Legislator Case Law & Legislation
289/2006 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for contradictory reasoning regarding abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 289/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision due to contradictory reasoning regarding the abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The lower court rejected the plaintiff's claim while accepting the defendants' abuse of right argument, yet failed to provide sufficient justification linking the defendants' inaction to the abuse. The court held that mere inaction without specific circumstances justifying a reversal of established facts does not constitute an abuse of right, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is considered abusive and prohibited if it exceeds the limits of good faith and social ethics, requiring more than mere inaction or good faith belief to establish abuse, particularly when the actor attempts to overturn a settled situation to the detriment of the obligor.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle contradictory reasoning remand for retrial Article 281 Civil Code legal representation property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A. 7/2002
O.A. 8/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 289 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 289/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σ.ίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. για τις νομικές σχέσεις, "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σούζα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242. παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. χήρας Ι. Κ., το γένος Γ. Σ., 2)Σ. Ι. Κ. και 3) Ε. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8658/1993, 1599/1999 μη οριστική, 5328/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8287/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24 Μαϊου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γ. Φώσκολος, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικά ανθρώπου Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού δεν αρκούν καταρχήν να καταστήσουν καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί να ανατρέψει τη διαμορφωμένη και παγιωμένη κατάσταση, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ. Α.Π. 7/2002, 8/2001).

ΙΙ.- Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο διέλαβε μεταξύ άλλων, κατ' ορθή εκτίμηση, τις ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές: Το επίδικο ακίνητο εμβαδού 1870 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Κηφισιάς, στο 681 Ο.Τ., και συνορεύει βόρεια επί προσώπου μέτρων 33 με οδό ...ς, νότια επί προσώπου μέτρων 30 με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής, πωληθείσα από τον ΟΔΕΠ, δυτικά επί προσώπου μέτρων 64 με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής κατεχόμενη από τους αδελφούς Κ., και ανατολικά επί προσώπου μέτρων 64 με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής, κατεχομένη από τους αδελφούς Κ..

Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του Κτήματος "...", επιφανείας 9.500 στρεμμάτων, οριζομένου βόρεια με κληρονόμους ...... και ..., νότια με ρέμα και πέραν αυτού με έκταση ..., ... και ..., ανατολικά με έκταση ... και δυτικά με νεκροταφείο Κηφισιάς, οδό ... και ιδιοκτησία κληρονόμων Κ., περιλαμβάνεται δε στη ρευστοποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Π., δυνάμει του από 25-1-1933 ΠΔ/τος ως δασική έκταση με αυξ.

αριθμό 9. Το όλο κτήμα, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, κατείχε και νεμόταν η Ιερά Μονή Ασωμάτων Π. με καλή πίστη, διάνοια κυρίου δια των οργάνων της από της Παλιγγενεσίας και εντεύθεν μέχρι το έτος 1930, χωρίς να διαταραχθεί από κανένα, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, όπως εκμίσθωση για χορτονομή και ρητινοκαλλιέργεια, φύλαξη δια των οργάνων (φυλάκων) της, καταμετρήσεις αυτού και εκποιήσεις τμημάτων του σε τρίτους.

Έτσι, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου. Μετά το έτος 1930 συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο και την ευρύτερη έκταση του κτήματος, ασκώντας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις, ο συσταθείς με το Ν. 4684/1930 ΟΔΕΠ, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δια των νομίμων εκπροσώπων του, ως διαχειριστής της εκποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής μέχρι το έτος 1940 περίπου, οπότε ο πατέρας του αρχικώς εναγομένου Σ.

Κ. κατέλαβε αυθαίρετα το επίδικο μαζί με άλλη συνεχόμενη έκταση. Στην καταληφθείσα παραπάνω έκταση ο Σ. Κ. κατασκεύασε ορνιθώνα και στάβλο και καλλιεργούσε αυτή με δημητριακά. Μετά δε τον θάνατό του το έτος 1946 συνέχισαν να νέμονται αυτή τα τρία τέκνα του, δηλαδή ο Ι. (εναγόμενος), ο Δ. και ο Γ., προβαίνοντες σε καλλιέργεια δημητριακών, μέχρι το τέλος του ιδίου έτους (1946), που διένειμαν άτυπα την προαναφερόμενη μείζονα έκταση και ο εναγόμενος Ι.

Κ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή το επίδικο. Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1992) ο Ι. Κ. νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, αυτός το έτος 1947 κατασκεύασε 4 συνεχόμενους θαλάμους ορνιθοτροφείου, στη θέση των οποίων, μετά το 1965 και προ το 1981, αφού τους κατεδάφισε, κατασκεύασε δύο οικίες 78,08 τ.μ.

και 61,90 τ.μ. την καθεμία, αντίστοιχα, συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τουλάχιστον 25.000.000 δρχ., τις οποίες χρησιμοποιούσε ως κατοικία αυτού και της οικογενείας του. Την πρώτη από αυτές, με ξύλινη στέγη, αποτελούμενη από τρία κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, που κάηκε σε πυρκαγιά το έτος 1981, επισκεύασε με δάνειο που έλαβε το έτος 1983 από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ως πυροπαθής.

Αργότερα την επισκεύασε εκ νέου, εκδοθείσης σχετικά, μετά από αίτησή του, της με αρ. 4450/1990 άδειας της Πολεοδομίας Αγ. Παρασκευής. Η δεύτερη οικία, με ξύλινη στέγη, αποτελείται από δύο κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Επίσης, αυτός φύτεψε στο επίδικο συνολικά 54 δέντρα (κερασιές, αμυγδαλιές, αχλαδιές, φιστικιές, ροδακινιές, ελιές κλπ) και κατασκεύασε υπόγεια στέρνα από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρητικότητας 15 κυβ.

μέτρων. Το έτος 1954, μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ΟΔΕΠ κατά του Ι. Κ. και των δύο ως άνω αδελφών του Δ. και Γ. Κ., που αφορούσε έκταση 6.225 τ.μ., εκδόθηκε η 138/1954 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αίτηση και αναγνωρίστηκε ο ΟΔΕΠ προσωρινά νομέας έκτασης 2.725 τ.μ., ενώ για την υπόλοιπη έκταση των 3.500 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται τουλάχιστον τμήμα του επιδίκου, αναγνωρίστηκαν προσωρινά νομείς οι Ι., Δ.

και Γ. Κ.. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής (1954) ο ΟΔΕΠ, που είχε τη διοίκηση και διαχείριση της εκποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής και στη συνέχεια ο Ο.Δ.Δ.Ε.Π. (ν.δ. 126/1969), που διαδέχθηκε τον Ο.Δ.Ε.Π., και ο οποίος από το έτος 1977 απέκτησε την παλιά του επωνυμία του (Ο.Δ.Ε.Π.), σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 5του Ν. 590/1977, και τέλος από το έτος 1988 το εφεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εκκλησία της Ελλάδος", που διοικεί και διαχειρίζεται, σύμφωνα με το Ν. 1811/1988, την εκποιητέα αστική και απομένουσα στην Ιερά Μονή αγροτολιβαδική και δασική περιουσία (μετά την παραχώρηση στο Δημόσιο μέρους αυτής με την κυρωθείσα με τον προαναφερόμενο νόμο σύμβαση) ουδεμία άσκησαν επί του επιδίκου πράξη νομής, ούτε διεκδίκησαν αυτό μέχρι το έτος 1992, που το εφεσίβλητο άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

Βέβαια, ο εναγόμενος Ι. Κ., γνωρίζοντας ότι παρά τη νομή επί του επιδίκου ακινήτου του πατέρα του από το έτος 1940 (περίπου) μέχρι το θάνατο του (1946), του ιδίου και των δύο αδελφών του το έτος 1946 και του ιδίου αποκλειστικά από το τέλος του έτους 1946 και εντεύθεν δεν μπορούσε να αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού τα ακίνητα των Ιερών Μονών προστατεύονται όπως τα ακίνητα του Δημοσίου και ως εκ τούτου ο απαιτούμενος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία χρόνος έπρεπε να συμπληρωθεί μέχρι 12-9-1915, υπέβαλε (μαζί με τους δύο αδελφούς του) στους διοικούντες και διαχειριζόμενους, κατά τα προεκτεθέντα, την περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Π., τρεις αιτήσεις με ημερομηνία 23-3-1965 προς τον ΟΔΕΠ και με ημερομηνία 1-7-1972 και 5-3-1973 προς τον ΟΔΔΕΠ.

Με τις αιτήσεις αυτές ζητούσε την μεταβίβαση σ' αυτόν μεγαλύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο, αντί εύλογου και ανάλογου με τις οικονομικές δυνατότητές του τιμήματος, πλην όμως, για λόγο που δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε. Στην πρώτη μάλιστα από τις αιτήσεις ενημέρωνε τους διοικούντες την Ιερά Μονή ότι είχε κατασκευάσει 4 συνεχόμενους θαλάμους ορνιθοτροφείου και ότι ασκούσε συναφή επιχείρηση, που του εξασφάλιζε τα προς το ζην, ενώ στις άλλες δύο ότι είχε προβεί σε ανέγερση κτισμάτων.

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται μεν ότι η Ιερά Μονή Ασωμάτων Π. έχει αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αν όμως ληφθούν υπ' όψη τα παρακάτω επίσης αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται κυρίως στην επί σειρά πολλών ετών αδράνεια των οργάνων της δικαιούχου Ιεράς Μονής και των διαχειριζομένων την περιουσία της και στη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση, η διεκδίκηση του επιδίκου από το ενάγον υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη όρια.

Ειδικότερα, αν ληφθούν υπόψη: α) η επί 50ετία και πλέον συνεχής άσκηση των προαναφερομένων διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου (καλλιέργεια αυτού με δημητριακά, ανέγερση κτισμάτων, φύτευση δένδρων, κατασκευή στέρνας κλπ) με διάνοια κυρίου από τον πατέρα του εναγομένου κατά τα έτη 1940-1946, από τον εναγόμενο και τα δύο του αδέλφια το έτος 1946 και από τον εναγόμενο αποκλειστικά από το τέλος του έτους 1946 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1992), β) η ανέγερση από τον εναγόμενο με δικά του χρήματα δύο ισόγειων κατοικιών, δεκαπλάσιας τουλάχιστον αξίας, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, εκείνης του επιδίκου οικοπέδου, του οποίου η αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή) ανερχόταν σε 2.500.000 δρχ., και γ) η άσκηση των ως άνω διακατοχικών πράξεων υπό τα βλέμματα των οργάνων του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και των προ αυτού αναφερθέντων και διαχειριζομένων την περιουσία της Ιεράς Μονής, χωρίς τα όργανα αυτά και οι διαχειριζόμενοι την περιουσία της Ιεράς Μονής να αντιδράσουν, να εμποδίσουν, να ενοχλήσουν τον εναγόμενο ή τον πατέρα του ή να εναντιωθούν στις ενέργειες αυτές, πέραν μίας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησαν το έτος 1954, ευλόγως δημιούργησαν στον εναγόμενο Ι.

Κ. την πεποίθηση ότι το ενάγον δεν θα ασκούσε το δικαίωμα κυριότητας. Τυχόν δε ανατροπή της υπό τις πιο πάνω συνθήκες δημιουργηθείσας και επί μακρόν χρονικό διάστημα διατηρηθείσας κατάστασης θα είχε επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο, ο οποίος σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής θα ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει το ακίνητο, το οποίο αξιοποίησε και κατείχε με τον πατέρα του πλέον των 50 ετών.

Οι παραπάνω δε αιτήσεις του Ι. Κ., που αποτελούν εξώδικη ομολογία του για την επί του επιδίκου κυριότητα της Ιεράς Μονής, μοναδικό σκοπό είχαν την απόκτηση από αυτόν νομίμου τίτλου κυριότητας, τον οποίον δεν μπορούσε άλλως να αποκτήσει και δεν αποκλείουν τη δημιουργία σ' αυτόν της εύλογης πεποίθησης ότι η Ιερά μονή δεν θα διεκδικούσε το επίδικο ακίνητο.

Μετά τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε την ένσταση αυτή και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε, διέλαβε στην απόφασή του, σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα μόνη η αναφερόμενη αδράνεια των εκπροσώπων των Οργανισμών (ΟΔΕΠ, ΟΔΔΕΠ, αναιρεσείον), που κατά το νόμο ήταν εκάστοτε επιφορτισμένοι με τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της δικαιούχου Ι.

Μονής Π., και των οργάνων τους, να ζητήσουν ένδικη προστασία των δικαιωμάτων της, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά τους, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής. Αντίθετα, η πριν από την άσκησή της αγωγής υποβολή κατά το έτος 1954 από τον ΟΔΕΠ της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αποκλείει την ύπαρξη αδράνειας και δηλώνει την πρόθεσή του για προστασία των δικαιωμάτων της Ι.

Μονής. Σημειωτέον ότι η περί της τύχης αυτής της αίτησης αιτιολογία είναι ασαφής, ιδίως αφού δεν προσδιορίζεται σ'αυτήν το τμήμα του επιδίκου επί του οποίου αναγνωρίστηκαν προσωρινά νομείς οι αδελφοί Κ., και το κατά πόσο ρυθμίστηκε προσωρινά η νομή και πάνω στο υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου. Εξάλλου, οι παραδοχές του Εφετείου, κατά τις οποίες, παρά την άσκηση διακατοχικών πράξεων από το έτος 1940 περίπου αρχικά από τον πατέρα του Σ..

Κ. και από το έτος 1946 από τον ίδιο τον εναγόμενο, ο τελευταίος γνώριζε ότι τα δικαιώματα της Ι. Μονής επί του επιδίκου ήταν από το νόμο απαράγραπτα και, αναγνωρίζοντας αυτά, υπέβαλε τις προαναφερθείσες τρεις αιτήσεις (μαζί με τα δύο αδέλφια του που κατείχαν συνεχόμενες εκτάσεις), ζητώντας να μεταβιβαστεί στον ίδιο η κυριότητά του σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 3606/1956, αντιφάσκουν προς την άλλη παραδοχή της σύμφωνα με την οποία δημιουργήθηκε στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι το αναιρεσείον ν.π.

ως διαχειριστής κατά το νόμο της περιουσίας της δικαιούχου Ι. Μονής, δεν θα ασκούσε το δικαίωμα προστασίας της κυριότητας αυτής επί του επιδίκου και ότι τελικά η άσκησή του αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ως καταχρηστική. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι οι συναφείς πρώτος, τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, που προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.

Επίσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 8287/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ