Legislator Case Law & Legislation
289/2020 AI generated

289/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 289/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

289/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το τελευταίο εξέδωσε την υπ' αριθ.2721/1987 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την προσφυγή και την από 20.1.1987 ανταγωγή της "ΦΡΑ... ΑΕ" διέταξε αποδείξεις, και στη συνέχεια την υπ' αριθ. 217/2004 οριστική του απόφαση ερήμην των ήδη αναιρεσειουσών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (προσφυγή) και η ανταγωγή.

Keywords

AI generated
notification of address change changed circumstances justification of legal divergence modification of visitation rights modification of sentence decision communicated orally
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 289/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας με την επωνυμία "…... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-11-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-1985 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 7935/1986 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την από 20-1-1987 ανταγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2721/1987 μη οριστική και 217/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 6784/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως της από 25-2-2004 ανακοπής ερημοδικίας, 8370/2007 και 8374/2007 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της 8374/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1617/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν και κατά της 8370/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1568/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2025/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-5-2017 αίτησή τους και τους από 27-5-2017 και 21-3-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, ενώ με το από 8-10-2018 υπόμνημα και τα δύο από 11-10-2018 συμπληρωματικά υπομνήματά τους ενώπιον του Αρείου Πάγου ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, των πρόσθετων αυτής λόγων και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 22.5.2017 αίτηση αναιρέσεως και τα από 27.5.2017 και από 21.3.2018 δικόγραφα πρόσθετων λόγων αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και να ερευνηθούν περαιτέρω.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.2025/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Με την από 10.7.1985 αγωγή (προσφυγή) του Δήμου Αθηναίων που ασκήθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το τελευταίο με την υπ' αριθ. 7935/1986 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Το τελευταίο εξέδωσε την υπ' αριθ.2721/1987 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την προσφυγή και την από 20.1.1987 ανταγωγή της "ΦΡΑ... ΑΕ" διέταξε αποδείξεις, και στη συνέχεια την υπ' αριθ. 217/2004 οριστική του απόφαση ερήμην των ήδη αναιρεσειουσών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (προσφυγή) και η ανταγωγή.

Ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ.6784/2006 απόφασή του την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.8370/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Μετά ταύτα εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1568/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών Προηγουμένως είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 1617/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε επί της αγωγής (προσφυγής) του Δήμου Αθηναίων, και αναίρεσε την υπ' αριθ.8374/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ.217/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Μετά ταύτα εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκαση, η υπ' αριθ.2025/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας εναντιώνονται οι ηττηθείσες εκκαλούσες-αντεφεσίβλητες - αναιρεσείουσες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Από το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ σαφώς προκύπτει ότι, αν η τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί ολικώς, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και επομένως παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 και επ. Κ.Πολ.Δ ισχύ δεδικασμένου. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτήν εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 4, 581 παρ. 2).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ, ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ ΑΠ 29/1992, ΑΠ 219/2016 ΑΠ 1506/2013).

Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.

Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων και η, χωρίς οιαδήποτε προειδοποίηση, αλλαγή την τελευταία στιγμή, της αίθουσας του δικαστηρίου που ορίστηκε για τη συζήτηση της υπόθεσης, και στην οποία (αίθουσα) κλήθηκε ο διάδικος να παραστεί και να ασκήσει τα δικαιώματά του, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επί πλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.

Αν, όμως, έχει έγκαιρα, επισημανθεί η αλλαγή με σχετική ανακοίνωση, η ανώτερη βία αποκλείεται (ΑΠ 1568/2013, ΑΠ 802/1988). Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες:

Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Όμως, η έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ είναι έννοια νομική εκ του ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, που ρυθμίζουν την άσκηση και τη διασφάλιση του κατοχυρωμένου - από το άρθρο 20 του Συντάγματος- δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου (ΑΠ 219/2016,ΑΠ 91/2015, ΑΠ633/2011).

Η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώντας την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας των ανακοπτουσών και ήδη αναιρεσειουσών, δέχθηκε ότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή ζητείται η εξαφάνιση της υπ' αριθ. 217/2004 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή οι ανακόπτουσες - εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, ερήμην των οποίων εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, δεν μπόρεσαν να παραστούν από λόγο ανώτερης βίας κατά τη δικάσιμο της 27 Μαρτίου 2004 στη μετ' απόδειξη συζήτηση της από 10.7.1985 αγωγής (προσφυγής) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Αθηναίων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και της από 20.1.1987 ανταγωγής της πρώτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, με την οποία είχαν γίνει δεκτές κατά ένα μέρος η αγωγή και η ανταγωγή.

Ότι η ανώτερη βία συνίσταται στο ότι κλήθηκαν να παραστούν στη συζήτηση που θα γινόταν σε άλλο τόπο από εκείνο για τον οποίο κλητεύθηκαν, δεδομένου ότι με την κλήση που τους κοινοποιήθηκε την 22.1.2003 κλήθηκαν να παρασταθούν προς συζήτηση της υπόθεσης με αριθμό πινακίου ... στο κτίριο με αριθμό … και στην αίθουσα με αριθμό … του Πρωτοδικείου Αθηνών και ώρα 09.00', ενώ η συζήτηση της υπόθεσης έγινε στο κτίριο με αριθμό …και στην αίθουσα με αριθμό 3 του κτιριακού συγκροτήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό πινακίου ....

Ωστόσο, όπως έκρινε το Εφετείο "ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η συζήτηση της υπόθεσης σε διαφορετικό κτίριο και αίθουσα, του ίδιου, όμως, δικαστηρίου, από το κτίριο και την αίθουσα για τα οποία κλήθηκαν οι ανακόπτουσες, δεν συνιστά διαφορετικό τόπο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 110 παρ.2, 111,118, 501 και 229 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, και δεν καθιστά την ερημοδικία αυτών άκυρη, ως μη νόμιμη".

Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι η ερημοδικία τους στην παραπάνω δικάσιμο οφείλεται σε ανώτερη βία, συνιστάμενη στα εξής περιστατικά: Η αναδιάρθρωση των πινακίων από τη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφορικά με τις υποθέσεις που είχαν προσδιοριστεί προς συζήτηση με το παλαιό σύστημα της συζήτησης των υποθέσεων κατά την 19.00 ώρα, ήταν γνωστή στους δικηγόρους ήδη από 16.9.2001, οπότε τα τμήματα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ήταν μόνο3 (ΗΙ, Η2 και Η3) αλλά περισσότερα.

Ως εκ τούτου, η αναδιάρθρωση ήταν αναμενόμενη και οι δικηγόροι έσπευδαν πριν από τον ορισμένο χρόνο της συζήτησης να πληροφορηθούν το νέο τμήμα και το νέο τόπο, όπου θα συζητούνταν οι υποθέσεις τους. Όμως, η μεταβολή του τμήματος και του τόπου συζητήσεως, καθώς και του αριθμού του πινακίου των υποθέσεων που είχαν προσδιοριστεί με το νέο σύστημα για την 09.00 ώρα και σε πινάκιο με αριθμό μεγαλύτερο του Η3, που έγινε από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, χωρίς οποιαδήποτε επίσημη ανακοίνωση ή ενημέρωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναμενόμενη, διότι δεν συνέτρεχε κάποια εύλογη αιτία να γίνει κάτι τέτοιο και η ακολουθούμενη αναδιάρθρωση των πινακίων, ήταν άτυπη, ως μη προβλεπόμενη από κάποια υπουργική απόφαση ή εγκύκλιο, και αντισυνταγματική, δεδομένου ότι είχε ως αποτέλεσμα να στερούνται οι διάδικοι του φυσικού τους δικαστή.

Ως εκ τούτου ουδείς μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι η αναδιάρθρωση των πινακίων θα καταλάμβανε και τις υποθέσεις που προσδιορίζονταν προς συζήτηση για την 09.00' ώρα με το νέο σύστημα, θεωρώντας ότι μια κλήση, η οποία είχε κατατεθεί μόλις προ 3 μηνών δεν ήταν λογικό να μην ισχύει ως προς τον ορισθέντα τόπο συζητήσεως, πολύ περισσότερο μάλιστα διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δικηγόροι των ανακοπτουσών δεν είχαν συζητήσει υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισαγόμενη με πράξη προσδιορισμού κατά το νέο σύστημα συζήτησης την 09.00'ώρα, το οποίο (νέο σύστημα) είχε αρχίσει να εφαρμόζεται μόλις την 28.6.2002.

Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω αλλά και της εκφώνησης της υπόθεσης με αριθμό πινακίου 3 αντί του αριθμού πινακίου 16, ο οποίος αναγραφόταν στην κλήση που τους κοινοποιήθηκε, ήταν να δικαστούν οι ανακόπτουσες ερήμην, καθόσον οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, που μετέβησαν εγκαίρως στο κτίριο και την αίθουσα που αναγραφόταν στην κλήση και πληροφορήθηκαν τη μεταβολή, κατέφθασαν στο κτίριο και την αίθουσα που τελικά συνεδρίασε το δικαστήριο, αφού ήδη είχε εκφωνηθεί η υπόθεση και είχε συζητηθεί ερήμην των ανακοπτουσών - εναγομένων και της άνω αντενάγουσας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Και αυτός ο λόγος της ανακοπής, παρίσταται ως μη νόμιμος και για το λόγο αυτόν κρίνεται απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρώτον διότι επιχειρείται να θεμελιωθεί σε μη υφιστάμενη προϋπόθεση, εφόσον υπολαμβάνει εσφαλμένα, σύμφωνα με την ανωτέρω άποψη, που υιοθέτησε το παρόν Δικαστήριο για την απόρριψη του άνω λόγου της ανακοπής και του συνδεόμενου με αυτόν πρώτου λόγου της άνω έφεσης, ότι η συνεδρίαση του ίδιου δικαστηρίου σε διαφορετικό κτίριο και αίθουσα, από εκείνα που καθορίσθηκαν στην κλήση προς συζήτηση, αποτελεί μεταβολή του τόπου συνεδρίασης, δεύτερον διότι τα ανωτέρω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν ανώτερη βία, ούτε ακούσια στέρηση των διαδίκων από τους φυσικούς τους δικαστές, υπό την έννοια του άρθρου 8 του Συντάγματος, εφόσον η αναδιάρθρωση των πινακίων σε πινάκια περισσότερα των τριών και, συνεπώς, και των προσώπων (δικαστών) που συγκροτούσαν τα επιλαμβανόμενα την εκδίκαση των εγγεγραμμένων στα πινάκια αυτά υποθέσεων δικαστηρίου, που εκδίκασε την ένδικη υπόθεση:

α) ήταν γνωστή στους δικηγόρους και συνηγόρους των ανακοπτουσών ήδη από την 16.9.2001, όπως καθομολογούν οι ίδιες με τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής τους, και β) ήταν νόμιμη, εφόσον στηριζόταν στον έχοντα από 4.7.2002 ισχύ νόμου Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. 8/2002 απόφαση της ολομέλειας του άνω δικαστηρίου και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 109926/ 2.7.2002 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 840Β/4.7.2002 ΦΕΚ, και στις διατάξεις των άρθρων 4, 14, 17 και 18 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, με αποτέλεσμα την έλλειψη αντίθεσης τόσο στην ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος, που απαγορεύει μόνο την ακούσια στέρηση του "νόμιμου" δικαστή, όσο και άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και του άρθρου 10 της από 10.12. 1948 Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ, περί δίκαιης δίκης, και η συγκεκριμένη και εξεταζόμενη αλλαγή του κτιρίου και της αίθουσας της συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, στο οποίο κλήθηκαν οι ανακόπτουσες θα μπορούσε να γίνει γνωστή χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα, αλλά με την επίδειξη μέσης και συνετής συμπεριφοράς, από τους δικηγόρους και υπερασπιστές των ανακοπτουσών, οι οποίες είχαν χρόνο τουλάχιστον δύο (2) μηνών, από την κατά την 22.1.2003 κοινοποίηση της κλήσεως έως την παραμονή της εκδίκασης της υπόθεσης κατά την 27.3.2003 να επισκεφθούν τη γραμματεία του δικαστηρίου ή ακόμη να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά και να πληροφορηθούν κατά τον τρόπο αυτόν τη σχετική αλλαγή του πινακίου της υπόθεσης, η εκφώνηση της οποίας πραγματοποιήθηκε όχι νωρίτερα από την αναγραφόμενη στην κλήση, δηλαδή όχι νωρίτερα από την 09.00'ώρα, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, με αποτέλεσμα να μην ασκεί επιρροή η αλλαγή του αριθμού εγγραφής αυτής στο πινάκιο (από ...

σε ...)". Οι ανωτέρω παραδοχές, και ειδικότερα η παραδοχή ότι είχε γίνει αλλαγή του κτιρίου και της αίθουσας όπου επρόκειτο να εκδικαστεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών η επίδικη υπόθεση των ανακοπτουσών και ήδη αναιρεσειουσών, από το κτίριο και την αίθουσα για την οποία αυτές είχαν κληθεί, συνιστά κατά τα εκτιθέμενα και στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, γεγονός ανώτερης βίας μόνο εφόσον η αλλαγή αυτή έλαβε χώρα την τελευταία στιγμή και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, ωστόσο, περιέχει ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γνώσης ή μη των ανακοπτουσών και ήδη αναιρεσειουσών της αλλαγής του κτιρίου και της αίθουσας όπου επρόκειτο να εκδικαστεί η επίδικη υπόθεση τους, ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, αν συνέτρεχε ή όχι η ουσιαστική προϋπόθεση της συνδρομής της έννοιας της ανώτερης βίας, προκειμένου να αποκλειστεί ή μη η εφαρμογή του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η αναδιάρθρωση των πινακίων αφορούσε τις παλαιές υποθέσεις που είχαν προσδιοριστεί να συζητηθούν πριν από την 16.9.2001, δεν αιτιολογεί πως προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των ανακοπτουσών γνώριζαν την αναδιάρθρωση των πινακίων, και μάλιστα από πότε, ώστε να κριθεί το έγκαιρο της γνώσεως για τις υποθέσεις που είχαν προσδιοριστεί να συζητηθούν με το νέο σύστημα μετά τις 16.9.2001, οπότε είχαν καταργηθεί οι απογευματινές συνεδριάσεις την ώρα 19.00, και οι υποθέσεις των πινακίων Η' προσδιορίζονταν έκτοτε να συζητηθούν τις πρωινές ώρες, ώρα 09.00, ότι είχαν αυξηθεί τα πινάκια και είχαν επέλθει μεταβολές στα κτίρια και τις αίθουσες συνεδριάσεων, διάφορη από αυτή που αναγραφόταν στην κλήση η οποία είχε επιδοθεί στις ανακόπτουσες στις 22-1-2003, για τη συζήτηση της υποθέσεως στις 27-3-2003.

Περαιτέρω δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί βαρύνει τους πληρεξουσίους δικηγόρους των ανακοπτουσών, έλλειψη ιδιαίτερης μέριμνας καθώς και μέσης και συνετούς συμπεριφοράς, επειδή δεν επισκέφθηκαν ή δεν επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε να πληροφορηθούν τη σχετική αλλαγή του πινακίου της ένδικης υπόθεσής τους, χωρίς συνάμα να διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως εκτέθηκε και παραπάνω από πού προέκυψε αποδεικτικά ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι γνώριζαν ότι είχε επέλθει η μεταβολή του πινακίου, μετά την επίδοση της κλήσης προς συζήτηση στις 22-1-2003, εκλαμβάνοντας έτσι το ζητούμενο αποδεικτέο ζήτημα της γνώσης των πληρεξουσίων δικηγόρων ως δεδομένο.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 (κατ' ορθή εκτίμηση) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες κατά σειρά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για έλλειψη νόμιμης κλήτευσης των ανακοπτουσών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης τους, άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η συζήτηση της ένδικης υποθέσεως σε διαφορετικό κτίριο και αίθουσα του ίδιου δικαστηρίου, από αυτήν που είχαν κληθεί οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες, δεν συνιστά διαφορετικό τόπο συνεδρίασης, καθώς και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την έννοια της ερμηνείας της ανώτερης βίας και του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ.

Ωσαύτως, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου με τον οποίο οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες αποδίδουν στην απόφαση του Εφετείου την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν προτείνει και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι η αναδιάρθρωση των πινακίων της επίμαχης δικασίμου δεν περιλαμβάνεται στη συνήθη αναδιάρθρωση των πινακίων που αφορούσε τις παλαιές υποθέσεις και αυτή μόνο ήταν γνωστή στους δικηγόρους από

το έτος 2001. Τέλος παρέλκει η έρευνα και του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την κρίση του Εφετείου επί της ανακοπής ερημοδικίας, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθόσον εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 της Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ως προς την παροχή έννομης προστασίας τους καθώς και ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων. Επίσης η έρευνα των αναιρετικών λόγων που αφορούν το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε τη έφεση και την αντέφεση, μετά την παραπομπή της υποθέσεως ενώπιόν του με την υπ' αριθ. 1617/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, εξαρτάται από την ευδοκίμηση των αναιρετικών λόγων που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, και επομένως παρέλκει και η έρευνα αυτών.

Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, καθόσον από την ευδοκίμηση ή μη της από 12.4.2007 έφεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθ.6784/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την από 25.2.2004 ανακοπή ερημοδικίας, εξαρτάται κατά δικονομική αναγκαιότητα και η έρευνα της από 25.2.2004 έφεσης και από 28.6.2007 αντέφεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθ. 217/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την από 10.7.1985 αγωγή και την από 20.1.1987 ανταγωγή, δεδομένου ότι, εάν γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίζεται η υπ' αριθ. 217/2004 απόφαση και ερευνάται εξ αρχής η αγωγή (άρθρο 509 Κ.Πολ.Δ) και άρα η από 25.2.2004 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και η από 28.6.2007 αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου θα καταστούν εκ των υστέρων απαράδεκτες, διότι θα στρέφονται κατά ανύπαρκτης απόφασης.

Ακολούθως,πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 13/2004, ΑΠ 1486/2014).Το αίτημα των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παραδεκτά υποβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις των, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως σ' αυτές που κατατέθηκαν στις 9.10.2018 και 15.10.2018, αντίστοιχα, ζητώντας να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και η συνακόλουθη α) επιστροφή της υπ' αριθ. ...26.3.2018 Εγγυητικής Επιστολής της Τράπεζας EUROBANK, την οποία κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ.

Πρωτ. 3/27.3.2018 εις εκτέλεση της 58/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου (τμήμα αναστολών), όπως αυτή διορθώθηκε με την 92/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και β) η επανεγκατάσταση στον επίδικο σταθμό αυτοκινήτων της πλατείας ... Αττικής. Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθ. 58/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (Τμήμα Αναστολών), όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ.92/2018 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ανεστάλη η εκτέλεση της υπ' αριθ. 2025/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενης αποφάσεως) όσον αφορά το ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ύψους 59.417,78 ευρώ πλέον τόκων, έως ότου εκδοθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου για την από 22.5.2017 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατά της ως άνω απόφασης υπό τους όρους:

α) καταβολής εγγυοδοσίας ποσού εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) αξιόχρεης ελληνικής τράπεζας εντός τριάντα ημερών (30) από τη δημοσίευση της παρούσας, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και β) της συζήτησης της αίτησης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως τα ως άνω αίτήματα, επιστροφής της ως άνω εγγυητικής επιστολής και επανεγκαταστάσεως στον επίδικο σταθμό αυτοκινήτων αποβαίνουν πρόωρα ως προς την έρευνά τους, καθόσον η παρούσα απόφαση δεν είναι τελειωτική, και θα κριθούν τα αιτήματα αυτά με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά την περαιτέρω συζήτηση, από το δικαστήριο αυτό.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ..." κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2025/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά τις υπ' αριθ. 1617/2009 και 1568/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες, αφού αναιρέθηκαν οι υπ' αριθ.8374/2007και 8370/2007, αντίστοιχα, αποφάσεις του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκαν οι υποθέσεις προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.

Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον το Δικαστήριο δεν απεκδύεται της εξουσίας να αποφανθεί ως προς την ουσία της υποθέσεως δεν συντρέχει λόγος να αποφανεί τώρα για τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ.2025/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2020 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΙΩΣΗΦ ΤΣΑΛΑΓΑΝΙΔΗΣ