Legislator Case Law & Legislation
289/2012 AI generated

289/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 289/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 289 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Προϋποθέσεις προσφυγής του δικαστηρίου της ουσίας στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173, 200 ΑΚ). Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις, εκτός αν προτείνονται ειδικά σ...

Legislator headnote

AI generated
289/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις, εκτός αν προτείνονται ειδικά σ... «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
employer's standing to appeal employee breach of contract agricultural employee unemployment insurance claimant labor law violations employee lack of entitlement

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Προϋποθέσεις προσφυγής του δικαστηρίου της ουσίας στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173, 200 ΑΚ). Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να τάξει αποδείξεις, εκτός αν προτείνονται ειδικά συναλλακτικά ήθη ή δέχεται ισχυρισμούς των διαδίκων για την έννοια όρου της δικαιοπραξίας. Προϋποθέσεις ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173-200 ΑΚ (άρθρο 559 αρ. 1, 19 Κ.Πολ.Δικ.) ή θεμελίωσης αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 8α και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. - Όρος υπαναχώρησης του εργοδότη σε σύμβαση εργολαβίας ασαφής. Ερμηνεία από το Εφετείο με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 ΑΚ και απόρριψη ισχυρισμών εναγομένου εργοδότη ότι συνέτρεχαν όροι υπαναχώρησής του από τη σύμβαση λόγω υπερημερίας του εργοδότη. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 8α και 10 Κ.Πολ.Δικ.

Αριθμός 289/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Σ. Μ. ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο.Ε", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13950/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1330/2000 προδικαστική, 356/2008 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Αυγούστου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την 76905/14-4-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 335 του Κ.Πολ.Δ., 173 και 200 του ΑΚ, συνάγεται ότι αντικείμενο αποδείξεως δεν μπορεί να είναι η έννοια δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου αυτής, γιατί δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά η έννοια αυτή εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, που διαπιστώνει με ερμηνεία του περιεχομένου της, η οποία γίνεται κυριαρχικά από αυτό, την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή να υποχρεούται να διατάξει γι' αυτούς απόδειξη (ΑΠ 176/1973, 225/1972). Το δικαστήριο, αν διαγνώσει στη δικαιοπραξία την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, έστω και έμμεσα, οφείλει να προσφύγει στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (Ολ. ΑΠ 324/1978, 590/1968). Δεν υποχρεούται όμως να τάσσει κατ' αρχήν αποδείξεις, ενόψει του ότι την καλή πίστη, που είναι νομική έννοια, κατέχει ο δικαστής από τις γενικές γνώσεις του και μόνο αν προτείνονται ειδικά συναλλακτικά ήθη πρέπει να καθίστανται αυτά αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 225/1972). Πάντως σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο οδηγείται στην ερμηνεία ασαφούς δικαιοπραξίας μπορεί, και αν ακόμη δεν συντρέχει λόγος να ταχθούν αποδείξεις για τα συναλλακτικά ήθη, να αντλήσει αυτεπάγγελτα τα επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή και συνεπώς τέτοια επιχειρήματα ή συμπεράσματα για ερμηνεία αρύεται ελεύθερα το Δικαστήριο και από οποιοδήποτε ενώπιον αυτού στοιχείο, όπως και από τις αποδείξεις που προσκομίζονται για άλλο θέμα (ΑΠ 255/1972, 459/1972). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά δε τον αρ.19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ευθεία παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών συντελείται όταν το δικαστήριο, μολονότι διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάζει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Εκ πλαγίου δε παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων συντελείται, αν εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως (ΑΠ 1715/1999, 215/2009, 258/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως ακυρότητας της υπαναχωρήσεως του αναιρεσείοντος από σύμβαση μισθώσεως έργου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αρ. .../26-2-1997 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό (εργολαβικό) του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ε, Βαντσίδη, καταρτίσθηκε σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ της ενάγουσας εργολάβου και του εναγομένου οικοπεδούχου, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση ανέγερσης τριών οικοδομών επί οικοπέδου του δευτέρου με το σύστημα της αντιπαροχής. Σχετικά με το οικόπεδο αυτό, που βρίσκεται στην Περαία Θεσσαλονίκης, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6456/3-5-93 πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της διεύθυνσης πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. ΔΠ/ΤΑ3154/1993/6-8-1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης. Στην παραπάνω σύμβαση των διαδίκων, μεταξύ άλλων, είχαν συμφωνηθεί και τα εξής: α. άρθρο 9 αυτής: Η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται εντός του αμέσως απαιτουμένου χρόνου να προβεί δι' αποκλειστικών φροντίδων και δαπανών της στην τακτοποίηση του άνω οικοπέδου δια της υπαρχούσης πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, υποχρεούμενη να καταβάλλει όλες τις αποζημιώσεις και το τίμημα του προαναφερθέντος προσκυρουμένου τμήματος (πρόκειται κατά την σύμβαση για προσκυρούμενο οικοπεδικό τμήμα εμβ. 284,14 τ.μ. που βρίσκεται δίπλα προς τ' ανατολικά του οικοπέδου του εναγομένου και αποτελούσε κοινόχρηστο χώρο). Προς τον σκοπό αυτόν, ο οικοπεδούχος υποχρεούται να προσφέρει την συνδρομή του, σε πρώτη ζήτηση της εργολάβου εταιρείας, κατά την τακτοποίηση του οικοπέδου, είτε δια της δικαστικής οδού, είτε εξωδίκως, είτε δια της υπογραφής αντιστοίχου μεταβιβαστικού συμβολαίου. Δια την τακτοποίηση του άνω οικοπέδου του, ο οικοπεδούχος παρέχει την ανέκλητο εντολή και πληρεξουσιότητα προς την εργολάβο εταιρεία, ώστε ενεργούσα δια λογαριασμό του προέλθει σε όλες τις πράξεις, οι οποίες θα έχουν σκοπό την τακτοποίηση του άνω οικοπέδου του, είτε δια της διοικητικής οδού, είτε δια της δικαστικής οδού προς τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης των αντιστοίχων δικαιούχων, είτε δι' εξώδικων ενεργειών, είτε δια της υπογραφής αντιστοίχων συμβολαίων αγοράς και πωλήσεως οικοπεδικών τμημάτων τα οποία ορίζονται στην προαναφερθείσα πράξη τακτοποιήσεως και εν γένει να προβεί στις απαιτούμενες ομολογίες, δηλώσεις έστω και υπεύθυνες, υπογραφές εγγράφων, δραστηριότητες και ενέργειες εν γένει, έστω και αν δεν αναφέρονται στο παρόν, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό την περαίωση των διδομένων εις αυτούς εντολών, της εντολοδόχου εργολάβου εταιρείας, εχούσης όλα τα δικαιώματα προς τέλεση των πράξεων αυτών κατά τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο περί συμβάσεως άρθρο του παρόντος. Περαιτέρω, η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται εντός προθεσμίας πέντε (5) μηνών από της υπογραφής του συμβολαίου προσκυρώσεως που θα συντελεσθεί το αργότερο εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος και γενικά από της πλήρους τακτοποιήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εις την αρχή του παρόντος αναφερομένη πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, να καταθέσει στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο πλήρη μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας προς ανέγερση του προαναφερθέντος οικοδομικού συγκροτήματος και να λάβει τη σχετική οικοδομική άδεια εντός του παρακάτω αναφερομένου χρόνου. Περαιτέρω η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να παραδώσει στον οικοπεδούχο όλους τους διαιρετούς χώρους που θα κατασκευάσει υπέρ αυτού ... εντός προθεσμίας τριάντα πέντε (35) μηνών από της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας, τον δε περιβάλλοντα χώρο έξι (6) μήνες αργότερα. Η εργολάβος εταιρεία οφείλει να λάβει την αναγκαία άδεια οικοδομήσεως εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή της σχετικής μελέτης, ενώ επίσης θα πρέπει να προβεί σε έναρξη των οικοδομικών εργασιών το αργότερο εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Σε περίπτωση καθυστερήσεως της παραδόσεως της αντιπαροχής του οικοπεδούχου, η εργολάβος εταιρεία υποχρεούται να καταβάλλει προς τον οικοπεδούχο για κάθε μήνα καθυστερήσεως δραχμές 100.000 για κάθε διαιρετό χώρο της αντιπαροχής του, ως ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση του, που συνομολογείται δια του παρόντος. Εάν όμως η καθυστέρηση αυτού υπερβεί τους τέσσερις (4) μήνες από της λήξεως της ως άνω προθεσμίας παραδόσεως των υπέρ του οικοπεδούχου διαιρετών χώρων της αντιπαροχής του, δικαιούται να κηρύξει έκπτωτο την εργολάβο εταιρεία δι' απλής εξωδίκου προσκλήσεως του. (Ακολουθεί καθορισμός των συνεπειών της κηρύξεως εκπτώτου της εργολάβου, μεταξύ των οποίων και η περιέλευση του οικοδομικού συγκροτήματος στον οικοπεδούχο σε οποιοδήποτε κατασκευαστικό στάδιο και αν βρίσκεται μετά της αντιστοίχου οικοδομικής αδείας και των συγκεκριμένων σχεδίων, ως αναπόδεικτη ζημία, χωρίς η εργολάβος εταιρεία να μπορεί να ζητήσει ιδιαίτερη αποζημίωση από το λόγο αυτό ακόμα και για τα υλικά που έχει τοποθετήσει). Το δικαίωμα από της κηρύξεως εκπτώτου της εργολάβου εταιρείας θα έχει ο οικοπεδούχος και σε περίπτωση παρελεύσεως τριών (3) μηνών από της ουσιαστικής διακοπής της ανοικοδομήσεως εξ υπαιτιότητας της εργολάβου εταιρείας, καθώς ακόμα και στην περίπτωση που η εργολάβος εταιρεία δεν προβεί σε έγκαιρη έναρξη των οικοδομικών εργασιών ή καθυστερήσει αδικαιολόγητα στην καταβολή των αποζημιώσεων και την υποβολή της σχετικής μελέτης καθώς και τον πλήρη φάκελο για την έκδοση της οικοδομικής άδειας". Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει τις ενέργειες, στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της από την κατάρτιση της σύμβασης (26-2-1997) μέχρι τη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα εργοδότη υπαναχώρηση από αυτή (κήρυξη έκπτωτης της εργολάβου με επίκληση υπερημερίας της) με την από 26-1-1998 δήλωση του (που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν), ήτοι: κατάρτιση τοπογραφικών διαγραμμάτων μέχρι τις 14-5-1997, τροποποίηση σχεδίων μελέτης, με αίτημα του αναιρεσείοντος, ώστε να υπάρχει μεταξύ της δυτικής πλευράς του κτιρίου του και του γειτονικού οικοπέδου διάδρομος προσπέλασης προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, καταβολή του τιμήματος των 5.002.320 δραχμών για το προσκυρούμενο τμήμα προς τη δικαιούχο κοινότητα Περσίας στις 8-5-1997 και υπογραφή της πράξης μεταβίβασης του στις 8-8-1997 και τέλος κατάθεση πλήρους φακέλου μελετών με αίτηση εκδόσεως πολεοδομικής άδειας στις 22-10-1997, ως προς την οποία είχαν ολοκληρωθεί όλοι οι υπηρεσιακοί έλεγχοι των μελετών μέχρι τις 20-1-1998 και υπολειπόταν μόνον ο φορολογικός έλεγχος για την έκδοση της, ενώ η πληρωμή των αποζημιώσεων σε όμορους ιδιοκτήτες, που δεν αφορούσαν προσκυρώσεις οικοπέδων τους στο υπό ανοικοδόμηση, δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Ενώ όμως "επέκειτο η έκδοση της σχετικής άδειας οικοδομής, αιφνιδίως στις 12-1-1998 ο εναγόμενος, χωρίς προηγουμένως να έρθει σε κάποια επαφή με την ενάγουσα ή να διαμαρτυρηθεί προς αυτή για καθυστερήσεις, κοινοποίησε στην τελευταία εξώδικη πρόσκληση, με την οποία έτασσε προς αυτή προθεσμία τεσσάρων ημερών για την επίδειξη της υπό έκδοση οικοδομικής άδειας και στη συνέχεια, χωρίς να περιμένει την απάντηση της ενάγουσας στην εξώδικη του αυτή, ούτε βέβαια να έρθει - αυτός ή η δικηγόρος κόρη του - σε κάποια προφορική επικοινωνία, ώστε να ενημερωθεί από την ενάγουσα για το θέμα της οικοδομικής άδειας, στις 26-1-1998 της κοινοποίησε δεύτερη εξώδικη δήλωση, με την οποία την κήρυσσε έκπτωση της συμβάσεως εργολαβίας, εις εκτέλεση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων όρων της, επικαλούμενος ειδικότερα μη έγκαιρη καταβολή των υποχρεώσεων από τη ρυμοτομία του οικοπέδου και μη έγκαιρη συμμόρφωση της στην υποχρέωση της προς έκδοση οικοδομικής άδειας, μέσα στις τασσόμενες από το εργολαβικό προθεσμίες για την υποβολή της μελέτης και για την έκδοσή της". Ακολούθως το Εφετείο, για την εξακρίβωση της συνδρομής του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο λόγου υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση και ενόψει της ασαφούς διατυπώσεως του 9ου όρου αυτής (όπου για την κατάθεση στο Πολεοδομικό Γραφείο πλήρους μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας ορίζεται προθεσμία πέντε (5) μηνών "από της υπογραφής του συμβολαίου προσκυρώσεως που θα συντελεσθεί το αργότερο εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος και γενικά από της πλήρους τακτοποιήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εις την αρχή του παρόντος αναφερομένη πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως") προέβη, σε ερμηνεία της, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Ερμηνεύοντας τις κατά τη σύμβαση προϋποθέσεις ενάρξεως της πεντάμηνης προθεσμίας προς έκδοση οικοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο έκρινε ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είχε ως αφετηρία τη λήξη της μηνιαίας προθεσμίας από την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι "η πλήρης τακτοποίηση του οικοπέδου, με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τη ρυμοτόμηση του ... (δηλαδή) με τις αναφερόμενες στο εργολαβικό ενέργειες στις οποίες θα μπορούσε να προβεί η ενάγουσα (διοικητικές, δικαστικές, εξώδικες), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν δυνατόν να συντελεσθεί σε χρονικό διάστημα ενός, αλλά ούτε και ολίγων μόνον μηνών από την υπογραφή του εργολαβικού. Διότι, αν δεν επιτυγχάνονταν συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων-δικαιούχους αποζημιώσεως, σύμφωνα με την πράξη τακτοποιήσεως, η ενάγουσα θα έπρεπε να εμπλακεί σε χρονοβόρο δικαστικό αγώνα με αυτούς, για τον προσδιορισμό προσωρινής, οριστικής μονάδος κλπ ... Ο εναγόμενος στην ασκηθείσα από αυτόν δήλωση υπαναχώρησης - κήρυξης έκπτωτης της ενάγουσας, εσφαλμένα φαίνεται να απολαμβάνει ότι έναρξη για την προθεσμία των πέντε (5) μηνών προς υποβολή της αίτησης για έκδοση οικοδομικής αδείας αποτελούσε μόνη η εκπνοή της προθεσμίας του ενός μηνός αϊτό την υπογραφή του εργολαβικού, προθεσμίας που τάχθηκε αποκλειστικά για την υπογραφή του συμβολαίου προσκυρώσεως και ότι εφόσον η προθεσμία αυτή παρήλθε, παρήλθε στη συνέχεια και η έχουσα αφετηρία την εκπνοή του πενταμήνου τετράμηνη προθεσμία για τη λήψη της άδειας, με συνέπεια να θεωρεί πως η ενάγουσα καθυστέρησε την εμπρόθεσμη εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων της ..., χωρίς να υπολογίζει τις αλληλοεξαρτώμενες προθεσμίες προς υποβολή της αίτησης για την οικοδομική άδεια από την πλήρη τακτοποίηση των προκυπτουσών από τη ρυμοτομία υποχρεώσεων, μετά πάροδο ευλόγου χρόνου ...". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενόμενης από εκείνον υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση μισθώσεως έργου που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς και μη αντιφατικές, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αναφέροντας: α) τη διαπίστωση αμφίβολων σημείων στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, β) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως και γ) το ότι το Δικαστήριο άντλησε αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα και συνήγαγε συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά και από αποδείξεις που είχαν διαταχθεί για άλλο θέμα, για να εξακριβώσει την αληθινή βούληση που δηλώθηκε με την επίμαχη ασαφή διατύπωση του 9ου όρου της έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως έργου των διαδίκων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι ο σωρευτικά, με τη μηνιαία προθεσμία από την κατάρτιση της συμβάσεως, τασσόμενος όρος ενάρξεως της πεντάμηνης προθεσμίας καταθέσεως πλήρους μελέτης στο Πολεοδομικό Γραφείο προς έκδοση οικοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη, δηλαδή το να έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις προς τους ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων από την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως του υπό ανοικοδόμηση οικοπέδου, προϋποθέτει, κατά τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, εύλογο χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο του ενός και των ολίγων μηνών, καθιστώντας έτσι ανίσχυρη τη συμβατική πρόβλεψη της μηνιαίας προθεσμίας τόσο για την τακτοποίηση των από λόγους ρυμοτομίας υποχρεώσεων (βαρών) του οικοπέδου προς ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων, όσο και για την (με αυτή την τακτοποίηση συναπτόμενη) αφετηρία της πεντάμηνης προθεσμίας για την κατάθεση πλήρους φακέλου μελετών προς έκδοση οικοδομικής άδειας του οικοπέδου του αναιρεσείοντος. Έτσι με αφετηρία το χρόνο καταρτίσεως του εργολαβικού συμβολαίου των διαδίκων (26-2-1997) το Εφετείο έκρινε ότι συνιστά εύλογο χρόνο διεκπεραίωσης της διαδικασίας τακτοποιήσεως του προσκυρωθέντος οικοπέδου και υποβολής αιτήσεως με σχετικό φάκελο πολεοδομικής άδειας από την αναιρεσίβλητη χρονικό διάστημα οκτώ (8) περίπου μηνών (έως τις 22-10-1997), ενώ με συνυπολογισμό και της επί πλέον προβλεπόμενης με τη σύμβαση προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης θα ήταν η 23-2-1998 και ότι χωρίς δικαίωμα προέβη πριν από την τελευταία αυτή ημεροχρονολογία (κατά τις 26-1-1998) ο αναιρεσείων σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση λόγω υπερημερίας της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πρώτος, δεύτερος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα και διατυπώνονται ελλείψεις ως προς τη στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται και κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αν δεν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πραγματικοί ισχυρισμοί που προτείνονται για την εξακρίβωση της πραγματικής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1026/1977, 325/1977, 182/1976). Αντιθέτως δεν ιδρύεται ο εκ του αριθ. 8 περίπτωση α' της ως άνω διατάξεως λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως οδηγείται σε ερμηνεία ασαφούς ή αμφίβολης δικαιοπραξίας και για το ακριβές περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των μερών αντλεί επιχειρήματα και συνάγει συμπεράσματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, όπως και από αποδείξεις που προσκομίζονται για άλλο θέμα (ΑΠ 255/1972, 459/1972). Κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αρ.8α του Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι χωρίς πρόταση (αίτημα) της αναιρεσίβλητης για την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στη δικαιοπραξία διέγνωσε τούτο και προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας επιβλαβή για τον αναιρεσείοντα, είναι απαράδεκτος, πέραν του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ειδική αμφισβήτηση από αυτή (επίκληση ανίσχυρου) της μηνιαίας προθεσμίας της συμβάσεως για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της - προς τρίτους, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων με το υπό ανοικοδόμηση οικόπεδο, για βάρη του λόγω ρυμοτομίας. Εξάλλου ο πέμπτος, κατά το τρίτο μέρος του, με την επί κλήση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την πληττόμενη απόφαση ότι "περιέχει ως αιτιολογία, αντί της απαιτούμενης, κατάδηλα για να αποδείξει το άκαιρο της υπαναχωρήσεως (αυτού), ότι την πράξη μεταβίβασης του προσκυρούμενου τμήματος στην κοινότητα Περαίας υπέγραψε (ο ίδιος) χωρίς να διαμαρτυρηθεί στην ενάγουσα", είναι αόριστος καθόσον τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό.

Κατά το άρθρο 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 17 §2 του Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, δεχθεί πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνονται για την εξακρίβωση της πραγματικής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη (ΑΠ 1026/1977). Με τον εκ του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή, ότι παρά το νόμο δεν διέταξε, με την συμπροσβαλλόμενη 1330/2000 προδικαστική απόφαση του, αποδείξεις για την ύπαρξη κενού στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, αναφορικά με την τασσόμενη στην αναιρεσίβλητη μηνιαία προθεσμία και δεν δέχθηκε ότι αυτή αποτελούσε αφετηρία άλλων προθεσμιών ενεργείας της αναιρεσίβλητης. Εφόσον, όμως ή επίμαχη μηνιαία προθεσμία αποτελούσε αντικείμενο της ερμηνείας του σχετικού όρου της σύμβασης, στην οποία μπορούσε να προβεί, το Εφετείο χωρίς να τάξει αποδείξεις, ενώ πρόταση ισχυρισμού για την εξακρίβωση του αληθινού περιεχομένου της αναφερόμενης δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων, που θα δημιουργούσε υποχρέωση του Δικαστηρίου να τάξει περί αυτού αποδείξεις, δεν προβάλλεται, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Εξάλλου ο από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., τελευταίος (πέμπτος κατά τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη καταλυτικός ισχυρισμός άρσης της υπερημερίας της, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής της (από κατάχρηση δικαιώματος), και δεν τάχθηκε γι' αυτό απόδειξη, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και δεν εισήλθε το Δικαστήριο στην εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-8-2008 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 356/2008 οριστικής (και της συμπροβαλλόμενης 1330/2000 προδικαστικής) αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ