Legislator Case Law & Legislation
289/2019 AI generated

289/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 289/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

289/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη ( ΑΠ 670/2018, ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).

Keywords

AI generated
protection against dismissal suspension of unemployment benefits redundancy action by staff breach of employment obligations suspension of corporate voting rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2997/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1131/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/1/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.01.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1131/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και αντέφεσης της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της 2997/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγιναν δεκτές η έφεση και αντέφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση, αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα κατά το διάστημα από 4-1-2012 έως 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτής, υποχρεώθηκε δε η εναγόμενη να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση εργασίας που κατείχε πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας του έτους 2012 16.114,18 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ,Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ' αυτόν παροχή εργασίας (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής.

Κατ' ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Εξάλλου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής, πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη ( ΑΠ 670/2018, ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014).

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 670/2018, ΑΠ 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι' αυτόν επιπτώσεις (ΑΠ 670/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελεγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 670/2018, ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης και αντεφέσεως της αναιρεσείουσας, επί της από 10.04.2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης: α) για την αναγνώριση ως νομίμου του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας κατά το διάστημα από 4-1- 2012 έως 23-1-2012, β) για την αναγνώριση ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτής, και για την υποχρέωση της εναγομένης να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση εργασίας που κατείχε πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και γ) για την καταβολή αποδοχών από την υπερημερία της αναιρεσείουσας εργοδότριας αυτής, στην οποία περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπροθέσμων απαιτήσεων της, αλλά και μετά την λήξη της επίσχεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος τα ενάγουσας και μάρτυρος της εναγόμενης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των υπ' αρ.

….61 και …60 /Ί 0-6-2013 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών της Κ. Α. και της Δ. Γ. (αντιστοίχως) που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη (προ 24 ωρών) και νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης (άρθρο 671 ΚΠολΔ, ) που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πραποβάθμιου Δικαστηρίου, τις οποίες νομότυπα προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα, της υπ ' αρ.

….209 /14-5-2012 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της Συμβ/φου Μ. Α.- Ζ. των 1) Α. Λ.,2) Α. Κ., 3)Δ. Τ., 4). Ε. Χ., 5) Β. Σ. και 6) Α. Κ., που λήφθηκε μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη ( προ 24 ωρών ) και νομότυπη κλητευση της ενάγουσας (βλ. την υπ' α/λ ….65/7-5-2011 κλήτευση του δικαστ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Α.), της υπ ' αρ. …682/10-6- 2013 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της Συμβ/φου Μ.

Α. - Ζ. της Φ. Θ. που λήφθηκε μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη (προ 24 ωρών ) και νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας ά{)θρο 671 ΚΠολΔ. ) που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγόμενης που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις οποίες νομότυπα προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια^ καθώς και απο τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Η εναγόμενη Ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1950 και δραστηριοποιείται με μεγάλη επιτυχία στο χώρο της κομμωτικής και των συναφών υπηρεσιών, διατηρούσε δε για τον σκοπό αυτό 4 κομμωτήρια στην …. και συγκεκριμένα επί της οδού ..., επί της οδού ... στο ..., επί της ...,και επί της .... Τα ανωτέρω ουδείς των διαδίκων αρνείται ειδικά.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η προαναφερόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε. " προσέλαβε την τώρα ενάγουσα δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στην …. στις 05.07.1978 προκειμένου να εργασθεί σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των …., ως κομμώτρια, πραγματοποιώντας 8 ώρες ημερήσια εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων σε ποσοστό 25% επί της παραγωγής της, γεγονός που ουδείς των διαδίκων αρνήθηκε ειδικά .

Από το έτος 1987 και εφεξής οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η., ενάγουσα θα εργαζόταν πλέον ως κομμώτρια,αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχόμενων σε ποσοστό 50 % επί της παραγωγής της και, εφόσον το ποσό αυτό υπολειπόταν του καθοριζόμενου από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας νομίμου μισθού, συμφωνήθηκε μεταξύ των τώρα διαδίκων να καταβάλλεται στην τώρα ενάγουσα ο καθορισμένος από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας νόμιμος μισθός.

Από την σύναψη της ως άνω συμβάσεώς της και εφεξής η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως σταθερά και μόνιμα την εργασία στην εναγομένη πραγματοποιώντας 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα. Αποδείχτηκε εξάλλου ότι οι μηνιαίες συμβατικές αποδοχές της ενάγουσας [τις οποίες αυτή θα ελάμβανε εάν ο βάσει ποσοστών επί της παραγωγής της μηνιαίος μισθός της ήταν χαμηλότερος ] το έτος 2011 και δη έως και τον Δεκέμβριο 2011 ανέρχονταν (δυνάμει σχετικής συμφωνίας των διαδίκων από τον Σεπτέμβριο 2010 ) στο ποσό των 1.039,55 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, πλέον 10% ή 103,96 ευρώ για το καταβλητέο στην ενάγουσα επίδομα γάμου και συνακόλουθα ότι ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.143,51 ευρώ (1.039,55+103,96=1.143,51).

Η πληρωμή των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας είχε συμφωνηθεί μεταξύ των τώρα διαδίκων να γίνεται στο τέλος κάθε εργασιακού μήνα, υπήρχε όμως η (υπέρ της εργαζομένης-ενάγουσας) δυνατότητα λήψης προκαταβολών σε εβδομαδιαία βάση ή για το δεκαπενθήμερο, με εξόφληση του υπολοίπου στο τέλος του εργασιακού μήνα .

Αποδείχτηκε επίσης ότι η εναγομένη εταιρεία λόγω της μακροχρόνιας υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών είχε αποκτήσει φήμη και μεγάλη πελατεία Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι το έτος 2009, εξαιτίας της ύφεσης που άρχισε να πλήττει την Ελληνική Οικονομία, η εναγομένη παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της επιχείρησής της, η δε πτώση του κύκλου των εργασιών της συνεχίστηκε μετ' επιτάσεως και κατά τα έτη 2010 και 2011, με αποτέλεσμα ήδη από τον Αύγουστο 2010 να ποφχχτηρείται καθυστέρηση κατά ένα περίπου μήνα στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της, ενώ μέσα στο έτος 2011 έπαυσε τη λειτουργία του το κατάστημα που διατηρούσε στην οδό ....

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι, εκτός των άλλων και οι υπ' αρ. 2027/2014, 2029/2014, 2030/2014, 2031/2014 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι και εξεδόθησαν επί παρεμφερών αγωγών ετέρων συναδέλφων της τώρα ενάγουσας, στρεφόμενων κατά της αυτής εργοδότριας εναγομένης και ήδη εκκαλούσας.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη από το προσωπικό που απασχολούσε στο κατάστημα [στην οδό ...] κάποιους εργαζόμενους απέλυσε, ενώ άλλους τους μετέφερε στα άλλα τρία κομμωτήρια της. Στις 30 Νοεμβρίου 2011, απίκτκοπώντας να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012 χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απολύσεις εργαζομένων, με την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη στο Δικαστήριο αυτό έγγραφη ανακοίνωση της, η εναγομένη κάλεσε όλους τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση, ανακοινώνοντάς τους ότι με βάση τα στοιχεία της επιχείρησης κατά τους πρώτους μήνες του 2011 παρατηρήθηκε σημαντική και ανησυχητική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της, ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας έχουν αυξηθεί, ότι οι προοπτικές για τους προσεχείς μήνες π(ψαμένουν ζοφερές και ότι προτίθεται (η εναγομένη) να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης των εργαζομένων της, αντί απολύσεων, για τους επόμενους εννέα μήνες, επιφυλασσόμενη να λάβει και κάθε άλλο μέτρο που θα έκρινε αναγκαίο για την επιβίωση της επιχείρησης της, τους γνωστοποίησε δε την ημερομηνία κατά την οποία θα λάμβανε χώρα η ως άνω διαβούλευση σε καθένα από τα προαναφερθέντα καταστήματά της.

Η εκ περιτροπής εργασία δεν εφαρμόστηκε όμως λόγω σφοδρής αντίδρασης του μεγαλύτερου μέρους των εργαζομένων σε όλα τα καταστήματα της εναγομένης. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία όσα ενόρκως κατέθεσε ο μάρτυς της εναγομένης Α. Π. (κομμωτής και υπεύθυνος ενός από τα καταστήματα της εναγομένης ), η ένορκη κατάθεση του οποίου περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, που κατέθεσε ενόρκως μετά λόγου γνώσεως : "Ο κος Σ.

μας είπε ότι πρέπει εκ περιτροπής. Υπήρξε ντόρος, φασαρία σε όλα τα καταστήματα. Αποφασίστηκε να μην γίνει αυτό....." .Αποδείχτηκε περαιτέρω ('m πριν προτείνει στους εργαζομένους της την εκ περιτροπής απασχόληση (περί της οποίας ανωτέρω εξετέθη ) ήδη από τον Αύγουστο 2011 και εφεξής, η εναγομένη κατέβαλε με καθυστέρηση άλλοτε τριών και άλλοτε τεσσάρων μηνών τις δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων της, μεταξύ αυτών δε και των αποδοχών της τώρα ενάγουσας, στην οποία αποδείχτηκε ότι κατέβαλε τον μισθό του Αυγούστου 2011 μόλις τον Δεκέμβριο 2011 [μήνα κατά τον οποίο κατέβαλε (εμπρόθεσμα) και το Δώρο Χριστουγέννων].

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη την 1/1/2012 παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες της ενάγουσας (και άλλων συναδέλφων της ) δεν είχε καταβάλει σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές τους του μηνός Σεπτέμβριον 2011, του μηνός Οκτώβριου 2011 και του μηνός Νοέμβριου 2011, επίσης δεν της είχε καταβάλει ούτε τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011, [μήνα σε σχέση με τον οποίο εκκρεμούσε μόνο η εκκαθάριση της διαφοράς που υφίστατο επί του οφειλόμενου τυχόν μείζονος του νόμιμου μισθού ποσοστού της παραγωγής της ενάγουσας και του συμφωνηθέντος μισθού της].

Αποδείχτηκε επίσης ότι η εναγομένη απέφευγε να δεσμευτεί ως προς (οιονδήποτε) συγκεκριμένο χρόνο καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, ότι κατέβαλλε επιλεκτικά κατά την κρίση της τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές σε κάποιους από τους υπαλλήλους της, ενώ συνέχιζε να μην καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές άλλων εργαζομένων της (μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα ) και δη παρά το γεγονός ότι ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν υπό της τώρα εναγόμενης αντίγραφο κινήσεως του υπ'αρ. ...2012 λογαριασμού της στην ...

αποδεικνύεται ότι στις 29/8/2011 υπήρχε υπόλοιπο 96.538,48 ευρώ στον ανωτέρω λογαριασμό, στις δε 15/9/2011 υπήρχε υπόλοιπο 119.200,01 ευρώ στον ίδιο ως άνω λογαριασμό της τώρα εναγομένης. Ιδία εν όψει του προαναφερόμενου μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος υπό της αντιγράφου κινήσεως του υπ' αρ. 1...2012 λογαριασμού της εναγομένης στην ...

καιτ ων προαναφερόμενων υπολοίπων αυτού, ελέγχεται ως ανακριβής ο ισχυρισμός αυτής (εναγομένης) ότι η καθυστέρηση καταβολής των προαναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών της τώρα ενάγουσας οφεάόταν σε πραγματική ταμειακή δυσχέρεια [ και όχι σε δυστροπία της ]. Αποδείχτηκε εξάλλου από όλα τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι α) η προαναφερθείσα μεγάλη καθυστέρηση στην καταβολή των προαναφερόμενων δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών της τώρα ενάγουσας, τις οποίες αυτή είχε απόλυτη ανάγκη για αντιμετώπιση των καθημερινών βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της, αποτελούμενης από τον σύζυγο της, ο οποίος είναι άνεργος από τις 12-4-2011 ( βλ.

ιδία το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο δελτίο ανεργίας τούτου) και ένα τέκνο, φοιτητή στο Τμήμα Ηλεκτρολογίας των ΤΕΙ ..., που δεν εργάζεται λόγω των σπουδών του (βλ. ιδία την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης και συζύγου της), γεγονότα που η εναγομένη εργοδότριά της γνώριζε, σε συνδυασμό και β) με το γεγονός ότι δεν ελάμβανε από την εναγομένη καμιά συγκεκριμένη διαβεβαίωση για τον χρόνο εξόφλησης των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών της και το γεγονός ότι γ) εκ του λόγου αυτού είχε περιέλθει σε απόλυτη οικονομική δυσπραγία και ανασφάλεια, είχε δε αναγκαστεί να προβεί σε ανάλωση των αποταμιεύσεών της, ήταν οι λόγοι για τους οποίους αναγκάστηκε η ενάγουσα να κοινοποιήσει στην εναγομένη εργοδΐπριά της (από κοινού με άλλες συναδέλφους της, 9 συνολικά, που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα) την από 2-1-2012 εξώδικη δήλωση της επίσχεσης εργασίας της ως μόνο μέσο προς επίτευξη της καταβολής υπ' αυτής (εναγομένης) των προ πολλού οφειλόμενων αποδοχών της.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της προαναφερθείσας καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011 και Δεκέμβριο 2011, η ενάγουσα από κοινού με άλλες συναδέλφους της (εννέα συνολικά ) κοινοποίησαν στις 2-1-2012 (βλ. την υπ' (ψ. ….25 Γ/2-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Π. ) την από 2-1-2012 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη, στην οποία ανέφερε (όπως και οι λοιπές, από κοινού εξωδίκως δηλούσες συνάδελφοι της) ότι η εργασία της αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και διαβίωσής της, με συνέπεια το χ/)ονικό διάστημα από Σεπτέμβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο 2011, κατά το οποίο δεν πληρώθηκε πα^κ'ηι εργάστηκε κανονικά, να έχει καταφύγει στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών της για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές της ανάγκες, όπως εξόφληση ενοικίου, λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ, κινητής τηλεφωνίας, φαγητού και λοιπών εξόδων διαβίωσης .

Επίσης, κάλεσε την εναγομένη... να της καταβάλει μέχρι και την 3/1/2012 τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011 και Δεκέμβριο 2011, εκ ποσού 1.161,75 ευρώ μηνιαίως, και συνολικού ποσού για τους ανωτέρω 4 μήνες 4.577,30 ευρώ, και της δήλωσε ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών της, θα ασκήσει (όπως και οι λοιπές, από κοινού εξωδίκως δηλούσες συνάδελφοι της) από τις 4/1/2012 το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας της, αρνούμενη να παράσχει την εργασία της στην εναγομένη εργοδότριά της από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από τις 4/1/2012) και μέχρις ότου εξοφληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της των ως άνω μηνών.

Η εναγομένη απάντησε στην πιο πάνω δήλωση με την από 4.1.2012 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία - δήλωση μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων, απευθυνόμενη στην ενάγουσα και στις λοιπές ως άνω εξωδίκως δηλούσες συναδέλφους της (συνολικά 9), την οποία κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 5.1.2012 (βλ.

την υπ' αρ. ….434/5-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α.), με την οποία συνομολόγησε την καθυστέρηση στην καταβολή της μισθοδοσίας Σεπτεμβρίου 2011, Οκτωβρίου 2011, Νοέμβριου 2011, συνομολόγησε ότι η καταβολή του οφειλόμενοι) δεδουλευμένου μισθού της ενάγουσας για τον μήνα Αύγουστο 2011 είχε λάβει χώρα "μόλις λίγες ημέρες προ της αποστολής του εξωδίκου σας." (δηλαδή λίγες μόνο ημέρες πριν την 2-1-2012), ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι " η εκκαθάριση της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου, όπως κάθε χρόνο, δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί για τους λόγους που γνωρίζετε καλώς εκ της πολύχρονης παρουσίας σας στην Εταιρείας μας ....", ισχυρίστηκε περαιτέρω δε ότι η προαναφερθείσα (και συνομολογημένη, όπως ανωτέρω εξετέθη, από αυτήν) καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών της εξωδίκως δηλούσας ενάγουσας ( και των λοιπών συναδέλφων της που άσκησαν από κοινού με αυτήν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους ) δεν είναι μακροχ/)όνια και σημαντική, ότι δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της τώρα ενάγουσας (και των ως άνω συναδέλφων της) επίσχεση εργασίας, ότι η επίσχεση εργασίας των 9 εξωδίκως δηλουσών (μεταξύ των οποίων και η τώρα ενάγουσα ) είναι καταχρηστική, ('πι η καθυστέρηση στην καταβολή των οφειλόμενων μισθών οφείλεται σε εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις, ότι η επίσχεση της εργασίας της τώρα ενάγουσας προκαλεί στην εναγομένη δυσανάλογα μεγάλη ζημιά, είναι μη νόμιμη, δεν περιάγει αποτελέσματα και δεν περιάγει την εναγομένη σε υπερημερία,καθώς και ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας (και των λοιπών συναδέλφων της που άσκησαν από κοινού με αυτήν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους ) οφείλεται σε κακοβουλία της με σκοπό ιδίως να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης.

Με το ίδιο έγγραφο η εναγομένη δήλωσε ότι η αποχή της τώρα ενάγουσας (και των λοιπών ως άνω συναδέλφων της) από την εργασία της ήταν αδικαιολόγητη, ότι η συνέχιση της συνιστά αντισυμβατική εκ μέρους της συμπεριφορά, που καθιστά την ενάγουσα (και τις λοιπές συναδέλφους της που άσκησαν από κοινού με αυτήν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους ) υπερήμερη ως προς την υποχρέωση της για παροχή εργασίας και, τέλος, κάλεσε την ενάγουσα (και τις λοιπές συναδέλφους της που άσκησαν από κοινού με αυτήν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους) να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από τη λήψη της επιστολής της, δηλώνοντας ότι άλλως θα θεωρήσει ότι κατήγγειλε η ίδια η ενάγουσα τη σύμβαση εργασίας της.

Μετά την κοινοποίηση,ήδη από τις 5-1-2012 στην ενάγουσα και σε έτερες των συναδέλφων της προς τις οποίες επίσης απευθυνόταν, του ανωτέρω από 4-1-2012 εξωδίκου της εναγομένης, η ενάγουσα, (καθώς και οι λοιπές (συνολικά 9) συνάδελφοι της) κοινοποίησαν στις 5-1-2012 στην εναγόμενη την από 5/1/2012 κοινή εξώδικη απάντηση- πρόσκλησή τους (βλ.

την υπ'αρ. ….97/5-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ. Τ. ), στην οποία δήλωναν από κοινού στην εναγομένη εργοδότριά τους ότι η οικονομική κατάστασή τους είναι τραγική, ότι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις τους και βιοτικές ανάγκες τους, όπως εξόφληση ενοικίου, λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ, κινητής τηλεφωνίας, φαγητού, δανείων, διδάκτρων, φροντιστηρίων και λοιπών εξόδων διαβίωσης, καθώς και [ δήλωναν η τώρα ενάγουσα, καθώς και οι λοιπές (συνολικά 9) συνάδελφοι της ] ότι εμμένουν στην επίσχεση εργασίας τους, η οποία δεν συνιστά εκ μέρους τους καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης, αλλά αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος, εωσότου η εναγομένη τους καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς τους.

Επισήμαναν ακολούθως στην εναγομένη ότι η επίσχεση εργασίας τους αποτελεί "το έσχατο καταφύγιο και το προσφορότερο μέσο διαφύλαξης της προσωπικής αξιοπρέπειας και των εργασιακών δικαιωμάτων " τους και ότι εάν σκοπός τους ήταν " η είσπραξη της νόμιμης αποζημίωσης " θα είχαν " επιλέξει ήδη από καιρό επαχθέστερα και επιθετικότερα μέσα όπως μηνύσεις για μη καταβολή δεδουλευμένων καταγγελίες στην επιθεώρηση εργασίας αγωγές κλπ....", την καλούσαν δε να εκπληρώσει τις προς αυτές υποχρεώσεις τους.

Στις 11/1/2012 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα (και στις λοιπές μετ'αυτής εξωδίκως δηλούσες ) (βλ. την υπ'αρ. ….462/11-1-2-12 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α. ) την (μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενη) από 9/1/2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία- δήλωση μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων, με την οποία δήλωνε ότι έναντι των οφειλομένων θα κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 μόλις θα προσέρχονταν [ η τώρα ενάγουσα και οι λοιπές συνάδελφοι της προς τις οποίες το εξώδικο αυτό απευθυνόταν ] προς ανάληψη εργασίας, ενώ για τους υπόλοιπους οφειλόμενους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου 2011, Νοεμβρίου 2011, και Δεκεμβρίου 2011, τις διαβεβαίωνε ότι θα προβεί "σε κάθε δυνατή νόμιμη ενέργεια" προκειμένου να τις εξοφλήσει " το συντομότερο ", χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται (η εναγόμενη) σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής τους και δη παρά τις προηγηθείσες [περιεχόμενες στο από 5-1-2012 κοινό εξώδικο της ενάγουσας και των ως άνω συναδέλφων της ] επισημάνσεις για την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει εξαιτίας της υπό της εναγόμενης οφειλής των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Με το ίδιο εξώδικο έγγραφο η εναγόμενη κάλεσε την ενάγουσα (και τις άλλες συναδέλφους της προς τις οποίες το εξώδικο αυτό απευθυνόταν) να προσέλθουν να αναλάβουν εργασία, δηλώνοντας κατά λέξη (hi " άλλως θα θεωρήσουμε ότι καταγγείλατε οριστικά και αμετάκλητα εσείς τη σύμβαση εργασίας σας και μάλιστα χωρίς να τηρήσετε την εκ του νόμου προθεσμία, και θα ασκήσουμε παν νόμιμο δικαίωμα μας".

Πρέπει να τονιστεί ότι από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εξωδίκου της εναγομένης προέκυπτε με σαφήνεια η πρόθεση της να μην καταβάλει στην ενάγουσα (και τις συναδέλφους της προς τις οποίες το εξώδικο αυτό απευθυν/παν ) το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών της και δεν γινόταν οιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένο χρόνο καταβολής τούτων και δη παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν αρνείτο ειδικά τα οικονομικά προβλήματα της τώρα ενάγουσας, τις βιοτικές ανάγκες της που αυτή (από κοινού με τις λοιπές, επίσης εξωδίκως δηλούσες συναδέλφους της) της είχε απαριθμήσει και την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει (η ενάγουσα ) εξαιτίας της μη καταβολής των δεδουλευμένων μισθών της.

Στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της τώρα εναγομένης- εργοδότριάς της η τώρα ενάγουσα απά\τησε με την από 12/1/2012 κοινή με τις συναδέλφους της (9 συνολικά) εξώδικη απάντηση- πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στις 16/1/2012 στην εναγομένη (βλ. την υπ' αρ. …31 Β /16-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Κ.

Τ.), στην οποία η ενάγουσα,από κοινού με τις ως άνω εξωδίκως δηλούσες συναδέλφους της, ανέφερε ότι, όπως επανειλημμένως έχουν δηλώσει στην εναγόμενη οι μηνιαίες αποδοχές τους από την εργασία αποτελούν το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και επιβίωσής τους, ότι " ..αντικειμενικά πλέον δεν μπορούμε να εργαζόμαστε χωρίς να πληρωνόμαστε, διότι πρωτίστως πρέπει να επιβιώσουμε...", ότι εμμένουν στην από 4/1/2011 επίσχεση εργασίας, δεδομένου ότι αυτή συνιστά εύλογη και καλόπιστη ενάσκηση νομίμου δικαιώματος μας ..." ότι η επίσχεση εργασίας τους σε κ(ψιά περίπτωση δεν συνιστά αδικαιολόγητη απουσία και "πολλώ μάλλον δεν συνιστά εκ μέρους μας καταγγελία της σύμβασης εργασίας μας " και καλούσε η ενάγουσα, από κοινού με τις ως άνω εξωδίκως δηλούσες συναδέλφους της, την εναγομένη εργοδότρια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, προκειμένου αυτή (ενάγουσα και οι λοιπές εξωδίκως δηλούσες) να επανέλθει στην εργασία της και να αναλάβει τα καθήκοντα της.

Ακολούθησε η από 17.1.2012 "εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία-δήλωση μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων" της εναγόμενης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 18.1.2012, (βλ. την υπ' αρ. …06/18-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α. ) με την οποία, για πρώτη φορά, καλείτο η τώρα ενάγουσα [ από κοινού με τις συναδέλφους της που επίσης ασκούσαν επίσχεση εργασίας], να προσέλθει στο λογιστήριο της εργοδί'πριας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξει τις δεδουλευμένες, αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011.

Ειδικότερα, η εναγομένη δεσμευόταν να καταβάλει στην ενάγουσα στις 24.1.2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου του 2011, στις 7.2.2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13.3.2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17.4.2012 το μισθό του Δεκεμβρίου του 2011. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο αποτελούμενο από έξι (6) σελίδες προαναφερόμενο εξώδικο έγγραφο της η εναγομένη, α) εξέθετε με λεπτομέρεια την (ανωτέρω αναφερθείσα ) πρόταση που είχε κάνει για εκ περιτροπής εργασία (εκτός των άλλων και) στην ενάγουσα [ζητώντας από αυτήν να συμφωνήσει στην ως άνω δυσμενή για αυτήν μεταβολή των εργασιακών της όρων] και συγκεκριμένα ότι της πρότεινε να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη κατά πλήρες ωράριο κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο κάθε εβδομάδας με ανάλογη μείωση των αποδοχών της, β) παρέθετε το ακριβές κείμενο της προταθείσας από αυτήν (εναγομένη) τροποποιητικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, που σε αντίγραφο είχε χορηγήσει σε κάποιες από τις εξωδίκως δηλούσες (όχι όμως στην ενάγουσα) για να το υπογράψουν, όπως επίσης γ) παρέθετε και το κείμενο της από 30.11.2011 "ανακοίνωσης μετά ενημερώσεως και προσκλήσεως σε διαβούλευση" που είχε απευθύνει προς το σύνολο των εργαζομένων στα καταστήματα της (κομμωτήρια).

Πρέπει να τονιστεί όμως ότι η εναγομένη δεν έκανε λόγο σε κανένα σημείο του ως άνω αποτελούμενοι) από έξι (6) σελίδες προαναφερόμενου εξώδικου εγγράφου της για το γεγονός ότι από τις 12-1-2012 είχε γνωστοποιήσει στον ΟΑΕΔ την φέρουσα την ίδια ως άνω ημερομηνία (13-1-2013 ) και υπογραφείσα μόνο υπό της εναγομένης εργοδότριας φερόμενη " αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού" που αφορούσαν την ενάγουσα αλλά και όλες τις ασκούσες επίσχεση εργασίας συναδέλφους της, ούτε ενσωμάτωσε αυτές στο ως άνω εξώδικο της και δη παρά την προφανή σημασία τους για την εργασιακή σχέση της τώρα ενάγουσας [και όλων των (χσκουσών επίσχεση εργασίας συναδέλφων της] με την εξωδίκως δηλούσα (εναγομένη) εργοδότρια.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η εναγομένη εργοδότρια κατέθεσε στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού [ΟΑΕΔ] στις 13-1-2012 την ( μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενη) φέρουσα την ίδια ημερομηνία [13-1-2012] " αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης " της ενάγουσας - εφεσιβλήτου, την οποία είχε υπογράψει μόνο αυτή (εναγομένη εργοδότρια ), την οποία η τώρα ενάγουσα αγνοούσε παντελώς και στην οποία η τώρα εναγομένη δήλωνε στον ως άνω αρμόδιο Οργανισμό ότι η τώρα ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της από 5-6- 1978 μέχρι 13/1/2012 με την ειδικότητα "ΚΟΜΜΩΤΗΣ", οπότε αποχώρησε οικειοθελώς.

Απαντώντας στην από 17/1/2012 (επιδοθείσα στις 18-1-2012 ) εξώδικη δήλωση της εναγομένης, η ενάγουσα σε κοινή "εξώδικη απάντηση - πρόσκληση" με τις λοιπές συναδέλφους της (εν συνόλω εννέα ), που στις 20.1.2012 επιδόθηκε στην εναγομένη, (βλ. σχετική επισημείωση επ' αυτής) δήλωσε στην ανωτέρω (εναγομένη ) ότι, επειδή για πρώτη φορά με την τελευταία προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της η εναγομένη ως εργοδότρια ανέλαβε "ρητή δέσμευση για την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών μας, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες " και παρά το γεγονός ότι η εν λόγω υπόσχεση της εναγομένης "δεν ισοδυναμεί με πραγματική εξόφληση, όπως απαιτεί ο νόμος ", παρά ταύτα οι ως άνω εξωδίκως δηλούσες (μεταξύ των οποίων και η τώρα ενάγουσα ) την αποδέχονται καλόπιστα ευελπιστώντας ότι θα τηρήσει την υπόσχεση της για εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους στις προαναφερθείσες ημερομηνίες και ότι στο μέλλον θα τηρήσει την υποχρέωση της για έγκαιρη καταβολή της μισθοδοσίας τους, και δηλώνουν ότι στις 24/1/2012 διακόπτουν την επίσχεση εργασίας τους και ότι από την ίδια ως άνω ημερομηνία (24-1-2012) αναλαμβάνουν, [εκάστη των εξωδίκως δηλουσών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα ] τα προηγούμενα της επίσχεσης εργασίας τους καθήκοντά τους αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους του Σεπτεμβρίου του 2011 από το λογιστήριο της ( εναγόμενης) εργοδότριάς τους.

Εις απάντηση του ανωτέρω εξωδίκου που είχε αποστείλει στην εναγόμενη (μεταξύ άλλων ) και η ενάγουσα, με το οποίο της δήλωναν (πέραν των λοιπών προαναφερθέντων ) ότι από τις 24/1/2012 διακόπτουν την επίσχεση εργασίας τους, η εναγόμενη - εργοδότρια κοινοποίησε στις 23 / 1/ 2012 και ώρα 17.10, στον υπογράφοντα τα εξώδικα των εναγουσών δικηγόρο της ενάγουσας την φέρουσα ημερομηνία 22.1.2012 εξώδικη δήλωση της, στην οποία, αφού αναφερόταν στο περιεχόμενο όλων των προηγούμενων εξωδίκων της, ισχυρίστηκε ότι "η αδικαιολόγητα προβαλλόμενη δυσπιστία σας, που ήταν όψιμη και μαρτυρούσε για μία ακόμη φορά την έλλειψη εκ μέρους σας του απαραίτητου και ελάχιστου πνεύματος συνεργασίας σε συνδυασμό με την παγιωθείσα μειωμένη απόδοση σας, επισφράγισε τη στάση σας και επιβεβαίωσε τη βούλησή σας για τη λύση της εργασιακής σας σχέσης...", ισχυριζόταν ότι οι περιεχόμενες στο προαναφερθέν εξώδικο τους δηλώσεις "δεν παράγουν καμία έννομη συνέπεια ", επικαλείτο την "πραγματική κατάσταση της μόνιμης πλέον, όπως εξελίχθηκε, μη παροχή της εργασίας εκ μέρους σας στην Εταιρεία μας. " και τους δήλωνε ότι " η Εταιρεία ουδέν άλλο σας οφείλει εκ της κατά τα ανωτέρω λυθείσης σχέσεως εργασίας, πέραν των αναλυόμενων για την κάθε μία εξ υμών στην από 17-1-2012 εξώδικο της Εταιρείας μας ποσά...." Στο ως άνω κοινοποιηθέν κατά τα προαναφερθέντα στις 23-1-2012 εξώδικο γινόταν το πρώτον λόγος για λύση της σχέσεως εργασίας της ενάγουσας .

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι ούτε στο ως άνω εξώδικο της εναγομένης - εργοδότριας γινόταν οιαδήποτε αναφορά από αυτήν στις προαναφερθείσες,φέρουσες την ημερομηνία 13-1- 2012 "αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης ", τις οποίες είχε υπογράψει μόνο η εναγομένη εργοδότρια και είχε ήδη κοινοποιήσει στον ΟΑΕΔ σε σχέση με την ενάγουσα και τις λοιπές ασκούσες το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας συναδέλφους της.

Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι στις 24/1/2012 η ενάγουσα εμφανίσθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στην …, στο οποίο και πριν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης παρείχε την εργασία της (γεγονός που άλλωστε η εναγομένη δεν αρνήθηκε ειδικά ) προκειμένου να πα{)άσχει σε αυτήν (εναγομένη ) την εργασία της,όπως της είχε δηλώσει ότι θα έπραττε διακόπτοντας από την ως άνω ημερομηνία (24-1-2012) την επίσχεση της εργασίας της, ωστόσο ο υπεύθυνος του καταστήματος, ενεργώντας κατ' εντολή της εναγόμενης δεν της επέτρεψε την είσοδο (όπως και στις λοιπές συναδέλφους της που επίσης είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας ), με αποτέλεσμα να προσφύγει η ενάγουσα αυθημερόν (στις 24-1-2012) στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας [τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα …], όπου κατέθεσε την από 24-1-2012 αίτηση της (όπως και οι λοιπές συνάδελφοι της που επίσης είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας ) για να ορισθεί ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτών και της εναγόμενης, παραπονούμενη για την μη καταβολή των μισθών Οκτωβρίου 2011 έως και Δεκεμβρίου 2011, και για " ΜΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΙΣΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΚΔΙΩΞΗ ΑΠΌ ΤΟ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ Κ ΘΩΜΑ ΣΤΑΥΡΙΔΗ ΕΝΩ ΕΧΩ ΔΙΑΚΟΨΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΟΓΩ ΥΠΟΣΧΕΣΗΣ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΑΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", Η προαναφερθείσα εργατική διαφορά συζητήθηκε ενώπιον του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας στις 27-1-2012, μετά δε την ανάπτυξη των ισχυρισμών των προσφευγουσών εργαζομένων και της κληθείσας εργοδότριας, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους Δικηγόρους τους, ενέμειναν δε στις θέσεις που είχαν διατυπώσει στις προαναφερθείσες εξώδικες δηλώσεις,τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους το διάστημα από 3/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, τις οποίες επανέλαβαν και με τις από 25/1/2012 εξώδικες δηλώσεις, που εκ νέου αντάλλαξαν, ο αρμόδιος Επιθεωρητής Εργασίας ανέφερε στο μετ' επικλήσεως προσκομισθέν υπ' αρ.

…6/24-1-2012 ΔΕΛΤΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ότι "Η Υπηρεσία μας δεν διαπιστώνει καταχρηστικότητα της ενάσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των προσφευγόντων.....Η Υπηρεσία μας επίσης λαμβάνοντας υπόψιν τα προσκομισθέντα οπό την εργοδότρια έγγραφοι, ιδιαιτέρως το υπ' αρ. 1544/13.1.12 έντυπο Γνωστοποίησης Οικειοθελούς Αποχώρησης προς τον ΟΑΕΔ, αλλά και των λοιπών μεταγενέστερων της ανωτέρω (13-1-2012) ημερομηνίας εξωδίκων των δύο μερών στα οποία δεν γίνεται αναφορά του εν λόγω εγγράφου καθώς επίσης και όλων των αναφερόμενων θεωρεί ότι η εργασιακή σχέση ήταν σε ισχύ την 13-1-2012, καλεί την εργοδότρια στην άμεση αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας των προσφευγουσών και σε περίπτωση που δεν επιθυμεί η εργοδότρια τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης και τη θεωρεί λυθείσα πρέπει άμεσα να χορηγήσει στις προσφεύγουσες τις καταγγελίες συμβάσεων εργασίας και τις τυχόν αναλογούσες αποζημιώσεις απόλυσης".

Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων αποδείχτηκε εναργώς ότι η ενάγουσα νομίμως άσκησε από τις 4/1/2012 μέχρι και τις 23-1- 2012 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της μέχρις ότου της καταβληθούν οι προαναφερόμενες και πράγματι τότε οφειλόμενες υπό της εναγομένης (εργοδότριάς της) δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές της των μηνών Σεπτεμβρίου 2011 έως και Δεκεμβρίου 2011, ενόψει και του ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα η ενάγουσα είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εναγομένης σχετική με την παροχή της εργασίας της, δηλαδή είχε αξίωση για την καταβολή των ελάχιστων συμφωνηθέντων και δεδουλευμένων μισθών, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1/9/2011 μέχρι 31/12/2011.Ενόψει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων αποδείχτηκε λοιπόν ότι η επίσχεση της εργασίας της στην εναγόμενη αποτελούσε νόμιμη ενάσκηση του δικαιώματος της, ως εργαζομένης, απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο το δικαίωμα αυτό Θεσπίσθηκε, και συγκεκριμένα είχε μοναδικό σκοπό (η ως άνω επίσχεση) την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών της ως άνω ενάγουσας, τις οποίες αυτή (ως άνω ενάγουσα),όπως και ανωτέρω εξετέθη, είχε απόλυτη ανάγκη για αντιμετώπιση των καθημερινών βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη εργοδότριά της, ιδία εν όψει και του μακρού χρόνου κατά τον οποίο αυτή παρείχε σε αυτήν την εργασία της, και ως προς τον χρόνο εξόφλησης των οποίων (προαναφερθεισών οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών της) η εναγομένη- εργοδότρια ουδεμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση της έδινε τότε, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκ του λόγου αυτού είχε περιέλθει σε απόλυτη οικονομική δυσπραγία και ανασφάλεια, είχε δε αναγκαστεί να προβεί σε ανάλωση των αποταμιεύσεών της και να προσφύγει για βοήθεια στους οικείους της.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία το γεγονός ότι μόλις η ενάγουσα κλήθηκε με την επιδοθείσα στις 18.1.2012 και φέρουσα ημερομηνία 17.1.2012 "εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία-δήλωση μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων" της τώρα εναγομένης- εργοδότριάς, να προσέλθει στο λογιστήριο της σε συγκεκριμένη ημερομηνία (στις 24.1.2012) προκειμένου να εισπράξει το μισθό του Σεπτεμβρίου του 2011.

αμέσως διέκοψε την επίσχεση εργασίας της και δη παρά το γεγονός ότι ως προς τους λοιπούς οφειλόμενους μισθούς του Οκτωβρίου 2011, του Νοεμβρίου 2011 και του Δεκεμβρίου του 2011, είχε λάβει μόνο υποσχέσεις μεταγενέστερης και λίαν καθυστερημένης καταβολής (αντιστοίχους στις 7-2-2012, 13.3.2012 στις 17.4.2012), επιχείρησε δε να επιστρέψει στην εργασία της στην εναγόμενη, [γεγονός που δεν κατέστη δυνατόν μόνο για τον λόγο ότι η τελευταία δεν της το επέτρεψε].

Εξάλλου από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα πριν την 24-1-2012, (οπότε της απαγορεύτηκε το πρώτον η παροχή της εργασίας της στην εναγόμενη ) διατάραξε οποτεδήποτε την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης αυτής (εναγομένης) ή επέδειξε οιανδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά .

Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα παρείχε με ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα την εργασία της στην εναγόμενη από της αναφερθείσας ανωτέρω προσλήψεώς της και εφεξής, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από της ανωτέρω αναφερθείσας προσλήψεώς της στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την προαναφερθείσα ενάσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας της λόγω μη καταβολής των ανωτέρω αναφερόμενων ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών της ουδεμία αντισυμβατική συμπεριφορά είχε επιδείξει, ούτε βέβαια είχε μειωμένη απόδοση.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι όχι μόνο η μακρά παραμονή της ενάγουσας στην επιχείρηση της εναγόμενης γεγονός που δεν θα συνέβαινε (και δη μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης) εάν η ενάγουσα δεν ήταν αποδοτική στην εργασία της ή δημιουργούσε προβλήματα με την συμπεριφορά της, αλλά και το γεγονός ότι ουδεμία συγκεκριμένη και δη έγγραφη επίπληξη κατά της ενάγουσας, ούτε οιαδήποτε παρατήρηση σε βάρος της για μειωμένη απόδοση, ή για μη επαγγελματική συμπεριφορά σε συγκεκριμένους πελάτες προσκομίστηκε υπό της εναγομένης μετ' επικλήσεως, αλλά ούτε και ο μάρτυς αυτής (εναγομένης) κατέθεσε ενόρκως οτιδήποτε συγκεκριμένο σε σχέση με οποιοδήποτε έλλειμμα στην εργατικότητα, την απόδοση ή την επαγγελματική συμπεριφορά της ενάγουσας, ούτε [κατέθεσε ενόρκως οτιδήποτε συγκεκριμένο] σε σχέση με σκόπιμη διατάραξη της εργασιακής ειρήνης υπό της ενάγουσας προς εξαναγκασμό της εναγομένης να την απολύσει και να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, (ορ.

Πρακτικά εκκαλούμενης). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εργοδότριας ότι η ενάγουσα επεδίωκε να απολυθεί για να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης ελέγχεται ως ανακριβής, όχι μόνο ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων σε σχέση με τον μάρτυρα της ενάγουσας, αλλά και ενόψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας εν μέσω της ολονέν αυξανόμενης ανόδου της ανεργίας και της οικονομικής κρίσης, καθώς και ιδία ενόψει του ότι (όπως ανωτέρω εξετέθη) μόλις η ενάγουσα έλαβε την πρώτη (και μοναδική) συγκεκριμένη διαβεβαίωση υπό της εναγομένης - εργοδότριας για καταβολή σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (έστω και τμηματικά και κατά πολύ καθυστερημένα) των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών της, αμέσως διέκοψε την επίσχεση εργασίας της και προσήλθε στην εναγομένη για να προσφέρει προσηκόντως την εργασία της, την οποία αυτή ωστόσο αρνήθηκε να αποδεχθεί, όπως ανωτέρω εξετέθη.

Αποδείχτηκε εξάλλου, εν όψει και όλων των ανωτέρω εκτεθέντων ότι όταν η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την προαναφερθείσα από 2-1-2012 δήλωση επίσχεσης της εργασίας της έως ότου της καταβληθούν οι προαναφερόμενες και οφειλόμενες πράγματι υπό της εναγομένης δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές της, και όταν συνεπεία της επίσχεσης αυτής δεν προσήλθε στην εργασία της στην ενάγουσα από την 4-1-2012 μέχρι και την 23-1-2012 αυτή [ενάγουσα] είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση για την καταβολή των ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενων ελάχιστων συμφωνημένων και δεδουλευμένων μισθών της του χρονικού διαστήματος από 1/9/2011 μέχρι 31/12/2011.

Επομένως, μέσα στα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, είχε η τώρα ενάγουσα το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής της παροχής, απέχοντας από την εργασία της στην εναγομένη, ώσπου η εναγομένη -εργοδότρια να της καταβάλει τους ληξιπρόθεσμους μισθούς, οι οποίοι ήταν η κύρια πηγή του εισοδήματος της ...και τους οποίους η τώρα εναγόμενη προγραμματισμένα και συστηματικά (και όχι εξαιτίας πρόσκαιρης δυσπραξίας της) καθυστερούσε να της καταβάλει.

Επομένως, ενόψει των αναλυτικά προεκτεθέντων, η επίσχεση εργασίας στην οποία η ενάγουσα προέβη το χρονικό διάστημα από 4/1/2012 μέχρι και 23/1/2012 δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Συνακόλουθα ενόψει όλων των ανωτέρω αναφερόμενων και αποδειχθέντων πρέπει να γίνει δεκτό ως κατ ουσίαν βάσιμο το αίτημα της ενάγουσας να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε από 4-1-2012 μέχρι και 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της και να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά τα προαναφερθέντα ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εργοδότριας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο κατά το μέρος που έκρινε ομοίως και αφενός αναγνώρισε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα οπό 4-1-2012 μέχρι και 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (την οποία αυτή παραδεκτά επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση ), αφενός ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις (κατά το μέρος που αναγνώρισε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα από 4-1-2012 μέχρι και 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της),αφετέρου ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε (κατά το μέρος που απέρριψε σιγή την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ) και οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης της εναγομένης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά τα προεκτεθέντα Επίσης από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η ενάγουσα κατήγγειλε η ίδια σιωπηρώς την σύμβαση εργασίας της, εμμένοντας στην νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της και αρνούμενη να παράσχει τις υπηρεσίες της και μετά την προαναφερθείσα από 9/1/2012 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, με την οποία την καλούσε να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από της λήψης της, αφού η εναγόμενη, κατά ρητή δήλωσή της συνέχιζε να αρνείται να εκπληρώσει την υποχρέωση που την βάρυνε ως εργοδότρια, και συγκεκριμένα δεν προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, αλλά προσέφερε μόνο τον μισθό του Σεπτεμβρίου 2011.

Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας στις 13-1-2012 πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, να γίνει δεκτό ως κατ'ουσίαν βάσιμο το αίτημα της ενάγουσας να αναγνωριστεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν έχει λυθεί μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής, και ότι η εναγομένη, η οποία κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2012 μέχρι και 23-1-2012, κατά το οποίο η ενάγουσα συνέχιζε την επίσχεση εργασίας της, δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές αυτής (ενάγουσας), κατέστη υπερήμερη και οφείλει ως εκ τούτου να καταβάλει στην ενάγουσα τις κατωτέρω αναφερόμενες αποδοχές υπερημερίας σαν να εργαζόταν αυτή (ενάγουσα) κανονικά.

Η υπερημερία της εναγομένης συνεχίστηκε και το διάστημα από τις 24-1-2012, οπότε η ενάγουσα προσήλθε για να εργαστεί, αλλά η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερθείσες υπηρεσίες της μέχρι και τις 30-9-2012, διότι όπως προαναφέρθηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν καταγγέλθηκε από την ενάγουσα, απορριπτομένου ως κ(χτ'ουσίαν αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας- εναγόμενης.

Κατόπιν τούτου για τους προαναφερθέντες μισθούς υπερημερίας του ως άνω συνολικού χρονικού διαστήματος των 9 μηνών (μέχρι και 30-9-2012) η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.291,59 ευρώ [1.143,51 ευρώ, ποσό στο οποίο ανερχόταν κατά μέσο όρο ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας τον Δεκέμβριο 2011 αλλά και τον Ιανουάριο 2012, και συνακόλουθα και εφεξής, γεγονός που άλλωστε η εναγομένη δεν αρνήθηκε ειδικά Χ 9 μήνες = 10.291,59 ευρώ ] στο οποίο πρέπει να προστεθεί το ποσό των 595,57 ευρώ για δώρο Πάσχα 2012 και το ποσό των 571,75 ευρώ για επίδομα αδείας 2012, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη, που δεν εφεσιβάλλεται ειδικά ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των επιδικασθεισών αποδοχών υπερημερίας, ώστε συνολικά για τις αποδοχές υπερημερίας του ως άνω χ/)ονικού διαστήματος η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην τώρα ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.458,91 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως....Επίσης, αφού αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έγινε υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, η τελευταία έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική της απασχόληση, καθώς και το μισθό της για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε (άρθρο 656 παρ. 1 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως η κρινόμενη) ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα κατά το διάστημα από 4-1-2012 έως 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτής και υποχρέωσε την εναγόμενη να απασχολεί πραγματικά τις ενάγουσες στη θέση εργασίας που κατείχαν πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας του έτους 2012 16.114,18 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΧ, αφού αφενός μεν προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο εφήρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολόγησε επαρκώς και με σαφήνεια : α) το αξιόλογο της καθυστέρησης στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών, η οποία ουσιαστικά ανήλθε στους 4 μήνες, χρονικό διάστημα αξιόλογο, δεδομένου ότι ο μισθός αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο κάλυψης των βιοτικών αναγκών της ενάγουσας, η μη καταβολή του οποίου για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκάλεσε σε αυτήν μεγάλη ζημία σε αντίθεση με την αναιρεσείουσα, η οποία ουδεμία ζημία προέβαλε ούτε απέδειξε ότι υπέστη, αλλά συνέχισε (και συνεχίζει) την κανονική λειτουργία της, β) την κακοβουλία της αναιρεσείουσας περί της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών, μολονότι υπήρχαν μεγάλα ταμειακά διαθέσιμα στους λογαριασμούς της αναιρεσείουσας καθώς και την επιλεκτική μη καταβολή αποδοχών σε εργαζόμενους (όπως στην ενάγουσα).

Περαιτέρω, το Εφετείο χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας ασκήθηκε και για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε είχε δεσμευθεί για την καταβολή των οφειλομένων, ούτε έδινε κάποιο χρονοδιάγραμμα για την εξόφληση. Με τη δέσμευση της αναιρεσείουσας για εξόφληση των οφειλομένων εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος (τον μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 την 24.01.2012, το μισθό του Οκτωβρίου 2011 την 07.02.2012, το μισθό του Νοεμβρίου 2011 την 13.03.2012 και το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 την 17.04.2012 ) η ενάγουσα διέκοψε την επίσχεση εργασίας και προσέφερε τις υπηρεσίες της, τις οποίες, όμως, απέκρουσε η αναιρεσείουσα.

Η ύπαρξη οικονομικής κρίσης ουδεμία αντίφαση δημιουργεί σε σχέση με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην καταβολή των οφειλομένων, δεδομένου ότι αυτή κατέβαλλε επιλεκτικά αποδοχές σε εργαζομένους ενώ σε άλλους δεν κατέβαλλε, παρά το γεγονός ότι διατηρούσε αυξανόμενα υπόλοιπα καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς και συνέχιζε τη λειτουργία της (όπως συνεχίζει μέχρι και σήμερα), έχοντας μάλιστα, απολύσει στη διάρκεια της επίσχεσης υπαλλήλους καταβάλλοντας όλα τα δεδουλευμένα και υψηλές αποζημιώσεις (δεκάδων χιλιάδων ευρώ).

Τέλος, ως προς την επικαλούμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανεπάρκεια της αιτιολογίας της σχετικής με το δυσανάλογο ή μη μεταξύ της ζημίας των εναγουσών και της ζημίας της αναιρεσείουσας, δεν υφίσταται ανεπάρκεια αφού στην προσβαλλόμενη διαλαμβάνεται η ζημία της ενάγουσας και δεν υπήρξε η ζημία της αναιρεσείουσας αφού συνέχιζε κανονικά τη λειτουργία της καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο από υπαιτιότητά της δεν κατέβαλλε τα δεδουλευμένα, αλλά και κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας, μολονότι διέθετε τα αναγκαία ταμειακά διαθέσιμα χωρίς να έχει ισχυρισθεί ή να προκύπτει ότι τα διαθέσιμα αυτά προορίζονταν για την κάλυψη άλλων επιτακτικών αναγκών, η μη ικανοποίηση των οποίων θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη στην αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠ.ΠολΔ και ο δεύτερος λόγος (κατά το πρώτο σκέλος) από το άρθρο 559 αριθμό 19 Κ.ΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της οικειοθελούς ή μη αποχώρησης της αναιρεσίβλητης από την εργασία.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η γενικότερη στάση και συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ούτε παρατίθενται: α) κλονιστικά της εξακολούθησης της ένδικης σύμβασης εργασίας γεγονότα, όπως ύβρεις κατά το νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, δημιουργία επεισοδίων έξω από το κομμωτήριο, παρουσία πελατών, κλήση της Άμεσης Δράσης, β) περιστατικά για τη μειωμένη απόδοση της αναιρεσίβλητης σε σχέση με άλλες συναδέλφους της, εκτεινόμενα σε βάθος χρόνου, που δεν αποτελούν στιγμιαίες εκδηλώσεις συμπεριφοράς αυτών, αλλά μια παγιωμένη από καιρό στάση, η οποία βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη μεμονωμένη και προσχηματική δήλωση αυτών στο εξώδικο ότι επιθυμούν τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης της με την αναιρεσείουσα και γ) τα γεγονότα της μειωμένης απόδοσης και της αντεπαγγελματικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, τις αιτιάσεις αυτές, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν στο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες αφού το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν του ότι μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας πλήττεται πλέον η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 670/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ,Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008, ΑΠ 670/2018). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' Κ.Πολ,Δ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ,Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ,Δ.

εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ,Δ.), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ Κ.Πολ,Δ. αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (ΑΠ 670/2018, Α.Π. 447/2015, 156/2014, 1322/2014, 297/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ,Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι ήταν αληθές το περιεχόμενο της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτής από την εργασία της, την οποία (δήλωση) κατέθεσε η αναιρεσείουσα στον ΟΑΕΔ, η δε εξώδικη αυτή ομολογία συνάγεται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την Εισαγγελική Διάταξη με αριθμό ΕΓ-53-13/157/54Δ/13, με την οποία τέθηκε στο αρχείο για λόγους ουσιαστικούς η έγκληση της αναιρεσίβλητης σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για το έγκλημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, καθόσον κρίθηκε με την εν λόγω Εισαγγελική Διάταξη ότι η υποβολή προς τον ΟΑΕΔ της από 13-1- 2012 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης δεν ήταν ψευδής και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε προσφυγή κατ' αυτής εντός τριμήνου, όπως είχε δικαίωμα, αποδεχθείσα έτσι την αλήθεια του ως άνω γεγονότος.

Και ότι αυτή επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την επίμαχη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 13-1- 2002. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και "των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ως άνω δήλωση.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 670/2018).

Συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-1-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, όπου, ενώ στο ως άνω έγγραφο, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή του, η αναιρεσείουσα απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι "εις ένδειξη ειλικρινούς εκ μέρους της εταιρείας μας διάθεσης θα σας καταβάλουμε έναντι των οφειλομένων την μισθοδοσία του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 σε εκάστη εξ υμών άμα τη εμφανίσει στις εγκαταστάσεις μας προς ανάληψη εργασίας...

Για το υπόλοιπο των οφειλομένων μισθοδοσιών μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 και της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάριση της, σας διαβεβαιώνουμε και πάλι ότι θα προβούμε σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να σας εξοφλήσουμε το συντομότερο", το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στην αναιρεσίβλητη, αφού πρόσφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί με την από 09.01.2012 εξώδικη δήλωση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν δεσμεύθηκε ως προς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, δηλώνοντας απλώς ότι θα προβεί σε κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξόφληση αυτών. Αλλωστε, από τα όσα έγιναν δεκτά προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα ορθά διέγνωσε το περιεχόμενο του και απλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ εξάλλου την σχετική του κρίση του το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 670/2018).

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.01.2017 και με αριθμό κατάθεσης 714/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1131/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ