Supreme Court dismisses appeal claiming appellate court ignored appeal arguments regarding interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision of 77/2009. The appellant argued the appellate court failed to consider specific appeal arguments regarding interest calculations and accepted the bank's defenses without legal basis. The court rejected these claims, finding that the appellate court had already addressed the appellant's arguments by ruling the claims premature due to non-payment of a suspended payment, thereby implicitly rejecting the appellant's appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court will not overturn a lower court's decision if the appellate court has already considered and rejected the appellant's arguments, even if the appellant claims they were ignored or accepted without basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 289 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:191/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Το δικαστήριο, που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ..
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του, ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη και αμοιβή το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.
του ίδιου Κώδικα. Ως κρίσιμος δε χρόνος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη αμοιβής λαμβάνεται εκείνος της παροχής της σχετικής υπηρεσίας του, αφότου και παράγεται η σχετική αξίωσή του, ανεξαρτήτως εάν, μετέπειτα, ο εντολέας ανακαλεί την προς τον δικηγόρο εντολή. Επιτρέπεται, όμως συμφωνία, μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, η οποία εξαρτά το χρόνο καταβολής της ανωτέρω αμοιβής από οποιαδήποτε αναβλητική αίρεση και ειδικότερα από την είσπραξη της απαίτησης.
Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις διατάξεις του άνω Κώδικα, προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων, με την ιδιότητά του ως συνεργαζόμενος δικηγόρος με την εναγόμενη Τράπεζα, παρείχε σ' αυτήν και στο υποκατάστημά της στην Κέρκυρα, από το έτος 1994, τουλάχιστον, δικηγορικές υπηρεσίες και ειδικότερα προέβαινε, κατ' εντολή και για λογαριασμό της, σε έκδοση διαταγών πληρωμής, κατάθεση προτάσεων επί ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής κλπ.
Ο τρόπος αμοιβής των συνεργαζόμενων δικηγόρων της εναγομένης είχε καθοριστεί με την 14.299/11.7.1994 εγκύκλιο της Διεύθυνσης Δικαστικής Υπηρεσίας αυτής, η οποία όριζε, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση Δ' αυτής, ότι "για αμοιβές για υποθέσεις που αφορούν είσπραξη απαιτήσεων της Τράπεζας με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, ο συνεργαζόμενος δικηγόρος θα προεισπράττει από την Τράπεζα μόνο τα πραγματικά του έξοδα και θα υπόσχεται εγγράφως ότι θα εισπράττει την αμοιβή του συγχρόνως με την είσπραξη της απαίτησης της Τράπεζας και υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση θα εισπραχθεί στο ακέραιο.
Αν ο δικηγόρος δεν δέχεται αυτήν την συμφωνία, τότε από την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η Τράπεζα, αφού αφαιρέσει το ποσό που αντιστοιχεί στα πραγματικά έξοδα που κατέβαλε στο δικηγόρο, μπορεί να καταβάλλει στο δικηγόρο το 50% του υπολοίπου ποσού της δικαστικής δαπάνης. Το υπόλοιπο όμως 50%, όπως και η αμοιβή της επιταγής, θα καταβληθεί με την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης της Τράπεζας.
Τέλος, σε τυχόν περιπτώσεις που ο δικηγόρος δεν δέχεται να αναλάβει με τις παραπάνω προϋποθέσεις, είτε με την πρώτη είτε με την δεύτερη, σε περίπτωση μη αποδοχής της πρώτης, τότε θα πρέπει να απευθύνεται στη Διεύθυνση της Τράπεζας και να ενεργεί ύστερα από προηγούμενη συνεννόηση με αυτήν". Από τις ανωτέρω τρεις επιλογές του τρόπου αμοιβής του από την εναγομένη, ο ενάγων είχε επιλέξει εκείνη, σύμφωνα με την οποία ο δικηγόρος πληρώνεται τα πραγματικά του έξοδα και το ήμισυ της επιδικαζόμενης με τη διαταγή πληρωμής δικαστικής δαπάνης κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ το υπόλοιπο της δικαστικής δαπάνης, όπως και όλες τις λοιπές αξιώσεις του, ιδίως αμοιβών, από όλη τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής και την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα τις εισπράττει υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς εξόφλησης από τον οφειλέτη της απαίτησης της εναγομένης.
Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας, κατόπιν εντολής της εναγομένης, ο ενάγων προέβη, κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 1995, στη σύνταξη και κατάθεση τριών αιτήσεων για έκδοση τριών διαταγών πληρωμής εις βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΟΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "CERACO", ως πρωτοφειλέτριας και κατά των Δ.
Μ. και Σ. ή Η. συζύγου Δ. Μ., ως εγγυητών της πρωτοφειλέτριας, για την είσπραξη απαίτησης της εναγομένης από τρεις συμβάσεις δανείου και τις πρόσθετες αυτών πράξεις αυξήσεως πιστώσεως, ποσού 7.172.964 δρχ., 20.728.288 δρχ. και 33.400.097 δρχ., αντίστοιχα. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι Διαταγές Πληρωμής 298, 299 και 320/1995 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά των οποίων οι φερόμενοι οφειλέτες άσκησαν ισάριθμες ανακοπές το ίδιο έτος με σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά της επιταγής προς εκτέλεση.
Ακολούθως, ο ενάγων, σύμφωνα με την ανωτέρω εγκύκλιο της εναγομένης, στις 6 Ιουλίου 1995, υπέβαλε στην τελευταία σημειώματα και πίνακες των πραγματικών εξόδων του και του συμφωνηθέντος αρχικού τμήματος της αμοιβής του για σύνταξη αιτήσεων, παράσταση και κατάθεση αυτών, για σύνταξη παραγγελίας προς επίδοση του απογράφου, για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση κλπ., τα οποία αυτή (εναγομένη) ενέκρινε και του κατέβαλε.
Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι έχει εξοφληθεί ολοσχερώς η ανωτέρω απαίτηση της εναγομένης κατά της πιστούχου πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των εγγυητών αυτής. Επομένως, εφόσον μέχρι του χρόνου συζήτησης της παρούσας υπόθεσης, δεν συνέβη το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της ολοσχερούς εξόφλησης της απαίτησης της εναγομένης, μόνο μετά την πλήρωση του οποίου ο ενάγων δικηγόρος θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει το υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης σ' αυτόν δικαστικής δαπάνης, όπως και όλες τις λοιπές αξιώσεις του, ιδίως αμοιβών, από όλη τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη εγκύκλιο, την οποία είχε αποδεχθεί και στην οποία είχε προσχωρήσει αυτός καθόλη τη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας του με την εναγομένη Τράπεζα, σε σχέση µε την αµοιβή του από την παροχή των δικηγορικών του υπηρεσιών προς εκείνη, η σκοπηθείσα από τα µέρη νοµική ενέργεια της συµφωνίας των διαδίκων περί καταβολής του υπολοίπου της αµοιβής του δεν χώρησε και δεν επήλθαν µέχρι σήµερα τα αποτελέσµατά της, οπότε, λόγω µη πλήρωσης της, κατά τα άνω, συvοµολογηθείσας αναβλητικής αίρεσης (άρθρο 201 ΑΚ), οι επίδικες αξιώσεις του για είσπραξη της, πέραν της προκαταβληθείσας, υπόλοιπης αµοιβής του, ασκούνται προώρως επί του προκειµένου.
Τα ανωτέρω πραγµατικά περιστατικά, αναφορικά µε την εγκύκλιο της εναγοµένης και τον τρόπο που συμφώνησε να πληρώνεται από την εντολέα του, βάσει αυτής, συνομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων µε το δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Ύστερα από όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως προώρως ασκηθείσα.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε, διότι με την ειδικώς αιτιολογημένη παραδοχή, ότι η καταβολή ως άνω συμφωνηθείσας αμοιβής εξαρτήθηκε από την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή από την ολοσχερή εξόφληση της παραπάνω απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της πιστούχου πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των εγγυητών αυτής και ότι η απαίτηση αυτή δεν εξοφλήθηκε ολοσχερώς, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, δικαιολογείται η μη επιδίκαση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος.
Η ειδικότερη αιτίαση του, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι το εφετείο παραβίασε τους κανόνες των δικαιοπραξιών και ειδικότερα δεν ερμήνευσε ορθά το περιεχόμενο της με αριθμό 14.299/11-7-1994 εγκυκλίου της Διεύθυνσης Δικαστικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, το οποίο αποτελεί και περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής, είναι απορριπτέα, ως αόριστη, διότι 1) δεν γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της, λόγω κενού ή αμφιβολίας, ως προς την αληθή έννοια του και 2) δεν προσδιορίζονται με αυτήν οι συγκεκριμένοι κανόνες που παραβιάστηκαν και το αληθές νόημα του περιεχομένου της εγκυκλίου.
Σε κάθε περίπτωση είναι και αλυσιτελής διότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, την απαίτηση του για καταβολή της αιτουμένης αμοιβής ο αναιρεσείων θεμελιώνει στην παραπάνω εγκύκλιο, με την επίκληση μάλιστα ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραξε την απαίτηση της, προϋπόθεση αναγκαία, κατά το περιεχόμενο της εγκυκλίου, για να είναι απαιτητή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αρ 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να διεκδικήσει την αμοιβή του και τις λοιπές απαιτήσεις του, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την, με επίκληση, προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με αριθμό ...
ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκη Όρους Κέρκυρας και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν. Από τη διατύπωση αυτή, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, 1) τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας με αριθμούς 292/2002,211/2003 και 212/2003, τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται σ' αυτά και την από 2-4-2003 επιστολή των Τ.
Π. και Α. Α. 2) τις αποφάσεις 212/2003 του Ειρηνοδικείου Κερκύρας και 77/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και 3) τις αποφάσεις 20/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας και 1/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 19, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι, εκτός από την επίκληση της διάταξης, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη πλημμέλεια.
Ο λόγος αναίρεσης, από το πρώτο μέρος της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι, κατά παράβαση του νόμου, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπήρχε δεδικασμένο από τις 212/2003 και 20/2006 αποφάσεις, αντίστοιχα, του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες με τις 77/2004 και 1/2009 αποφάσεις, αντίστοιχα, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Κερκύρας, με τις οποίες τα Δικαστήρια που τις εξέδωσαν, ερμήνευσαν την από 11-7-1994 και με αριθμό 14.299 εγκύκλιο και δέχθηκαν ότι η αμοιβή του οφείλεται όχι μόνο όταν εξοφλείται η οφειλή ολοσχερώς, αλλά και στις περιπτώσεις που επέρχεται εξόφληση της οφειλής για κάποια άλλη αιτία.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων, εμμέσως πλην σαφώς, συνομολογεί, ότι οι αποφάσεις αυτές, που εκδόθηκαν σε διαφορές μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, αναφέρονται σε αντικείμενο διαφορετικό από αυτό, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αναίρεσης από το αρθρ. 559 αρ. 8 περ.
β του KΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος του, από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β' και α' ΚΠολΔ, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το Εφετείο 1)δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες από αυτόν λόγους έφεσης, που εμπεριέχονταν στην από 12-7-2005 έφεση του, με τους οποίους προέβαλε ότι η εκκαλουμένη "εσφαλμένως εκτίμησε το όλο αποδεικτικό υλικό και έκρινε, κατ' εσφαλμένη ουσιαστική και νομική σκέψη και κρίση με συνέπεια να οδηγηθεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα και να απορρίψει το αγώγιμο κονδύλι ποσού 3.587.815 ή 10.529,17 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους των κονδυλίων του υπολοίπου της δικαστικής δαπάνης και της επιταγής του από την επομένη της κοινοποιήσεως των επιταγών προς πληρωμή στους οφειλέτες της εναγομένης μέχρι και την ημερομηνία άσκησης εκ μέρους του της υπ'αρίθμ.258/2003 αγωγής του κατά της εναγομένης" και 2) έλαβε υπόψη του και "δέχθηκε τους προταθέντες λόγους εφέσεως της αντιδίκου αναιτιολόγητα και χωρίς νομική βάση, με αποτέλεσμα να δεχθεί αυτήν (την έφεση), παρά το γεγονός ότι άπαντες οι λόγοι και οι ισχυρισμοί της είναι αναληθέστατοι, αβάσιμοι και παραπλανητικοί".
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι, κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος και κατά το δεύτερο απαράδεκτος διότι: 1) όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την απόφαση του, δέχθηκε ότι, "λόγω µη πληρώσεως της, κατά τα άνω, συvοµολογηθείσας αναβλητικής αιρέσεως (άρθρο 201 ΑΚ), οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ασκούνται προώρως επί του προκειμένου" και συνεπώς, από την παραδοχή αυτή προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, ως αβάσιμο και 2) ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων συνομολογεί ότι οι παραπάνω λόγοι έφεσης της αναιρεσίβλητης είχαν προταθεί ενώπιον του Εφετείου.
Τέλος, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, διότι, με την επίκληση της έλλειψης επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφερομένης στους παραπάνω λόγους έφεσης, πλήττεται, απαραδέκτως, η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της εταιρείας με τη επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας από αυτήν αναιρεσίβλητης, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την, από 21-9-2009, αίτηση αναίρεσης της 77/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της εταιρείας με τη επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε", καθολικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ