Legislator Case Law & Legislation
289/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's insufficient reasoning regarding contract existence in inheritance dispute.

Case Number 289/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an inheritance claim due to insufficient reasoning on a key factual issue. The appellant argued the lower court failed to properly establish whether a contract existed, noting the court only stated it was 'likely' a verbal agreement rather than definitively ruling on the contract's existence. Consequently, the Court found the lower court's reasoning inadequate on a matter crucial to the case outcome and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 573(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the appealed judgment lacks legal basis, specifically when the facts supporting the decision are missing, insufficient, or contradictory regarding issues that substantially affect the case outcome.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning appeal admissibility contract existence inheritance dispute remand for retrial legal basis substantial impact

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) and 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 573(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίoς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πλιάτσικα, ο οποίος ανακάλεσε την από 29/9/2017 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Π., χήρας Ε. Π., κατοίκου ..., 2)Γ. Μ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., και 3)Μ. Δ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φωτίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24523/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 517/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/10/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-10-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 517/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 24523/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-6-2011 αγωγή του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγωn της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ολ.

ΑΠ 1/1999,ΑΠ 333/2017,ΑΠ 242/2015, 361/2014). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 242/2015, 361/2014).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι περιέχει ενδοιαστικές αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 1978 οι αρχικώς εναχθέντες Ε. Π. (που απεβίωσε στις 13-10-20.12 και τον διαδέχθηκε, ήδη πριν την έκδοση της εκκαλουμένης, η ήδη πρώτη εφεσίβλητη σύζυγος του που συνεχίζει τη δίκη), Γ. Μ. και Μ.

Δ., οι δύο τελευταίες εκπροσωπούμενες από τον πρώτο με τα με αριθμούς …/16-9-1978 και …/29-11-1978 ειδικά πληρεξούσια, ανέθεσαν στον ήδη ενάγοντα, που τότε ήταν δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, την εντολή να διεξαγάγει δίκη κατά της Α. χήρας Χ. Π. για την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος επί της περιουσίας του θείου τους Χ.

Π., που είχε αποβιώσει στις 26-7-1978. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο ήδη ενάγων δικηγόρος άσκησε για λογαριασμό των εντολέων του την από 22-12- 1978 αγωγή περί κλήρου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το κληρονομικό δικαίωμα των εντολέων του, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου για τον καθέναν τους, και να αποδοθούν σε αυτούς, κατά το άνω ποσοστό, εκτός των άλλων και τα παρακάτω ακίνητα:

α) ένα αγροτεμάχιο, ήδη οικόπεδο, εμβαδού 1.000 τ.μ., κείμενο στον παραλιακό οικισμό …, μετά της επ' αυτού λυόμενης οικίας, εμβαδού 55 τ.μ. περίπου, αποτελούμενης από ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα, χωλ και αποχωρητήριο και β) ένα οικόπεδο, εμβαδού 282 τ.μ. περίπου, κείμενο επί της οδού … αρ. … (πρώην …), στη …, μετά της επ' αυτού υπερυψωμένης μονοκατοικίας, εμβαδού 80 τ.μ.

περίπου. Επί της αγωγής εκείνης εξεδόθη αρχικά η με αριθμό 3034/1979 προδικαστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων και στη συνέχεια η με αριθμό 2386/1983 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα των ήδη εναγόμενων, υποχρεώθηκε η προαναφερθείσα Α.

χήρα Χ. Π., να τους αποδώσει την κληρονομιαία περιουσία κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ' αδιαιρέτου. Στη συνέχεια ασκήθηκε από την τότε εναγομένη έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εξεδόθη αρχικά η με αριθμό 2557/1984 μη οριστική απόφαση, που διέταξε τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων και στη συνέχεια, μετά από κλήση των τότε εναγόντων, η με αριθ 4035/1990 επίσης μη οριστική απόφαση που ανέβαλε τη συζήτηση' της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 21-1-1991 αγωγής της τότε εναγόμενης (για την ύπαρξη ή μη σχέσεως γονέως-τέκνου μεταξύ της μητέρας των ήδη εναγομένων Σ.

συζ. Μ. Π. και των γονέων του ανωτέρω αποβιώσαντος, Κ. και Μ. Π.) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε με τη αριθμό 6591/2003 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και αφού προηγήθηκε η με αριθμό 879/1991 προδικαστική του απόφαση).

Ακολούθησε η με αριθμό 2452/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει κατά της παραπάνω αποφάσεως ο αντίδικος των ήδη εναγομένων. Μετά, δε την αναίρεση της παραπάνω απόφασης με τη με αριθμό 130/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η με αριθμό 2321/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε εκ νέου την έφεση του αντιδίκου των ήδη εναγομένων.

Μετά την απόρριψη της έφεσης αυτής επαναφέρθηκε με κλήση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η έφεση που είχε ασκήσει η Α. Π. κατά της με αριθμό 2386/1983 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (επί της περί κλήρου αγωγής) και εξεδόθη η με αριθμό 451/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση, ενώ στη συνέχεια η αναίρεση της τότε εκκαλούσας απορρίφθηκε με τη με αριθμό 504/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Σε όλες τις παραπάνω δικαστικές (αλλά και τις σχετικές εξώδικες) ενέργειες, που οδήγησαν στην αμετάκλητη αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των ήδη εναγομένων, αυτοί εκπροσωπήθηκαν από τον ήδη ενάγοντα δικηγόρο. Όσον αφορά όμως στην επικαλούμενη με την κρινόμενη αγωγή του τελευταίου σύμβαση εργολαβίας δίκης, που ασκήθηκε μετά τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Ο ενάγων δεν προσκομίζει την παραπάνω σύμβαση εργολαβίας δίκης, που, κατά τους ισχυρισμούς του, καταρτίσθηκε εγγράφως και βέβαια θα αρκούσε για την απόδειξη της επικαλούμενης συμφωνίας του με τους ήδη εναγομένους (χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε άλλα αποδεικτικά μέσα), επειδή, όπως υποστηρίζει, αυτή καταστράφηκε από πυρκαγιά που κατέκαψε το επί της οδού … γραφείο του, την 8- 12-2008, κατά τη διάρκεια επεισοδίων που ακολούθησαν διαδήλωση για τη γνωστή υπόθεση της δολοφονίας του Α.

Γ.. Οι μάρτυρές του βέβαια υποστηρίζουν τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντος, όμως οι καταθέσεις τους δεν κρίνονται πειστικές από το Δικαστήριο, όπως και οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, για τους εξής κυρίως λόγους: Ο ενάγων δεν είχε δηλώσει την ύπαρξη και καταστροφή του εγγράφου της σύμβασης στην επιτροπή που συγκροτήθηκε με την …-12-2008 απόφαση του Δ.Σ.

του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, όπου δήλωσε μόνον ότι κάηκε ολοσχερώς ογκώδης φάκελος του εντολέως του Ι. Π., με έγγραφα 700 περίπου σελίδων, καθώς και 5-6 φάκελοι δικογραφιών εντολέων, που, κατά το χρόνο αυτόν δεν είχε εντοπίσει σε ποιους ανήκουν. Και ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο ενάγων θα δήλωνε στην επιτροπή του ΔΣΘ την καταστροφή της επικαλούμενης από τον ίδιο σύμβασης εργολαβίας δίκης, που ασφαλώς θα αποτελούσε (αν υπήρχε) σπουδαιότατο για τον ίδιο έγγραφο, αφού θεμελίωνε αξιώσεις του για σημαντικότατα ποσά και δεν μπορούσε να αναπληρωθεί από τον ΔΣΘ - κάτι που ασφαλώς γνώριζε ως δικηγόρος, δεν προέβη σε καμία τέτοια δήλωση.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά και δεν ζήτησε από τους εντολείς του, μετά την πυρκαγιά, τη σύνταξη νέου εγγράφου σε αντικατάσταση του (κατά τους ισχυρισμούς του) καταστραφέντος. Ισχυρίζεται βέβαια ο ενάγων, επιχειρηματολογώντας και κατά της εκκαλουμένης που δέχθηκε ότι οι σχέσεις του με τους εντολείς του ήταν στις αρχές του 2009 αρμονικές, ότι δεν ζήτησε την επανεπιβεβαίωση της συμφωνίας ακριβώς επειδή οι σχέσεις του με τους εντολείς του δεν ήταν αρμονικές αλλά είχαν ήδη διαταραχθεί.

Πέραν όμως του ότι δεν προκύπτει σοβαρή διατάραξη των σχέσεων αυτών (λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ενάγων συνέχισε την εκτέλεση της εντολής των ήδη εναγομένων για δύο ακόμη έτη) που να εμποδίζει τον ενάγοντα να ζητήσει την επανεπιβεβαίωση της συμφωνίας, δεν μπορεί να μην παρατηρηθεί ότι μια τέτοια (υποθετική) διατάραξη θα αποτελούσε έναν επιπλέον λόγο για να δηλώσει ο ενάγων την καταστροφή του εγγράφου της εργολαβίας δίκης στην επιτροπή του ΔΣΘ.

Οι δε ισχυρισμοί του ότι δεν τη δήλωσε επειδή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια έγγραφα είχαν καταστραφεί δεν κρίνονται πειστικοί, ενόψει μάλιστα και της σπουδαιότητας του επίμαχου εγγράφου. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί και ότι, με δεδομένο πως στις 30-10-2008 δημοσιεύθηκε η προαναφερθείσα με αριθμό 2321/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίγραφο της οποίας λήφθηκε από τον παραστάντα για λογαριασμό των ήδη εναγομένων κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ήδη ενάγοντα δικηγόρο, στις 13-11-2008, η δικογραφία των ήδη εναγομένων ήταν σε χρήση του ενάγοντος κατά τον χρόνο που θα έπρεπε να προβεί στη δήλωση της καταστροφής του φακέλου των ήδη εναγομένων και βέβαια και της επικαλούμενης σύμβασης εργολαβίας δίκης, καθώς και ότι ο ενάγων εξακολουθεί να κατέχει έγγραφο του φακέλου των εναγομένων και συγκεκριμένα την προσκομισθείσα στην παρούσα δίκη από 8-2-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που αναφέρεται στην καταβολή από τον ίδιο σε άλλον συνάδελφο του, για λογαριασμό των ήδη;

εναγομένων, των εξόδων μετάβασης στην Τουρκία προς αναζήτηση στοιχείων για την οικογένεια Κ. και Μ. Π.. Υποστηρίζει βέβαια ο ενάγων ότι δεν καταστράφηκε ολόκληρη η δικογραφία των ήδη εναγομένων εντολέων του, παρά μόνον ένας υποφάκελος αυτής, που περιείχε και την επίμαχη σύμβαση εργολαβίας δίκης, ενώ τα προαναφερθέντα (στην παρούσα απόφαση, αλλά και στην εκκαλουμένη) έγγραφα που εξακολουθούσε να κατέχει ο ενάγων βρίσκονταν σε άλλον υποφάκελο που δεν καταστράφηκε.

Πέραν όμως του ότι ο ενάγων δεν δήλωσε στην επιτροπή του ΔΣΘ την καταστροφή κανενός απολύτως υποφακέλου (έστω) της δικογραφίας των ήδη εναγομένων εντολέων του, τα μέλη της Επιτροπής διαπίστωσαν, κατόπιν αυτοψίας που έγινε στο γραφείο του ήδη ενάγοντος στις 19-12-2008, ότι περί τους 700 τόμους νομικών βιβλίων εμποτίστηκαν από τον καπνό και ήταν δυσχερής έως αδύνατος ο καθαρισμός και η χρήση τους, λόγω της οσμής, ενώ ευρήματα για τους φακέλους που είχε αναφέρει ο ενάγων δεν υπήρχαν κατά το χρόνο της αυτοψίας (19-12-2008) και βέβαια δεν υπήρχε και εύρημα για υποφάκελο έστω των ήδη εναγομένων (που κατά τον ενάγοντα περιείχε την επικαλούμενη σύμβαση εργολαβίας δίκης).

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι στα καταστραφέντα από την πυρκαγιά έγγραφα δεν περιλαμβανόταν υποφάκελος (έστω) της δικογραφίας των ήδη εναγομένων και ασφαλώς όχι το έγγραφο της επικαλούμενης από τον ήδη ενάγοντα σύμβασης εργολαβίας δίκης. Οι παραπάνω παραδοχές, που καταδεικνύουν την ανυπαρξία σύμβασης εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων, δεν αναιρούνται ούτε από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα και μάλιστα από τα προαναφερθέντα ειδικά πληρεξούσια των δύο τελευταίων από τους (αρχικά) εναχθέντες προς τον πρώτο από αυτούς, καθώς το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε αφορά πολλές διαφορετικές τυποποιημένες περιπτώσεις και ειδικότερα την εξουσία του εξουσιοδοτηθέντος να διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο για τη δικαστική επιδίωξη και κατοχύρωση του κληρονομικού δικαιώματος και να συμφωνεί ελευθέρως και κατά την κρίση του την αμοιβή που πληρεξούσιου δικηγόρου και μάλιστα όχι μόνον με ποσοστά, και να υπογράφει το σχετικό συμβόλαιο (ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό) εργολαβίας δίκης, αλλά όχι μόνον αυτό, αλλά και να συμφωνεί (την ασύμβατη με την εργολαβία δίκης) αμοιβή κατ' αποκοπή.

Αλλά (δεν αναιρούνται οι παραπάνω παραδοχές), ούτε και από την από 26-5- 2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο ενάγων μετά τη δημοσίευση της με αριθμό 504/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, όπου ο ίδιος αναγράφει ότι έλαβε 2.000,00 Ευρώ από τον πρώτο εναγόμενο "έναντι εξόδων της κληρονομικής υπόθεσης. Θεωρημένη απόδειξη ...

θα εκδοθεί με την εξόφληση της αμοιβής", ενόψει των παραπάνω δεδομένων αλλά και του ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε λίγο πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Υπό τα δεδομένα αυτά, και χωρίς βέβαια να παραλειφθεί η εκτίμηση κανενός άλλου αποδεικτικού μέσου, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ποτέ δεν καταρτίσθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο, μεταξύ του ενάγοντος και των εντολέων του η επικαλούμενη από τον πρώτο σύμβαση εργολαβίας δίκης, στην οποία στηρίζει τις ένδικες αξιώσεις του, με την έννοια που εκτέθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δηλαδή με την έννοια της ανάληψης της υποχρέωσης του ενάγοντος δικηγόρου να διεξαγάγει την συγκεκριμένη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Ο ενάγων, επιχειρηματολογώντας με την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης, διατείνεται ότι οι παραδοχές της περί προφορικής συμφωνίας που όριζε ότι για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια που αφορούσε το κληρονομικό δικαίωμα, οι εναγόμενοι θα του κατέβαλαν κατ' αποκοπή το ποσό που αυτός ζητούσε κατ' αποκοπή κάθε φορά και ότι οι καταβολές προς τον ενάγοντα γίνονταν κατά τρόπο οριστικό και όχι υπό την αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος υποχρεούτο να αποδώσει στους εντολείς του τα ποσά που είχε προεισπράξει, αφορούν ισχυρισμούς που ούτε αποδείχθηκαν ούτε και είχαν προταθεί από τους εναγομένους.

Το ζητούμενο ωστόσο στην κρινόμενη υπόθεση δεν ήταν η βασιμότητα των ισχυρισμών των εναγομένων, αλλά η απόδειξη (με οποιονδήποτε τρόπο) της σύμβασης εργολαβίας δίκης, το βάρος της οποίας έφερε ο ενάγων. Και υπό τα προεκτεθέντα δεδομένα τέτοια σύμβαση δεν αποδείχθηκε, αλλά, πιθανότατα, κατά την κρίση και του παρόντος του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε η πολύ συνήθης στην πράξη μορφή διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία, προφορική στην προκειμένη περίπτωση, για καταβολή στον ενάγοντα, για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που θα πραγματοποιούσε σε σχέση με το κληρονομικό δικαίωμα των ήδη εναγόμενων εντολέων του (δηλαδή της περί κλήρου αγωγής και των δικών σχετικά με το προδικαστικό ζήτημα της συγγένειας που συνέδεε τη μητέρα των εναγομένων και τον κληρονομούμενο), των ποσών που ο ίδιος θα τους ζητούσε κατά περίπτωση για την κάθε ξεχωριστή ενέργειά του, χωρίς πάντως - και αυτό αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο για την παρούσα υπόθεση - καμία εξάρτηση της αμοιβής του από την τελική έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα χωρίς τον όρο να αναλάβει ο ενάγων να διεξαγάγει τη συγκεκριμένη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές περί μη απόδειξης της σύναψης (εγγράφως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο) της επικαλούμενης από τον ενάγοντα σύμβασης εργολαβίας δίκης, η στηριζόμενη στη σύμβαση αυτή αγωγή του πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Επομένως, η εκκαλουμένη, που δεχόμενη τα ίδια απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν σαν αβάσιμοι...".

Γίνεται σαφές ότι το Εφετείο, μετά από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με την απόδειξη (με οποιονδήποτε τρόπο) της σύμβασης εργολαβίας δίκης δέχθηκε κατά λέξη ότι "Και υπό τα προεκτεθέντα δεδομένα τέτοια σύμβαση δεν αποδείχθηκε, αλλά, πιθανότατα, κατά την κρίση και του παρόντος του Δικαστηρίου, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε η πολύ συνήθης στην πράξη μορφή διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία, προφορική στην προκειμένη περίπτωση, για καταβολή στον ενάγοντα, για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που θα πραγματοποιούσε σε σχέση με το κληρονομικό δικαίωμα των ήδη εναγόμενων εντολέων του (δηλαδή της περί κλήρου αγωγής και των δικών σχετικά με το προδικαστικό ζήτημα της συγγένειας που συνέδεε τη μητέρα των εναγομένων και τον κληρονομούμενο), των ποσών που ο ίδιος θα τους ζητούσε κατά περίπτωση για την κάθε ξεχωριστή ενέργεια του, χωρίς πάντως - και αυτό αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο για την παρούσα υπόθεση - καμία εξάρτηση της αμοιβής του από την τελική έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα χωρίς τον όρο να αναλάβει ο ενάγων να διεξαγάγει τη συγκεκριμένη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή...".

Η ενδοιαστική αυτή διατύπωση, εκφρασθείσα με τη λέξη πιθανότατα, έχει την έννοια, ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή δεν καταρτίστηκε η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση εργολαβίας δίκης, αλλά πιθανότατα μεταξύ των διαδίκων υπήρξε η πολύ συνήθης στην πράξη μορφή διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία, προφορική στην προκειμένη περίπτωση, για καταβολή στον ενάγοντα, για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που θα πραγματοποιούσε σε σχέση με το κληρονομικό δικαίωμα των ήδη εναγόμενων εντολέων του των ποσών που ο ίδιος θα τους ζητούσε κατά περίπτωση για την, κάθε ξεχωριστή ενέργειά του, χωρίς πάντως καμία εξάρτηση της αμοιβής του από την τελική έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα χωρίς τον όρο να αναλάβει ο ενάγων να διεξαγάγει τη συγκεκριμένη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, δεν είναι αναμφίβολο, αλλά έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα ορθότητας.

Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αφού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσεν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). >

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση 517/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες διακόσια (2.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ