 και ο κανονισμός εκπόνησης μελετών της εναγομένης (ΦΕΚ 359Β/5-6-1984) και ότι συμπληρωματικά, για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από αυτήν, εφαρμόζεται ο ν.1418/1984, όπως συμπληρώθηκε με τους ν.2052/1992, 2229/1994, 2308/1995, 2338/1995, 2372/1996, 2940/2001 και το π.δ 609/1985, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Ότι με την από 11-2-2004 1η συμπληρωματική σύμβαση για το ίδιο έργο και τους σ' αυτή όρους και συμφωνίες, ανατέθηκαν στην ενάγουσα πέραν των προβλεπομένων στην αρχική σύμβαση εργασιών, oι αναφερόμενες στο άρθρο 2 πρόσθετες οικοδομικές εργασίες κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, αντί του οριζόμενου στην άνω σύμβαση κατ' αποκοπή τιμήματος.

Ότι μετά την έναρξη κατασκευής του έργου, προέκυψε η ανάγκη εκτέλεσης νέων εργασιών, μη συμπεριλαμβανομένων στην αρχική, ούτε στη συμπληρωματική σύμβαση, που ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωσή του, οι οποίες εκτελέσθηκαν, αρτίως, νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι στις 22-11-2004 συνέταξε και υπέβαλε κατά τους όρους των εν λόγω συμβάσεων και σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 43 παρ. 3β και 3γ του Π.Δ 609/1985, τους Ανακεφαλαιωτικούς Πίνακες Εργασιών για την αρχική και τη συμπληρωματική σύμβαση, συνοδευόμενους από τα σχετικά Πρωτόκολλα Κανονισμού Τιμών για αμφότερες τις συμβάσεις και ότι τους ανωτέρω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ μετά των αναγκαίων στοιχείων υπέβαλε στην εναγομένη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι μετά τον έλεγχο των υποβληθέντων Α.Π.Ε. από τον επιβλέποντα του έργου (10-12-2004) και την αποστολή των διορθώσεών του στην εναγομένη, όχλησε (στις 13-1-2005) την τελευταία, η οποία ζήτησε (11-2-2004) από την ενάγουσα και αυτή προσκόμισε, οικονομικά στοιχεία για πρόσθετες εργασίες, μη συμπεριλαμβανόμενες στους ανωτέρω Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε, καθώς και ότι στις 11-4-2005 ζήτησε (η ενάγουσα) την έγκριση των εν λόγω υποβληθέντων ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ. Ότι εν συνεχεία η εναγόμενη ζήτησε την επανυποβολή τους , ενέργεια στην οποία προέβη η ενάγουσα στις 15-4-2005, αλλά και την αποστολή αντιγράφου της εν λόγω επανυποβολής δύο μήνες αργότερα , ενέργεια στην οποία ομοίως συμμορφώθηκε η ενάγουσα.

Ισχυρίζεται ακολούθως η ενάγουσα ότι η έγκριση των υποβληθέντων ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ από την εναγομένη που της κοινοποιήθηκε στις 20-10-2005 έλαβε χώρα εκπροθέσμως στις 4-10-2005 ( ήτοι μετά την εκπνοή τριμήνου από την υποβολή τους, θεωρούμενη ήδη αυτοδικαίως εγκριθείσα) και ότι κατά τον πρώτο έλεγχο διαπίστωσε ότι περιελάμβανε διαγραφές εργασιών, τροποποιήσεις ποσοτήτων εργασιών και τιμών εφαρμογής και μονάδος, με αποτέλεσμα την περικοπή δαπανών ύψους 103.123,8 ευρώ στους ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ της αρχικής σύμβασης και 159.814,46 ευρώ όσον αφορά τη συμπληρωματική σύμβαση, ενώ μετά την λήψη των πινάκων με τιμές εφαρμογής και τον έλεγχο των ως άνω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ, όπως μεταγενεστέρως (εκπροθέσμως) εγκρίθηκαν, η περικοπή των δαπανών ανήλθε συνολικά στο ποσό των 295.128,88 ευρώ κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι κατά της άνω εγκρίσεως των εν λόγω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ εκ μέρους της εναγομένης υπέβαλε στις 4-11-2005 στον πρόεδρο του Δ.Σ της έγγραφη ένσταση με τους σ'αυτή ισχυρισμούς και αιτιάσεις όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, η οποία θεωρείται απορριφθείσα, εφόσον το ΔΣ δεν απάντησε εντός τριμήνου. Ότι η προσδιοριζόμενη στο από 12-6-2003 έγγραφο του προέδρου του ΔΣ της εναγομένης καθώς και οι αναφερόμενες ομοίως στην αγωγή εργασίες που περιλαμβάνονται στον 1ο ΑΠΕ ήταν απαραίτητες για την εκτέλεση και πληρότητα του έργου και τυγχάνουν πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες που της ανατέθηκαν, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα μνημονευόμενα στην αγωγή.

Με βάση τα παραπάνω ζητεί να αναγνωριστεί ότι: α) οι υποβληθέντες στις 15-4-2005 ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ αμφοτέρων των ως άνω συμβάσεων (αρχικής και συμπληρωματικής) με τους οικείους συμπληρωματικούς πίνακες για το επίμαχο έργο εγκρίθηκαν αυτοδικαίως (όπως υποβλήθηκαν) λόγω άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας από την υποβολή τους, β) η ακυρότητα της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως του Δ.Σ της ΔΕΠΑΝΟΜ και των αντιστοίχων ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ όπως τροποποιήθηκαν από την τελευταία και επικουρικώς ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις και περικοπές στους ανωτέρω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ είναι μη νόμιμες, γ) ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει 105.044,10 ευρώ για πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες της αρχικής σύμβασης και 190.084,78 ευρώ για πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες της συμπληρωματικής σύμβασης πλέον ΦΠΑ 19% (56.074,49 ευρώ), νομιμοτόκως από την 4-11-2005 που υπέβαλε την ένστασή της, αλλιώς από την επίδοση της αγωγής.

Β) Με την από 1-7-2008 (δεύτερη) αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται (σε σχέση με την αυτή ως ανωτέρω σύμβαση για την εκτέλεση του προμνημονευόμενου έργου καθώς και την από 11-2-2004 ως άνω συμπληρωματική της), επαναλαμβάνοντας τα αυτά πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην προαναφερόμενη αγωγή , την άσκηση της οποίας μνημονεύει, ότι εκτός των ως άνω νέων συμπληρωματικών εργασιών που εκτέλεσε στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων, οι οποίες περιελήφθησαν στους αντίστοιχους ως άνω ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ, κατά την πορεία εκτέλεσης των εγκεκριμένων εργασιών του 1ου ΑΠΕ της αρχικής σύμβασης οι επιβλέποντες μηχανικοί της εναγομένης διαπίστωσαν την ανάγκη εκτέλεσης και άλλων προσθέτων εργασιών που δεν περιλαμβάνονταν στις ανωτέρω συμβάσεις( αρχική ούτε αναπληρωματική) και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο των οικείων ΑΠΕ, όπως αυτές μνημονεύονται στην αγωγή, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωση και άρτια λειτουργία του έργου, έπρεπε δε λόγω της φύσεώς τους να προηγηθεί η εκτέλεσή τους, ώστε να είναι εφικτή η εκτέλεση των υπολοίπων συμβατικών εργασιών.

Ότι μετά την ενημέρωση σχετικώς της εναγόμενης και της διοίκησης του νοσοκομείου, η τελευταία ζήτησε από την εναγομένη με το από 22-10-2003 έγγραφό της να συμπεριλάβει τις επίμαχες εργασίες στο εκτελούμενο από την ενάγουσα έργο. Ότι κατόπιν συσκέψεως των αναφερόμενων στην αγωγή υπηρεσιακών παραγόντων με τη συμμετοχή του Υφυπουργού Υγείας αποφασίστηκε η ένταξη των παραπάνω εργασιών στο εκτελούμενο ως ανωτέρω έργο ως προσθέτων εργασιών και η επίρριψη της σχετικής δαπάνης εκτέλεσης στο λογαριασμό "απροβλέπτων" του έργου, με την ταυτόχρονη χορήγηση προφορικής εντολής προς την ενάγουσα από τον συμμετέχοντα στη σύσκεψη Διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών της εναγομένης, παρουσία του αρμόδιου Υφυπουργού, για άμεση έναρξη των εν λόγω εργασιών λόγω της κατεπείγουσας φύσης τους και της ανάγκης ταχείας ολοκλήρωσης του έργου ως "Ολυμπιακού", χωρίς να προηγηθεί σχετική έγγραφη εντολή της εναγομένης και έγκριση προϋπολογισμού μελέτης των εν λόγω πρόσθετων εργασιών.

Ότι εκτέλεσε από 5-5-2004 και εντός δύο μηνών προσηκόντως τις περιγραφόμενες αναλυτικά στην ένδικη αγωγή εργασίες, όπως αυτές καταγράφηκαν ημερησίως στο τηρούμενο ημερολόγιο του έργου και βεβαιώνεται η εκτέλεσή τους από τον υπογράφοντα τούτο επιβλέποντα μηχανικό της εναγομένης. Ότι οι ποσότητες, οι τιμές μονάδας και η δαπάνη για τις εργασίες αυτές καθορίστηκε και υπολογίσθηκε από την ενάγουσα κατά τη σύμβαση και τους υποβληθέντες προς την εναγόμενη πίνακες κατά τον προσδιοριζόμενο ειδικότερα στην αγωγή τρόπο, με χρόνο αναφοράς εκείνον της δημοπράτησης του έργου (Δ' τρίμηνο του 2002).

Ότι η προσδιοριζόμενη επαρκώς στην αγωγή δαπάνη για τις εν λόγω εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες ανήλθε συνολικά (μαζί με το ΦΠΑ) σε 113.593,09 ευρώ, ποσό το οποίο καλύπτόταν πλήρως από το κονδύλιο "απροβλέπτων" δαπανών. Ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συνέταξε και παρέδωσε στον επιβλέποντα μηχανικό της εναγομένης αναλυτικές επιμετρήσεις των εκτελεσθεισών εργασιών και ανάλυση τιμών μονάδος, στη δε εναγομένη υπέβαλε προϋπολογισμό μελέτης-δαπάνης των άνω εργασιών προς έγκριση και πληρωμή, η τελευταία ωστόσο δεν απάντησε, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο έγγραφες οχλήσεις της.

Ότι την άνοιξη του 2006 η εναγομένη της συνέστησε προφορικά να προβεί στη σύνταξη ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ για να πληρωθεί και ότι η ενάγουσα υπέβαλε στις 6-7-2006 τους αναφερόμενους στην αγωγή ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ, οι οποίοι όμως δεν εγκρίθηκαν από την εναγόμενη μέχρι τον Απρίλιο του 2007, οπότε απευθύνθηκε (η ενάγουσα) στον πρόεδρο της εναγομένης με το από 2-4-2007 έγγραφό της ζητώντας την έγκριση του σχετικού ΑΠΕ(2ου).

Ότι η εναγομένη της γνωστοποίησε με το από 23-1-2008 έγγραφό της στο οποίο ανέφερε ότι οι επίμαχες ως άνω εργασίες εκτελέσθηκαν παράλληλα και όχι στα πλαίσια του συγκεκριμένου ως άνω έργου αναβάθμισης, επέκτασης και εξοπλισμού ΤΕΠ και λοιπών χώρων του Γ. Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ", αρνούμενη ότι αποτελούν συμβατικό αντικείμενο της από 31-12-2002 συμβάσεως, ότι δεν ανατέθηκε στην ίδια η εκτέλεσή τους με υπουργική απόφαση και ότι η επίβλεψη τους έγινε από τη διοίκηση του νοσοκομείου και όχι από επιβλέποντα μηχανικό της (εναγόμενης).

Ότι μετά ταύτα η ενάγουσα απευθύνθηκε εγγράφως στις 28-1-2008 στην τεχνική υπηρεσία του άνω νοσοκομείου προς έγκριση και πληρωμή των ως άνω εργασιών. Πλην όμως η τελευταία με την από 1-2-2008 επιστολή της προς τον διοικητή του νοσοκομείου δήλωσε ότι μέχρι τη διοικητική παράδοση του έργου ουδεμία εργασία εκτελέσθηκε στους ανωτέρω χώρους του νοσοκομείου, ότι οι πρόσθετες εργασίες εκτελέσθηκαν από την ενάγουσα υπό την επίβλεψη των μηχανικών της εναγομένης και όχι του νοσοκομείου, το οποίο δεν υπέχει αρμοδιότητα πληρωμής τους.

Ότι εν συνεχεία υπέβαλε κατά της από 23-1-2008 αρνήσεως της εναγόμενης την από 11-2-2008 ένστασή της για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή, χωρίς να της κοινοποιηθεί αντίστοιχη επ' αυτής απόφαση του ΔΣ της εναγόμενης εντός τριμήνου από την υποβολή της , οπότε θεωρείται απορριφθείσα. Ισχυρίζεται μετά ταύτα ότι δυνάμει του άρθρου 8 ν 1418/1984 σε συνδυασμό με το π.δ 609/1985, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά κατά ρητή πρόβλεψη της από 31-12-2002 συμβάσεως, ως ανάδοχος ήταν υποχρεωμένη κατόπιν εντολής της Προϊσταμένης Αρχής και σε επείγουσες περιστάσεις της διευθύνουσας υπηρεσίας να εκτελέσει τις εργασίες που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση, εφόσον επιβάλλονται για λόγους αρτιότητας ή λειτουργικότητας του έργου, ότι σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του άρθρου 9.2 της άνω συμβάσεως σε επείγουσες περιπτώσεις ανάγκης εκτέλεσης νέων μη προβλεπόμενων από τα συμβατικά τεύχη εργασιών , η Προϊσταμένη Αρχή μπορεί να δώσει εντολή εκτέλεσης των νέων αυτών εργασιών πριν τον οριστικό διακανονισμό της σχετικής δαπάνης χωρίς αυτή (εντολή) να είναι έγγραφη και ότι οι υποβληθέντες από αυτήν ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ με τους οικείους συγκριτικούς πίνακες τυγχάνουν αυτοδικαίως εγκεκριμένοι, αφού παρήλθε τρίμηνο από της υποβολής τους χωρίς να λάβει χώρα έγκρισή τους, ότι οφείλεται τόκος υπερημερίας ίσος με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου χωρίς ανάγκη όχλησης λόγω καθυστέρησης πληρωμής της πιστοποίησης από υπαιτιότητα του κυρίου του έργου, πέραν των 30 ημερών από την κατά τα άνω έγκρισή της κατ' άρθρο 5 παρ. 8 (10) ν1418/1984 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 παρ. 2 του ν.2229/1994, καθώς και ότι από ότι η εκ των 113.593,09 ευρώ απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τις 5-11-2007.

Eν όψει των παραπάνω ζήτησε να αναγνωριστεί ότι α) οι υποβληθέντες από την ενάγουσα στις 6-7-2007 2ος ΑΠΕ και 3ος ΠΚΤΜΝΕ της αρχικής σύμβασης με τους οικείους συγκριτικούς πίνακες για το επίδικο έργο εγκρίθηκαν αυτοδικαίως την άνω ημερομηνία υποβολής λόγω άπρακτης της παρέλευσης τριμήνου από αυτήν και παρανόμως αρνείται την πληρωμή τους η εναγόμενη , β) η ακυρότητα της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως του Δ.Σ της ΔΕΠΑΝΟΜ επί της ενστάσεώς της και γ) ότι τελευταία υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 113.593,09 ευρώ για τις ανωτέρω πρόσθετες εργασίες νομιμοτόκως από τις 5-11-2007, άλλως από 6-7-2007, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί των ανωτέρω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 5357/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποίαν οι αγωγές απορρίφθηκαν η πρώτη ως αόριστη κατά το αίτημα αναγνώρισης καταβολής του ποσού της εργολαβικής αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες και ως νομικά αβάσιμη κατά τα λοιπά, ενώ η δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το δεύτερο αίτημά της και ως αβάσιμη κατά νόμο κατά τα λοιπά.

Επί της εφέσεως που άσκησε η ενάγουσα κατά της άνω αποφάσεως στρεφόμενη κατά της άνω εναγομένης (στη θέση της οποίας ως εφεσίβλητης στο μεταξύ υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως κατ' άρθρο 132 παρ. 3.1 ν. 4199/2013 η ανώνυμη εταιρεία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε"), και κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε η 3178/2016 απόφαση του Εφετείου που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση .

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: " ...το αίτημα των αγωγών της ενάγουσας να αναγνωρισθεί ότι οι υποβληθέντες στις 15-4-2005 και 6-7-2007 αντιστοίχως ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ... για το επίμαχο έργο... εγκρίθηκαν αυτοδικαίως όπως υποβλήθηκαν λόγω άπρακτης παρέλευσης τριμήνου από την υποβολή τους είναι μη νόμιμο διότι για τις συμπληρωματικές εργασίες δεν ισχύει αυτοδίκαιη έγκριση του ΑΠΕ και του ΠΚΤΜΝΕ λόγω άπρακτης παρέλευσης τριμήνου από της υποβολής τους.

Τούτο επιρρωνύεται και από την... τελολογία της... διάταξης του ν. 3212/2003 που τροποποίησε τις ...διατάξεις του ν.1418/1984 προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και των περιορισμό των εργολαβικών απαιτήσεων. Επομένως ο (σχετικός) πρώτος λόγος της, έφεσης ...περί αυτοδίκαιης έγκρισης του ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ μετά την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή τους είναι ουσία αβάσιμος και απορριπτέος.

Ομοίως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίον η εκκαλούσα βάλλει κατά της ...απόφασης (που) απορρίπτει την από 27-3-2006 αγωγή ως αόριστη "γιατί δεν περιλαμβάνονται (σ' αυτή) οι όροι της από 31-12-2002 σύμβασης και της από 11-2-2004 1ης συμπληρωματικής ...μεταξύ των διαδίκων, ώστε να καθοριστεί ποια θέματα ρυθμίζονται από τις ανωτέρω δύο συμβάσεις και ποια θέματα ρυθμίζονται συμπληρωματικά από το νόμο 1418/1984, όπως συμπληρώθηκε με τους ν. 2052/1992, 2229/1994, 2308/1995, 2372/1996, 2940/2001 και το π.δ 609/1985 και συνακόλουθα δεν διευκρινίζεται η νομική βάση της ως προς το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα... (παρατίθενται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 351.203,37 ευρώ για πρόσθετες υπερσυμβατικές εργασίες της αρχικής και της συμπληρωματικής σύμβασης )..., δηλαδή αν ζητείται να γίνει δεκτό το εν λόγω αίτημα με βάση τους όρους και τις προβλέψεις των προαναφερθεισών συμβάσεων ή με βάση το ν.1418/1984 και όσα ορίζονται σ' αυτόν για τις συμπληρωματικές συμβάσεις ή εφόσον δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του ν.1418/1984 για τις συμπληρωματικές συμβάσεις, με βάση κάποια νομολογία που έχει διαμορφωθεί από τα δικαστήρια σε σχέση με το νόμο αυτό.

Διότι η διάταξη αυτή της εκκαλουμένης τέθηκε ως εκ περισσού εν όψει του ότι το ως άνω αίτημα για την αναγνώριση καταβολής του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού επιστηρίζεται και εξαρτάται από το απορριφθέν κατά τα ανωτέρω ως νόμω αβάσιμο αίτημα ... περί αναγνώρισης της αυτοδίκαιης έγκρισης του ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ με την παρέλευση του τριμήνου από την υποβολή τους στην εναγομένη, διότι μόνον η κατάφαση του πρώτου έχει ως συνέπεια την ευόδωση του δεύτερου...

Όσον αφορά την δεύτερη από 1-7-2008 αγωγή... (με την οποία) η ενάγουσα ζήτησε...να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει 113.593,09 ευρώ για πρόσθετες εργασίες ...επικαλούμενη ότι σύμφωνα με το άρθρο 9.2 της (από 31-12-2002) σύμβασης σε επείγουσες περιπτώσεις ανάγκης εκτέλεσης νέων εργασιών, που δεν προβλέπονται από τα συμβατικά τεύχη, η Προϊσταμένη Αρχή μπορεί να δώσει εντολή εκτέλεσης των νέων αυτών εργασιών πριν τον οριστικό διακανονισμό της σχετικής δαπάνης κατά την προβλεπόμενη στο ίδιο άρθρο 9.2 διαδικασία, για δε την εντολή δεν απαιτείται ο έγγραφος τύπος και ότι για τις επίδικες εργασίες δόθηκε προφορική εντολή στις 4-5-2004 από τον Διευθυντή των τεχνικών Υπηρεσιών της εναγόμενης (δέχθηκε το Εφετείο) ότι δεν επικαλείται ότι υπήρχε σχετική απόφαση του Δ.Σ της περί ανάθεσης των εν λόγω εργασιών στην ενάγουσα (άρθρο 5 παρ. 1ζ ν.1398/1983) ή εξουσιοδότηση του Προέδρου του Δ.Σ της στον ως άνω Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών περί εκπροσώπησης της εναγομένης στο εν λόγω θέμα (άρθρο 5 παρ. 3 ν.1398/1983), με συνέπεια το ως άνω αίτημα να απορρίπτεται ως μη νόμιμο.

Η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 της σύμβασης τελολογικώς ερμηνευόμενη ορίζει αφενός το νομιμοποιούμενο πρόσωπο για την εντολή εκτέλεσης νέων επειγουσών εργασιών προς τελική διεκπεραίωση του έργου και αφετέρου ότι η εντολή αυτή είναι ανεξάρτητη από τη σύνταξη του προϋπολογισμού τους , δίχως όμως να επιφέρει καμία παρέκκλιση στις υπόλοιπες νόμιμες προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενοχής.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο ...που απέρριψε τις συνεκδικασθείσες αγωγές... ως μη νόμιμες δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε από την ενάγουσα η υπό κρίση αναίρεση, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με σχετική δήλωση στο ακροατήριο και τις προτάσεις της ως προς την πρόδηλη εκ παραδρομής έλλειψη των στοιχείων της εφεσίβλητης, ήδη αναιρεσίβλητης.

Οι ένδικες αγωγές με βάση το προπαρατεθέν περιεχόμενο και τα αιτήματά τους είναι νομικά αβάσιμες . Και τούτο διότι σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκε, τα έργα της αναιρεσίβλητης ΔΕΠΑΝΟΜ, μεταξύ των οποίων και το επίδικο εξαιρούνται ρητά των διατάξεων που διέπουν τα δημόσια έργα και επ' αυτών εφαρμόζεται αποκλειστικά ο Κανονισμός της που έχει ισχύ νόμου και οι όροι της εκάστοτε συναφθείσας σύμβασης.

Aυτονοήτως η συμπεριληφθείσα ρήτρα 18.2 στην επίμαχη σύμβαση περί συμπληρωματικής εφαρμογής των διατάξεων του ν.1418/1984 ενεργοποιείται μόνο στην περίπτωση που αφέθηκε αρρύθμιστο ζήτημα της σχετικής σύμβασης. Όσον αφορά όμως τις πρόσθετες εργασίες που επικαλείται η ενάγουσα ότι εκτέλεσε (υπό οποιονδήποτε κάθε φορά ταυτόσημο χαρακτηρισμό τους αποδίδει ως υπερσυμβατικές, συμπληρωματικές , αναγκαίες ή επείγουσες) αυτές κατά ρητή επιταγή της παρ. 5 του άρθρου 3 του Κανονισμού της αποτελούν αντικείμενο που ρυθμίζεται από τους όρους της συναπτομένης κάθε φορά σύμβασης, με την επίσης ρητή πρόβλεψη στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου αποφασίζεται από το Δ.Σ της ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτό όργανα μετά από εισήγηση της διευθύνουσας υπηρεσίας και καταρτίζεται για την τροποποίηση αυτή τροποποιητική σύμβαση με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η ίδια η σύμβαση ορίζει (εκ προϊμίου) τις τροποποιήσεις ως υποχρεωτικές για τον ανάδοχο.

Από την προμνημονευθείσα επισκόπηση των ενδίκων αγωγών που αφορούν την ίδια ( από 31-12-2002 σύμβαση), εκ των οποίων ωστόσο στην πρώτη (από 27-3-2006) δεν αναφέρεται ο αντίστοιχος (κατ' επιταγή του άνω Κανονισμού της) συμβατικός όρος και δη ο υπ' αριθμόν 9.2 αυτής , που παρατίθεται στη δεύτερη (από 1-7-2008) αγωγή, προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται ότι σύμφωνα με τον συγκεκριμένο όρο, "μπορεί να δοθεί εντολή εκτέλεσης νέων εργασιών πριν την υποβολή προσφοράς και επιμετρήσεων από τον εργολάβο και την έγγραφη αποδοχή της προτάσεώς του από τη ΔΕΠΑΝΟΜ, η οποία (εντολή) δεν απαιτείται να είναι έγγραφη, όπως εκείνη εκ της παρ. 4 του ίδιου ως άνω όρου που αφορά την ανάγκη εκτέλεσης εργασιών που υποδεικνύει ο εργολάβος".

Εν όψει των παραπάνω η επικαλούμενη συμβατική ρήτρα περί έγγραφης αποδοχής της σχετικής προτάσεως του εργολάβου σε συμμόρφωση με την εκ του οικείου Κανονισμού πρόνοια των παρ. 5 και 6 του άρθρου 3, όσον αφορά τις πρόσθετες εργασίες, δεν αφήνει αρρύθμιστο (κενό) το σχετικό ζήτημα, ώστε να τίθεται θέμα συμπληρωματικής εφαρμογής των διατάξεων περί δημοσίων έργων, εφόσον με την επίκληση συμβατικής ρήτρας περί υποβολής προσφοράς, επιμετρήσεων κ.λ.π από τον εργολάβο (πρότασης) και έγγραφης αποδοχής από τη ΔΕΠΑΝΟΜ επέρχεται η σύναψη της σύμβασης για τις εν λόγω εργασίες.

Ωστόσο η ενάγουσα, παρότι επικαλείται την ύπαρξη του ως άνω συμβατικού όρου, εν τούτοις δεν αναφέρει ότι ο τελευταίος υλοποιήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τα προεκτεθέντα, ότι δηλαδή επακολούθησε προς εκπλήρωση του εν λόγω όρου έγγραφη αποδοχή της ΔΕΠΑΝΟΜ, χωρίς ο τύπος της σχετικής εντολής (προφορικός ή έγγραφος), που κατά τους ισχυρισμούς της προηγήθηκε, να ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα.

Επιπλέον δεν επικαλείται ότι υπήρχε σχετική απόφαση του Δ.Σ της περί ανάθεσης των εν λόγω εργασιών στην ενάγουσα (άρθρο 5 παρ. 1ζ ν. 1398/1983) ή εξουσιοδότηση του Προέδρου του Δ.Σ της στον ως άνω Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών περί εκπροσώπησης της εναγομένης στο εν λόγω θέμα (άρθρο 5 παρ. 3 ν.1398/1983). Η σύναψη της σύμβασης για τις πρόσθετες εργασίες αποτελεί επομένως και το νόμιμο όρο για την ευδοκίμηση της αγωγικής της αξίωσης προς καταβολή των επίδικων χρηματικών ποσών.

Η επίκληση εξ άλλου της ενάγουσας με τις άνω αγωγές περί αυτοδίκαιης έγκρισης των υποβληθέντων από αυτήν ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ, όσον αφορά τις ως άνω προβαλλόμενες ως "πρόσθετες- υπερσυμβατικές" εργασίες, με μόνη την παρέλευση απράκτου του τριμήνου από της υποβολής τους προς έγκριση και χωρίς δικαίωμα της εναγομένης να προβεί στις επίδικες περικοπές τις οποίες χαρακτηρίζει ως εκ τούτου "παράνομες", ζήτημα ως προς το οποίο ισχυρίζεται ότι συντρέχει συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8 (10), 8 παρ. 1,2ν.1418/1984, 43 παρ. 3,4, 44 του π.δ 609/1985 και 8 παρ.3 π.δ334/2000, δεν βρίσκει έρεισμα στις ανωτέρω διατάξεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 15 του ν. 3212/2003, καταλαμβάνοντας και τις συμβάσεις έργων για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί κατά την έναρξη της εφαρμογής του βεβαίωση περάτωσης εργασιών και ίσχυε κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης, "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν.

Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου...

Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης". Στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996...

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 402/1996).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών στα δημόσια έργα, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.

Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, ΣΤΕ 2638/2016, 1258/2013, 170/2013, 1768/2012, 1520/2011, 1475/2010).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, ΣτΕ 45/2016, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1258/2013).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, δηλαδή, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας, δεν δικαιούται ούτε αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ( ΣτΕ 45/2016, 749/2016, 2387/2014). Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον ανωτέρω κανόνα, και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής συμβάσεως ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.

Μάλιστα δικαιούται τότε ο ανάδοχος αμοιβής ακόμη και εαν η δαπάνη των πρόσθετων εργασιών υπερέβη το 50% του αρχικού συμβατικού κόστους, την οποία, αντίθετα, δεν δικαιούται ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ενήργησε χωρίς εντολή του εργοδότη (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΣΤΕ 5117/2012).

Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη σχετικής σύμβασης, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε. είτε και αποκλίνοντας απ' αυτόν (ΑΠ 1726/2014).

Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής συμβάσεως και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 902/2011), να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο δικαστήριο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.

και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣΤΕ 2253/2017, ΣτΕ 2638/2016). Επομένως, δεν αρκεί απλώς η κρίση ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και ότι, συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη, προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σε αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση, ακολούθως, της διαδικασίας καταρτίσεως συμπληρωματικής συμβάσεως με βάση Α.Π.Ε.

ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., για δε την πληρωμή του η τήρηση της διαδικασίας καταρτίσεως και εγκρίσεως της σχετικής επιμετρήσεως, καθώς και συντάξεως και εγκρίσεως του λογαριασμού, που θα περιέχει την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, αποτελούντος την προς τούτο κατά το νόμο απαιτούμενη πιστοποίηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 9 και 10 του ν. 1418/1984, 38 και 40 του π.δ/τος 609/1985, ήδη δε κατά τα άρθρ. 52 και 53 του ν. 3669/2008 (ΣτΕ 1459/2017, 1082/2016, 2086/2016, ΑΠ 46/2016, ΑΠ 1726/2014).

Συνεπώς, η κατάρτιση και έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος και τη σύνταξη απ' αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του (ΟλΑΠ 15/2015). Αν υπάρξει άρνηση του εργοδότη να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, πρέπει πρώτα να ζητηθεί η συμμόρφωσή του με τις σχετικές υποχρεώσεις του (ΑΠ 1726/2014), δηλαδή πρέπει ο ανάδοχος να ζητήσει από τον κύριο του έργου να προβεί, τηρώντας την νόμιμη διαδικασία, στις απαραίτητες ενέργειες προς καθορισμό και πληρωμή του ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες συμπληρωματικές εργασίες, όπως στη σύνταξη Α.Π.Ε.

ή, αν αυτός έχει συνταχθεί χωρίς τις ανωτέρω εργασίες, στην ανασύνταξή του (πρβλ. ΑΠ 809/2013, ΣτΕ 1082/2016), ώστε να περιλαμβάνει και τις ως άνω ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, καθώς επίσης και στην κατάρτιση και έγκριση των επιμετρήσεων κλπ. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράψει τον Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών και το πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών χωρίς επιφύλαξη, θεωρείται ότι αποδέχεται την εκτέλεση αυτών με βάση τις καθορισθείσες από την υπηρεσία τιμές.

Αντίθετα, αν διαφωνεί με τις καθορισθείσες νέες εργασίες ή τις τιμές αυτών, πολύ περισσότερο δε, αν στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα δεν συμπεριελήφθησαν οι συμπληρωματικές εργασίες, μπορεί να υπογράψει τις ως άνω πράξεις με επιφύλαξη και να ασκήσει κατ' αυτών ένσταση και, ακολούθως, αίτηση θεραπείας, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 διοικητική διαδικασία, και τελικώς να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικώς η διαφορά, αφού, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 609/1985, ο ανάδοχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εντάξει σε Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. νέες εργασίες, εφόσον υπογράψει με επιφύλαξη τις πράξεις αυτές (ΣτΕ 1613/2018). Το αίτημα της προσφυγής συνίσταται στην αναγνώριση της αναγκαιότητας εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στη σύμβαση, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και στην υποχρέωση της αρμόδιας υπηρεσίας να τηρήσει την νόμιμη διαδικασία για την πληρωμή του αναδόχου και όχι στην καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Βεβαίως, η δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζονται, ως πραγματοποιηθείσες, οι περικοπείσες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, εμπεριέχει, αναγκαίως, και την αναγνώριση της αξιώσεως του αναδόχου να πληρωθεί γι' αυτές, το ύψος όμως της αξιώσεως αυτής και η καταψήφισή της επέρχεται, όπως αναφέρθηκε, στο μεταγενέστερο στάδιο της εγκρίσεως του λογαριασμού, κατά της πράξεως δε, με την οποία διορθώνεται λογαριασμός, είναι δυνατή η άσκηση από τον ανάδοχο προσφυγής με καταψηφιστικό αίτημα, οπότε, σε περίπτωση αποδοχής της, θα χωρήσει καταψήφιση του ποσού που απετέλεσε αντικείμενο της διαφοράς (ΣΤΕ 1459/2017, 746/2016, 4316/2015).

Σημειωτέον ότι οι διατάξεις 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 έχουν μεν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, πλην, όμως, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος εθνικού, ή κοινοτικού (ΑΠ 828/2019).

Τα ανωτέρω, όσον αφορά την άρνηση καταβολής μη οφειλομένων για οποιονδήποτε λόγο ή την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου και όταν δεν υπάρχει σιωπηρή αλλά ρητή έγκριση (ΣΤΕ 973/2018, 251/2017), ενώ οι αμφισβητήσεις σε σχέση με το ύψος των απαιτήσεων του αναδόχου εγείρονται με την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων έγκρισης ή διόρθωσης του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (Δ.Υ) και όχι και κατά των εγκριτικών ή διορθωτικών των τμηματικών επιμετρήσεων αποφάσεων (ΑΠ 828/2019, 1059/2019, ΑΠ 646/2019, ΣΤΕ 1459/2017, ΣτΕ 4845/2014).

Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων (δηλαδή και υπό την δυνατότητα εφαρμογής των αντιστοίχων διατάξεων του ν. 1418/1984 που εν προκειμένω δεν συντρέχει για τους λόγους που παραπάνω εκτίθενται) τα επίδικα ως άνω αιτήματα αμφοτέρων των αγωγών είναι αβάσιμα κατά νόμο (ΣτΕ 2445/2018). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις ένδικες αγωγές, αλλά με άλλη αιτιολογία κατά τα προαναφερόμενα.

Εφόσον λοιπόν η απόφαση έχει ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, πρέπει μετά την αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με την ορθή να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι (πρώτος, δεύτερος καθ' όλα τα επί μέρους τμήματά τους) με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την έφεσή της κατά της 5357/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που συνεκδίκασε και απέρριψε τις από 27-3-2006 και από 1-7-2008 αγωγές της ως νομικά αβάσιμες και αόριστες κατά τις ανωτέρω αναφερθείσες διακρίσεις, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 5, 8 παρ.1 και 2 ν.1418/1984, 43 παρ.3 και 4 και 44 π.δ609/1985 και άρθρου 8 παρ.3 του π.δ 334/2000 που ήσαν εφαρμοστέες συμπληρωματικά κατά τον υπ' αρ. 18. 2 όρο της ένδικης σύμβασης, με την αιτίαση ότι " οι επίμαχες νέες, συμπληρωματικές, αναγκαίες και επείγουσες" εργασίες που επικαλείται ότι εκτέλεσε με τις ένδικες αγωγές, είναι πληρωτέες από την εναγόμενη χωρίς να απαιτείται προηγούμενη έγγραφη αλλά μόνον προφορική εντολή από τον διευθυντή των τεχνικών υπηρεσιών της τελευταίας, ούτε σύναψη αντίστοιχης σύμβασης με αυτήν, αλλά αρκούσε προς τούτο η υποβολή από την ενάγουσα- ανάδοχο των σχετικών ΑΠΕ και ΠΚΤΜΝΕ, οι οποίοι θεωρούνται ότι αυτοδικαίως εγκρίθηκαν από τη ΔΕΠΑΝΟΜ όπως υποβλήθηκαν με μόνη την παρέλευση τριμήνου από της υποβολής τους και χωρίς δικαίωμα από την τελευταία να προβεί σε οποιαδήποτε περικοπή και διόρθωση αυτών και ότι οι διενεργηθείσες μετά την πάροδο του άνω χρόνου περικοπές είναι παράνομες", ενώ ο πέμπτος αναιρετικός λόγος κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα παραθέτει απλώς το άρθρο της επικαλούμενης πλημμέλειας (αρ. 1 άρθρο 559 ΚΠολΔ), χωρίς να δεν προσδιορίζεται ποιούς κανόνες ουσιαστικού δικαίου παραβίασε το Εφετείο και σε τί συνίσταται η παραβίαση.

Επίσης, ο αναιρετικός λόγος με τον οποίον αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης (Ολ 3/1997, ΑΠ 528/2019, ΑΠ 1482/2019).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος (τρίτος) με τον οποίον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της είναι αβάσιμος , ενόψει του ότι από τις νομικές παραδοχές της προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που προέβαλε η ενάγουσα προς θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος και στις δύο αγωγές και τις απέρριψε κρίνοντας ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν οδηγούν κατά νόμο στη γέννηση του, πέραν του ότι τυγχάνει και απαράδεκτος , αφού δεν αποτελούν "πράγματα". Τέλος οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι αόριστοι διότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται απλώς στην παράθεση και μόνο της σχετικής διάταξης ( του αρ.8 άρθρου 559 ΚΠολΔ) . Τέλος, οι τρίτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι καθ' ο μέρος πλήττεται η προσβαλλόμενη για πλημμέλεια εκ του αρ.10, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο τέταρτος και πέμπτος λόγος για πλημμέλεια εκ του αρ 11 και αρ.20 του ίδιου ως άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ) και ο τέταρτος για πλημμέλεια εκ του αρ.12 του αυτού άρθρου (559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτοι, εφόσον προϋπόθεση για τη θεμελίωσή τους αποτελεί η έρευνα της υπόθεσης κατ' ουσίαν, που εν προκειμένω δεν συντρέχει, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία κατά τα προαναφερόμενα (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 149/2020,ΑΠ 376/2008).

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) . Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από' 29-11-2018 αίτηση για αναίρεση της εταιρείας "Ι. Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΕΚΑ" κατά της με αριθμό 3178/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2021.

ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ