Legislator Case Law & Legislation
288/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding unjust enrichment claims based on statutory salary reductions.

Case Number 288/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment against a public electricity company. The appellants argued that salary reductions violated unjust enrichment laws, but the court found the reductions were legally justified by specific statutes. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that salary reductions based on specific statutory provisions constitute a lawful cause for acquisition of wealth, thereby precluding a claim for unjust enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment statutory salary reduction lawful cause acquisition labor law dispute appeal dismissal legal costs award public enterprise

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Articles 176, 180(1), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 288 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Σ., κατοίκου ….. και 2) Θ. Μ. του Α., κατοίκου ….., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ντεμογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. ("Δ.Ε.Η. Α.Ε."), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η …../2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 12-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 29/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 79/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. την από 18-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 310/2017) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγομένης κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες, προσελήφθησαν από αυτή με την ειδικότητα του Τεχνίτη (κατηγορία Τ4), ακολούθως δε, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης την 1-10-1989 και την 1-1-1990 αντίστοιχα, στην κατηγορία Τ4/Θ (Τεχνικός Ορυχείων), εργαζόμενοι αμφότεροι, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, στο Ορυχείο …..

του Ορυχείου ….. του ….. Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας. Ότι, λόγω της φύσης της εναγομένης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των ορυχείων της είναι καθημερινή και συνεχής καθ' όλο το εικοσιτετράωρο, οι δε εργαζόμενοι σε αυτά παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε βάρδιες, δικαιούμενοι τις ημέρες ανάπαυσης που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, αναλόγως της εκάστοτε εκτελούμενης βάρδιας.

Ότι η εναγομένη τους επέβαλλε να εργάζονται μία ώρα επιπλέον του οκταώρου για κάθε ημέρα της εκτελούμενης από αυτούς βάρδιας, χωρίς να τους καταβάλλει τις αντίστοιχες (αυξημένες) αποδοχές για υπερεργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωρία, νυχτερινή εργασία και εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, επιπροσθέτως δε, από τον Μάρτιο του έτους 2010, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 3833/2010 που ορίζουν ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές των αναφερομένων σε αυτές λειτουργών, υπαλλήλων, μισθωτών κλπ.

απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, παρακρατεί από τις ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές τους το ποσό κατά το οποίο αυτές υπερβαίνουν το ως άνω τεθέν όριο. Ότι η προαναφερόμενη επιπλέον του οκταώρου μία ώρα απασχόλησης αφορά την παραμονή του εργαζόμενου επί του μηχανήματος που χειρίζεται, μετά τη λήξη του οκταώρου και προκειμένου το μηχάνημα να παραμείνει σε λειτουργία, εωσότου φθάσει στη συγκεκριμένη θέση εργασίας ο αντικαταστάτης του.

Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας τους και τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της ΔΕΗ και επικουρικά α) με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 επ. ΑΚ), εφόσον κριθεί ότι είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας τους ή ότι η εργασία τους, κατά το μέτρο που αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3833/2010, παρασχέθηκε ακύρως, β) άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, που αντίκειται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, 9 της ΕΣΔΑ και 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, καθώς και στις διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως "περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας", οποία ζημία συνίσταται στη μη καταβολή των αιτούμενων με την αγωγή ποσών, που δικαιούνται για παρασχεθείσα εργασία τους, γ) άλλως, σε περίπτωση απόρριψης των ανωτέρω βάσεων της αγωγής, επειδή οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3833/2010 δεν εφαρμόζονται στην εναγομένη ΔΕΗ Α.Ε., να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει εντόκως τα ως άνω παρακρατηθέντα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 3833/2010, ποσά και ειδικότερα: 1) Στον πρώτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 53.871,14 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2010 έως και τον Ιούλιο του 2017 και 2) στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 32.759,38 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2010 έως και τον Ιούλιο του 2017, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί.

Άλλως, εφόσον κριθεί ότι το αίτημα καταβολής των ανωτέρω ποσών αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3933/2010, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους χορηγήσει, βάσει του άρθρου 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ, τις ημέρες ανάπαυσης που αντιστοιχούν στα εν λόγω ποσά, ειδικότερα δε, στον πρώτο εξ αυτών 263,20 ημέρες ανάπαυσης και, σε περίπτωση άρνησής της, να του καταβάλει, ως αποζημίωση, εντόκως το ποσό των 53.871,14 ευρώ και στον δεύτερο 179,06 ημέρες ανάπαυσης και, σε περίπτωση άρνησής της, να του καταβάλει, ως αποζημίωση, εντόκως το ποσό των 32.759,38 ευρώ.

Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 2.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. …./2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της (κύρια και επικουρικές). Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 21-5-2019 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 79/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α …./15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α .…/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ ….

Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου, της οποίας (παραγράφου) η τελευταία φράση προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 3848/2010 (ΦΕΚ Α …./19.5.2010): "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, όπως και οι αμοιβές από κάθε είδους προγράμματα χρηματοδοτούμενα από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το Κράτος, καθώς και των Ε.Λ.Κ.Ε.

των Α.Ε.Ι." και κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης (δηλαδή του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α …./23.4.2010): "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα ΟΤΑ, τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΝΠΔΔ, τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005.

Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους".

Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 20 του ιδίου Ν. 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010. Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α …./6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι: (παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:

α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους".

Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου έβδομου του ιδίου Ν. 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1375/2023, 1517/2022, 1459/2018).

Ειδικότερα, η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά τον νομοθέτη, της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που από τη φύση τους συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012, ΑΠ 1375/2023, 1517/2022).

Ως εκ τούτου, οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ.

ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ., ΑΠ 1375/2023, 1517/2022) ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1375/2023, 1517/2022), εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η διάταξη αυτή δεν επάγεται το δικαίωμα λήψης συγκεκριμένου ποσού ως μισθού (ΕΔΔΑ, υπόθεση Κ.

και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, με περαιτέρω παραπομπές). Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία (ΑΠ 1517/2022, 663/2019, AΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 (υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής") του κεφαλαίου Α (υπό τον παράτιτλο "Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών") του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α …) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με η παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του Ν. 3049/2002 έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της ως άνω Διυπουργικής Επιτροπής, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ. 2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.

Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στη Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), καθώς και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού αυτών, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Αντιθέτως, με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθρα 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού αυτών, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Συνεπώς, την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση από τις επιμέρους ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου, οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού, κατά το εδάφιο α' της παρ. 5 του άρθρου 1 του νόμου αυτού.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου. Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (ΑΠ 1375/2023, 1517/2022, 1460/2018).

Στις ως άνω δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005 τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Ν. 3833/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται, μεταξύ άλλων, και στο προσωπικό των εταιρειών στις οποίες το Δημόσιο είναι πλειοψηφών μέτοχος και ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις εκάστοτε απολαβές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003.

Άλλωστε, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οποιαδήποτε μορφή, από τις ανωτέρω μειώσεις αποδοχών, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ. 8 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, κατά την οποία "οι ρυθμίσεις των παρ. 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του Ν. 3872/2010 (ΦΕΚ Α … ), σύμφωνα με το οποίο "από τις διατάξεις των παρ. 2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ. 1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1-1-2010 και από 1-6-2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας", με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 18 του τρίτου άρθρου του Ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ. 5 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α ….), με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής (που αφορούσαν τις μειώσεις μόνο από το Ν. 3845/2010) οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου"(ΑΠ 1517/2022, 1460/2018) και με το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010, με το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξαιρούνται (εννοείται από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδ.

α' του ιδίου νόμου που επιβάλλουν ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών στις διαλαμβανόμενες σε αυτές κατηγορίες εργαζομένων) οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του Ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ιδίου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους (ΑΠ 1517/2022).

Περαιτέρω, με το Π.Δ. 333/2000 (ΦΕΚ Α …./30.12.2000), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ Α ….), η ΔΕΗ κατέστη ανώνυμη εταιρεία, το καταστατικό της οποίας θεσπίζεται επίσης με το ίδιο Π.Δ. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 43 του Ν. 2773/1999, όπως αυτή ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 1 παρ. 4α της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α …../7.9.2012), που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ A …../8.11.2012), η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 333/2000 και μέχρι την κατάργηση του άρθρου αυτού με την παράγραφο 4β υποπαρ. αα του άρθρου 1 της ως άνω από 7.9.2012 ΠΝΠ, σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό Κεφάλαιο της "ΔΕΗ ΑΕ" δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σημειωτέον ότι οι μετοχές της "ΔΕΗ ΑΕ", που από 12.12.2001 είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μέχρι τις 7.4.2014 ανήκαν κατά ποσοστό 51,123 % στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με το ποσοστό αυτό έλεγχε και τα δικαιώματα στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η οποία κατά το άρθρο 21 του Π.Δ. 333/2000 είναι το ανώτατο όργανό της και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά την εταιρεία, εκτός αν άλλως ορίζεται στο καταστατικό, και ειδικότερα αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, που κατά το άρθρο 10 του ιδίου Π.Δ/τος αποτελείται από έντεκα (11) μέλη με τριετή θητεία, από τα οποία τα έξι (6) μέλη, μεταξύ δε αυτών και ο Διευθύνων Σύμβουλος, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και από τα έξι αυτά μέλη το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του (άρθρα 21 παρ. 1 περ.

β' και 10 παρ. 1 και 2 περ. α' του Π.Δ. 333/2000). Κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Ν. 3833/2010 (δηλαδή από 1.1.2010) και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 (δηλαδή από 1.6.2010) η "ΔΕΗ ΑΕ" πληρούσε τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 περ. α', β' και γ' του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το Δημόσιο ασκούσε άμεσα αποφασιστική επιρροή, εφόσον κατείχε τουλάχιστον το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του μετοχικού κεφαλαίου της, έλεγχε την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση και ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείρισή της, συμμετέχοντας ως πλειοψηφών μέτοχος στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, και μέσω αυτής διόριζε την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου εξέλεγε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής.(ΑΠ 1375/2023, 1517/2022).

Εξάλλου, την 8.4.2014 η Διυπουργική Επιτροπή Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων αποφάσισε τη μεταβίβαση, άνευ ανταλλάγματος, 39.440.000 κοινών ονομαστικών μετοχών της "ΔΕΗ ΑΕ", με δικαίωμα ψήφου (ήτοι ποσοστό 17% του υφιστάμενου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας), από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α …../01.07.2011).

Η μεταβίβαση έγινε κατόπιν εκτέλεσης εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής που πραγματοποιήθηκε στις 9.4.2014 και μέχρι τις 20.3.2018 δεν έγινε άλλη μεταβίβαση μετοχών από το Ελληνικό Δημόσιο. Μοναδικός δε μέτοχος του ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3986/2011, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ανέλαβε και κάλυψε όλες τις ονομαστικές μετοχές στις οποίες διαιρέθηκε το μετοχικό του κεφάλαιο.

Επίσης, με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Ν. 3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 213 παρ. 3 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α …. /27.5.2016), ορίστηκε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΤΑΙΠΕΔ το μετοχικό του κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί μέσω της έκδοσης ονομαστικών μετοχών, τις οποίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου η "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ)", η οποία ιδρύθηκε με το Ν. 4389/2016 και, σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 1 αυτού, το μετοχικό της κεφάλαιο καλύπτεται στο σύνολό του από το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο και μετά τις 9.4.2014, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση μέρους των μετοχών του στο ΤΑΙΠΕΔ εξακολούθησε να ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείριση της ΔΕΗ ΑΕ, καθότι το ίδιο, ως μέτοχος ποσοστού 34,123% των μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ και μέσω του ΤΑΙΠΕΔ (ακόμη και όταν αυτό είχε ως μέτοχο και τη ΕΕΣΥΠ) που έλεγχε απόλυτα το 17% των μετοχών της, έλεγχε τα δικαιώματα ψήφου στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της και συνακόλουθα τον διορισμό της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω των τελευταίων την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής.

Έτσι και μετά την 8.4.2014 η "ΔΕΗ ΑΕ", εξακολούθησε να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 περ. α' και γ' του Ν. 3429/2005 και, ως εκ τούτου, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 (ΑΠ 1375/2023, 1517/2022). Εξάλλου, στο άρθρο 10 παρ. 2 του κυρωθέντος με το Ν.Δ. 210/1974 και έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) ορίζεται ότι "επί απασχολήσεως του προσωπικού υπέρ τας κεκανονισμένας ώρας εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής της εργασίας ή κατά την νύκτα, τούτο δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής βάσει της κειμένης νομοθεσίας", ενώ στο άρθρο 15 παρ. 3 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι "εάν αι ανάγκαι της ΔΕΗ ήθελον απαιτήσει παροχήν των υπηρεσιών του προσωπικού και πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής εργασίας, το προσωπικόν καλούμενον οφείλει να παράσχη ταύτην, δικαιούμενον να λάβη την προβλεπομένην υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του παρόντος συμπληρωματικήν αμοιβήν και υπό τους εν τω νόμω όρους δι' αντίστοιχον ανάπαυσιν".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 της από 7-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ Α.Ε. και της Γενικής Ομοσπονδίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ), "Δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να επιλέγουν αντί της υπερωριακής αμοιβής αντίστοιχη της αμοιβής χρονική ανάπαυση, εφόσον το επιθυμούν και το επιτρέπουν oι υπηρεσιακές ανάγκες.

Επίσης, εργαζόμενοι τις επίσημες αργίες θα μπορούν, εφόσον το θέλουν και το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες, να παίρνουν αντί της προσαύξησης γι' αυτή την εργασία, χρονική ανάπαυση αντίστοιχη των ωρών απασχόλησής τους. Η επιθυμία των εργαζομένων πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 19-6-1998 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ Α.Ε.

και της Γενικής Ομοσπονδίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ) και οι κανονιστικοί όροι αυτής διέπουν υποχρεωτικά τις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων της συγκεκριμένης επιχείρησης (άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), "Από 01.07.98, καταργούνται οι με αριθ. 40/88 και 191/89 Αποφάσεις Γενικού Διευθυντή και από την ίδια ημερομηνία, στο προσωπικό των φυλακών (24ωρη βάρδια) του ηλεκτροκίνητου και δηζελοκίνητου εξοπλισμού του ΛΚΠ - Α και σ' αυτό που συνδέεται άμεσα με το προσωπικό αυτό, που εναλλάσσεται επί των μηχανημάτων ή σε θέσεις εργασίας απομεμακρυσμένες από τον τόπο παρουσιάσεώς του και ως εκ τούτου απαιτείται επί πλέον χρόνος για την προσέλευση και αποχώρησή του από το Ορυχείο, με συνέπεια ο χρόνος παραμονής του σ' αυτό να είναι αυξημένος έναντι του κανονικού ωραρίου εργασίας, αλλά και προς τον σκοπό της εξασφάλισης τής συνεχούς λειτουργίας των μηχανημάτων, για κάθε ημέρα πραγματικής απασχόλησης στα μηχανήματα -η κανονική άδεια δεν θεωρείται πραγματική απασχόληση στην παρούσα περίπτωση- και για όσο χρόνο διαρκεί η δέσμευση του προσωπικού αυτού για τον επιπλέον χρόνο, χορηγείται ημερήσια αποζημίωση, ίση με το 70% του ωρομισθίου καθενός μισθωτού, προσαυξημένο με την εκάστοτε δικαιούμενη προσαύξηση υπερεργασίας και τις λοιπές προσαυξήσεις για την κάθε ημέρα πραγματικής απασχόλησης, σύμφωνα με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας".

Συνεπώς, με τον κανονιστικό όρο του άρθρου 5 της από 19-6-1998 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας καταργήθηκε το δικαίωμα των εργαζομένων στη ΔΕΗ να αιτηθούν, αντί της προσαύξησης για υπερωριακή κλπ. εργασία, χρονική ανάπαυση αντίστοιχη των ωρών απασχόλησής τους. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.

Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 323/2024, 728/2023, 32/2022, 10/2022). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς δε του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 του Ν. 3833/2010, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 4 της ΕΣΔΑ, 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25), και 29 της Διεθνούς Συμβάσεως "περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας", που κυρώθηκε με το Ν. 2079/1952 (ΦΕΚ Α' 108), με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου προσάπτονται στην ως άνω απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010, ενώ με τον πέμπτο λόγο προσάπτονται σ' αυτήν οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς δε του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 3 της από 7-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ και 5 της από 19-6-1998 Επιχειρησιακής ΣΣΕ (εκ παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο η ημερομηνία 10-6-1998), 4 του Ν. 2874/2000, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 και αφορά τα χρονικά όρια εργασίας και τις αμοιβές για υπερεργασία και για νόμιμη και κατ' εξαίρεση υπερωρία, 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και 31 παρ. 6 του Ν. 4024/2011, που ορίζει ότι οι φορείς της παραγράφου 1 (ήτοι ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου σκοπού κλπ., καθώς και λοιπές δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005) υποχρεούνται σε περικοπές των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού τους, εφόσον αυτές υπερβαίνουν τα τεθέντα με το άρθρο τούτο ανώτατα όρια.

Ως προς τις εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Όσον αφορά τις εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου αιτιάσεις, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της (πλην των επιχειρούμενων να θεμελιωθούν στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για τις οποίες γίνεται λόγος στα πλαίσια της εξέτασης των τρίτου και τετάρτου λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα) με το ακόλουθο σκεπτικό: "....όσον αφορά τη βάση της αγωγής, ότι η εναγομένη ΔΕΗ δεν εμπίπτει στις διατάξεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2020, είναι νομικά αβάσιμη και συνεπώς απορριπτέα, διότι, με βάση όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εναγομένη αποτελεί δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρ. 1 παρ. 3 του Ν. 3429/2005, στην οποία το Δημόσιο, ακόμη και μετά την 8-4-2014, εξακολουθούσε να ασκεί αποφασιστική επιρροή σε αυτήν, καθώς ως πλειοψηφών μέτοχος έλεγχε τα δικαιώματα ψήφου στη Γ.Σ.

και συνακόλουθα τον διορισμό της πλειοψηφίας των μελών του Δ.Σ. της, ασκώντας τη διοίκηση και διαχείρισή της.

Συνεπώς, οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ και στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες καταλαμβάνονται από τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθ' όλο το κρίσιμο για τις αγωγικές αξιώσεις χρονικό διάστημα (1-12-2010 έως 31-7-2017). Επομένως, οι αξιώσεις των εναγόντων για την αμοιβή τους, σύμφωνα με τους όρους των αρχικών συμβάσεών τους, είναι μη νόμιμες, λόγω της αποκλειστικής από τους ανωτέρω νόμους ρύθμισης των αποδοχών τους.

Περαιτέρω, η βάση της αγωγής για καταβολή πέραν των αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, αμοιβών για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου (Κυριακές, υπερωρίες, νυχτερινή απασχόληση κλπ.), είναι επίσης νομικά αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Ειδικότερα, από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3833/2010 προκύπτει πως όριο των αποδοχών όσων απασχολούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις, όπως η εναγόμενη, αποτελούν οι πάσης φύσεως αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μετά τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 (και ήδη άρθρ. 9 του Ν. 4354/2015), με την έννοια ότι για τον προσδιορισμό του ανώτατου αυτού ορίου συνυπολογίζονται τόσο ο βασικός μισθός όσο και, του νόμου μη διακρίνοντος, όλα τα λοιπά επιδόματα και προσαυξήσεις και οι μη παγίως καταβαλλόμενες αποδοχές και αποζημιώσεις.

Συγκεκριμένα, τόσο από τον επιδιωκόμενο με τις εν λόγω διατάξεις σκοπό, που συνίστατο στην άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσης, η οποία, κατ' αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, και στην εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, όσο και από τη γενική διατύπωση του νόμου (βλ.

και τις αιτιολογικές εκθέσεις), που κάνει λόγο για "πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές" γενικά, προβλεπόμενα με οποιαδήποτε ονομασία από κάθε γενική ή ειδική διάταξη, καθώς και από τη ρητή πρόβλεψη συγκεκριμένων αποκλειστικώς αναφερόμενων εξαιρέσεων, συνάγεται ότι αυτές αφορούν αδιακρίτως το σύνολο των αποδοχών των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ανεξαρτήτως του τακτικού ή έκτακτου χαρακτήρα τους και, συνεπώς, στο ανώτατο όριο των αποδοχών των εναγόντων, ίσο με αυτό του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, περιλαμβάνονται και οι μη παγίως καταβαλλόμενες αποδοχές τους για έκτακτη απασχόλησή τους που αφορούν την αμοιβή για υπερεργασία, για υπερωριακή απασχόληση, καθώς και τις προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας τη νύκτα, τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου, οι δε μοναδικές εξαιρέσεις είναι οι ρητά προσδιοριζόμενες από το νόμο.

Αν δε πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μη συμπεριλαμβάνονται στις "πάσης φύσεως αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές" του άρθρου 2 Ν. 3833/2010 και οι έκτακτες αμοιβές του εργοδότη προς τον μισθωτό, θα το όριζε ρητά. Επομένως, αν οι μηνιαίες αποδοχές των ανωτέρω εργαζομένων συνολικά υπερβαίνουν το ως άνω πλαφόν, λόγω και των μεταβλητών αποδοχών τους (αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση, νύκτα, Κυριακές κλπ.)τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να τους επιδικαστούν οι ανωτέρω μεταβλητές αποδοχές, καθώς, όπως προεκτέθηκε, οι συνολικές αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων και των μεταβλητών αποδοχών τους), δεν μπορούν να υπερβούν το ανωτέρω όριο.

Το ανωτέρω όριο ορίζεται ως ανώτατο, που σημαίνει ότι οι αποδοχές όλων των εργαζομένων περικόπτονται αναλογικά κατά το ποσό που το υπερβαίνουν, όπως άλλωστε σαφώς ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 εδ β' του Ν.3833/2010, σύμφωνα με την οποίο "Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των διατάξεων του άρθρου αυτού αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο".

Συνεπώς, οι αποδοχές των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των επιδίκων, θα περικόπτονται κάθε μήνα κατά το ποσό που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο. Ενισχυτική της παραπάνω κρίσης είναι η εισηγητική έκθεση του Ν. 3833/2010, στην οποία αναφέρεται ως προς το άρθρο 2 αυτού: "Για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών των ανωτέρω δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις. Αντιθέτως συνυπολογίζονται, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποζημιώσεις από υπερωριακή απασχόληση, συμμετοχή σε συλλογικά όργανα ή συντάξιμες αποδοχές". Τούτο, εξάλλου, αναφέρεται και στο υπ' αριθ. πρωτ. 1103602ΕΞ2011/4293/20-7-2011 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών.

Συνεπώς, ενόψει του ότι οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010 δεν εξαιρούν από το πεδίο της εφαρμογής τους τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, αλλ' αντίθετα είναι σαφής η βούληση του νομοθέτη, ενόψει της γενικής διατύπωσης του νόμου και των οικείων αιτιολογικών εκθέσεων, της πρόβλεψης συγκεκριμένων εξαιρέσεων κατ' αποκλειστικό τρόπο και του επιδιωκόμενου σκοπού, κατά τα ανωτέρω, να περιλάβει και τις συγκεκριμένες αξιώσεις, το αίτημα της αγωγής περί καταβολής των αιτούμενων ποσών για αμοιβή για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνυπολογιζόμενα στις λοιπές αποδοχές των εναγόντων υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που τίθεται από τις ανωτέρω διατάξεις, είναι μη νόμιμο και, συνεπώς, απορριπτέο.

Εξάλλου αβασίμως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι επίδικες περικοπές αφορούν αποκλειστικά την αμοιβή τους για υπερεργασία, εργασία την Κυριακή, νυχτερινή εργασία κλπ. Τούτο συνάγεται από το ίδιο το σώμα της κρινόμενης αγωγής, στην οποία ενσωματώνονται τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας των εναγόντων, στα οποία εμφαίνεται ότι οι αποδοχές των εναγόντων διαμορφώνονται από διάφορους συντελεστές, χρονοεπίδομα, επίδομα συζύγου, σπουδών κλπ., οι δε αμοιβές για ημερήσια αποζημίωση βάρδιας, για νυχτερινή εργασία, Κυριακή, αργίες κλπ.

υπολογίζονται κανονικά (κωδικοί στα εκκαθαριστικά 310, 312, 341, 367). Οι δε περικοπές των αποδοχών των εναγόντων (με την ένδειξη 401-κρατήσεις μεταβ. Ν. 3833/2010) εμφαίνονται συνολικά κάθε μήνα στα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, κατά το μέτρο που το σύνολο των αποδοχών τους υπερβαίνει το εκάστοτε ανώτατο όριο και δεν συνάγεται ότι αφορούν αποκλειστικά τις επίδικες αμοιβές....

Εξάλλου, οι ίδιες διατάξεις δεν παραβιάζουν το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος Συντάγματος, που θεσπίζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών, πρωτίστως διότι η αρχή της ισότητας επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί άλλους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες εργασιακές συνθήκες.

Τούτο, ειδικότερα, σημαίνει ότι βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω αρχής είναι η παροχή να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να καταβάλλεται με πρωτοβουλία του εργοδότη και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Αν ο εργοδότης υποχρεούται στη χορήγηση της παροχής είτε από διάταξη νόμου, όπως εν προκειμένω, είτε σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, που τον δεσμεύει, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες δεν πλήττει την αρχή της ισότητας).

Εξάλλου, εν προκειμένω οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονται στο σύνολο των υπαλλήλων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, η δε ανωτέρω μισθολογική μεταχείριση επιβλήθηκε προεχόντως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή λόγω της ανάγκης δημοσιονομικής προσαρμογής και εξορθολογισμού της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου και προκειμένου αυτό να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης".

Τούτο σημαίνει ότι δεν τίθεται ζήτημα προνομιακής ή δυσμενούς μεταχείρισης κάποιας κατηγορίας εργαζομένων και επομένως οι επίμαχες διατάξεις δεν παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας των ως άνω εργαζομένων πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφοτέρων των μερών της εργασιακής σχέσης ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις.

Ούτε συντρέχει εν προκειμένω παραβίαση του άρθρου 4 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "ουδείς δύναται να υποχρεωθεί σε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία" και της παρ. 4 του άρθρου 22 του Συντάγματος, με την οποία απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας, και του άρθρου 8 παρ. 3α του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην αγωγή το άρθρο 12 του ανωτέρω Διεθνούς Συμφώνου), σύμφωνα με το οποίο "Κανείς δεν πιέζεται να εκτελέσει αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία" καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη στα πλαίσια εκούσιας συναφθείσας σύμβασης εργασίας, οι δε ανωτέρω δυσμενείς για τους ενάγοντες μειώσεις των αποδοχών τους δεν συνεπάγονται υπέρμετρο, σε σχέση με τα ωφελήματά τους, βάρος και δεν είναι δυσανάλογες προς τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την εξυπηρέτηση του ανωτέρω δημοσίου συμφέροντος και με τα δεδομένα, που, κατά τον νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς τους, είναι κατ' αρχήν πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του ανωτέρω επιδιωκόμενου σκοπού .

Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που οι ενάγοντες ζητούν να τους επιδικαστούν τα αιτούμενα χρηματικά ποσά λόγω αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 και παραβίασης των διατάξεων της ΕΣΔΑ και του άρθρου 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Τέλος και το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί χορήγησης σε αυτούς αντίστοιχων της αμοιβής τους ημερών ανάπαυσης και δη 263,20 ημερών ανάπαυσης στον πρώτο ενάγοντα και 179,06 ημερών ανάπαυσης στον δεύτερο ενάγοντα είναι, επίσης, απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο. Ειδικότερα, με την από 19-6-1998 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ ορίστηκε ότι "Από 1-7-98 καταργούνται οι με αριθ. 40/88 και 191/89 Αποφάσεις Γενικού Διευθυντή και από την ίδια ημερομηνία στο προσωπικό των φυλακών (24ωρη βάρδια) του ηλεκτροκίνητου και δηζελοκίνητου εξοπλισμού του ΛΚΠ-Α και σ' αυτό που συνδέεται άμεσα με το προσωπικό αυτό, που εναλλάσσεται επί των μηχανημάτων ή σε θέσεις εργασίας απομεμακρυσμένες από τον τόπο παρουσιάσεώς του και ως εκ τούτου απαιτείται επί πλέον χρόνος για την προσέλευση και αποχώρησή του από το Ορυχείο, με συνέπεια ο χρόνος παραμονής του σ' αυτό να είναι αυξημένος έναντι του κανονικού ωραρίου εργασίας, αλλά και προς τον σκοπό της εξασφάλισης της συνεχούς λειτουργίας των μηχανημάτων -η κανονική άδεια δεν θεωρείται πραγματική απασχόληση στην παρούσα περίπτωση- και για όσο χρόνο διαρκεί η δέσμευση του προσωπικού αυτού, για τον επί πλέον χρόνο χορηγείται ημερήσια αποζημίωση, ίση με το 70% του ωρομισθίου καθενός μισθωτού, προσαυξημένο με την εκάστοτε δικαιούμενη προσαύξηση υπερεργασίας και τις λοιπές προσαυξήσεις για την κάθε ημέρα πραγματικής απασχόλησης, σύμφωνα με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας".

Ωστόσο, ενώ με την ΕΣΣΕ 1994 (ενν. προφανώς την ΕΣΣΕ 1984) δίνεται η δυνατότητα στον εργαζόμενο να αιτηθεί και να λάβει, εφόσον το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες, ανάπαυση αντί αμοιβής για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, για νυχτερινή εργασία, αλλά και εργασία σε αργία, ημιαργία και Κυριακή, δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση χορήγησης ανάπαυσης αντί αμοιβής για τον επιπλέον χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης από το Ορυχείο, καθώς για την ανωτέρω περίπτωση προβλέπεται μόνο αμοιβή με βάση την ειδική διάταξη της ΕΣΣΕ 1998.

Επομένως και εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ωριαία υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των εναγόντων αφορά στη μετάβαση και αποχώρησή τους από το Ορυχείο μέχρι να αντικατασταθούν από άλλον εργαζόμενο, εφαρμόζεται η ειδική διάταξη της από 10-6-1998 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ενν. προφανώς την από 19-6-1998 ΕΣΣΕ), η οποία προβλέπει μόνο χορήγηση αποζημίωσης και όχι αντ' αυτής αντίστοιχες ημέρες ανάπαυσης και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται τέτοια αξίωση των εναγόντων".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του Ν. 3833/2010, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 4 της ΕΣΔΑ, 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25), 29 της Διεθνούς Συμβάσεως "περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας", που κυρώθηκε με το Ν. 2079/1952 (ΦΕΚ Α' 108), 3 της από 7-5-1984 Ειδικής ΣΣΕ και 5 της από 19-6-1998 Επιχειρησιακής ΣΣΕ, 4 του Ν. 2874/2000 όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και 31 παρ. 6 του Ν. 4024/2011, ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 3833/2010, 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), 5 της από 19-6-1998 Επιχειρησιακής ΣΣΕ και 1 του Ν. 3429/2005.

Και τούτο διότι η αναιρεσίβλητη δημόσια επιχείρηση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 περ. α' και γ' του Ν. 3429/2005 και, ως εκ τούτου, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 1 και 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές και επιδόματα, μεταξύ των οποίων και τα επιδόματα εορτών και αδείας του προσωπικού του μεταξύ των άλλων και των δημοσίων επιχειρήσεων και προβλέφθηκε ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στο προσωπικό τους, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις εκάστοτε απολαβές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου.

Συνεπώς, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ως προς τις εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 625/2008, 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 1857/2024, 79/2023, 26/2022, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1857/2024,) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1857/2024, 79/2023).

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτούς μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς δε του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ (εκ παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 214 επ.

ΑΚ), απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες επικουρική βάση της αγωγής. Ως προς τις εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση της αδικοπραξίας, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.

Όσον αφορά τις εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου αιτιάσεις, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την ανωτέρω επικουρική βάση με το ακόλουθο σκεπτικό: "....αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, είναι επίσης απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι στην προκειμένη περίπτωση, και αληθής υποτιθέμενη η μείωση των αποδοχών των εναγόντων, δεν συντρέχει το στοιχείο του παρανόμου της συμπεριφοράς της εναγομένης ως προϋπόθεση της αδικοπρακτικής της ευθύνης, αφού η τελευταία δεν ενήργησε παράνομα, αλλά κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων (ενν.

τις διαλαμβανόμενες στη μείζονα πρόταση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διατάξεις των Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3429/2005), τις οποίες ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει. Εξάλλου, οι ανωτέρω μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων δεν συνεπάγονται ηθική μείωση αυτών ούτε στοιχειοθετείται αδικοπραξία ή προσβολή της προσωπικότητας και της επαγγελματικής τους υπόστασης και, ως εκ τούτου, δε δύνανται να στηρίξουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης".

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, τις οποίες έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος ως προς το σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς δε του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής. Ως προς τις εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.

Όσον αφορά τις εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου αιτιάσεις, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς την ανωτέρω επικουρική βάση με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ούτε, εξάλλου, θεμελιώνεται ευθύνη της εναγομένης με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας για τη μη καταβολή των αιτούμενων ποσών, προϋπόθεση αναγκαία κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, αφού στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται νόμιμη αιτία απόκτησης πλουτισμού, η οποία έγκειται στις προδιαληφθείσες διατάξεις των ως άνω νόμων ((ενν.

τις διαλαμβανόμενες στη μείζονα πρόταση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διατάξεις των Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3429/2005), απορριπτομένης ως νομικά αβάσιμης της υπό κρίση αγωγής και ως προς την επικουρική βάση αυτής". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι οι μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσειόντων στηρίζονται στις διατάξεις των νόμων που προεκτέθηκαν και επομένως δεν έγιναν αναίτια, αλλά από νόμιμη αιτία και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναζητηθούν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πρβλ. ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 735/2022, 422/2018).

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος ως προς το σκέλος του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 29/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 79/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ