Legislator Case Law & Legislation
288/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on wage difference claim while dismissing procedural defects for some appellants.

Case Number 288/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding wage differences, finding the legal argument valid for certain appellants. While the substantive claim was upheld, the court dismissed the appeal for specific appellants due to procedural irregularities in their representation. Consequently, the case was remitted for further trial, and the opposing party was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 94, 96, 63, 104, 559, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine cases ex officio if a party fails to participate, and an appeal is partially allowed if the legal ground is valid while procedural defects warrant dismissal for specific parties.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal procedure wage difference claim legal representation court costs allocation remittal for trial procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 288 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 288/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)…… κλπ 88) κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2)της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σικαλοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία…….. , όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Χασιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 133/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ο ίδιος ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992, ΑΠ 566/2022).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 566/2022, 536/2020, 1374/2017, 526/2016, 1622/2013). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της από 5-4-2022 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης 2791/274/2022) αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 2462/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-10-2023), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων (συνολικά 88), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από αυτούς υπ' αριθ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτών, Μαρίας Σικαλοπούλου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο, με σχετική δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η δικηγόρος Μαρία Σικαλοπούλου, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση και επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και από τον έβδομο των αναιρεσειόντων, Ε. Β. του Β., αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται είτε έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς την ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, είτε συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια, ακύρως ο έβδομος αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώ δεν προκύπτει ούτε η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκε νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση από το αναιρεσίβλητο, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988, ΑΠ 533/2018). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη.

Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2018, 448/2005). Μάλιστα η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, όπου το ως άνω ελάττωμα προτείνεται με σχετικό λόγο έφεσης ή αναίρεσης ή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας στο πλαίσιο της, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αποκλείει, κατά την παρ. 2 του άρθρου 313 ΚΠολΔ, την έγερση αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της.

Αν παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατ' αυτής της απόφασης, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία αυτής, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 533/2018, 1611/2011, 448/2011, 1641/2006). Στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση έγερσης της αγωγής στο όνομα ήδη προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 533/2018, 1681/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 118482/4389) αγωγή, που ασκήθηκε από ενενήντα έξι (96) φυσικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο τέταρτος ενάγων Ι. Α. του Γ. και ο ογδοηκοστός ένατος ενάγων (ήδη ογδοηκοστός πρώτος των αναιρεσειόντων) Α.

Φ. του Ν., στο όνομα των οποίων και εκδόθηκε η πρωτόδικη υπ' αριθ. 133/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση ογδόντα οκτώ (88) εκ των αρχικώς εναγόντων (ήδη αναιρεσείοντες), καθώς και το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Γ. Ο. - Δ. (Ε..Λ..Γ..Ο.. Δ.)", όσον αφορά δε τον τέταρτο των εναγόντων Ι.

Α. του Γ., η έφεση ασκήθηκε από τη σύζυγό του Σ. Ρ. και τα τέκνα του Ε. Α. και Γ. Α., υπό την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων του. Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε, κατόπιν συνεκδίκασης, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο όνομα των ως άνω καθολικών διαδόχων του τετάρτου των αρχικώς εναγόντων.

Ωστόσο, από τα κατωτέρω προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτουν τα εξής: α) Ο Ι. Α. του Γ. απεβίωσε την 21-4-2015 (βλ. το από 10-8-2015 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου εκδοθέν από τη Ληξιαρχείο …), ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης από 23-12-2015 αγωγής, συνεπώς με την άσκησή της δεν ιδρύθηκε έννομη σχέση δίκης και η επ' αυτής εκδοθείσα υπ' αριθ. 133/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι ανύπαρκτη ως προς αυτόν, καθόσον εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη στο όνομα αποβιώσαντος φυσικού προσώπου.

Συνακόλουθα, είναι απαράδεκτη η έφεση που ασκήθηκε κατά της ως άνω απόφασης από τους καθολικούς διαδόχους του Ι. Α., καθώς και η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση του εναγομένου, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των ως άνω κληρονόμων, η δε επ' αυτών εκδοθείσα υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι, επίσης, ανύπαρκτη ως προς τους τελευταίους.

Για τον ίδιο λόγο, απαράδεκτη είναι και η ασκηθείσα από τους καθολικούς διαδόχους του Ι. Α. αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, εφόσον ο τελευταίος ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου στην παρούσα δίκη, ενώ δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι οι ανωτέρω προσκομίζουν το υπ' αριθ. 5850/12-7-2022 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου …Σ.

Α., με το οποίο παρέχουν στη δικηγόρο Μαρία Σικαλοπούλου την εντολή να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτούς η υπό κρίση αίτηση. β) Ο ογδοηκοστός ένατος ενάγων (ήδη ογδοηκοστός πρώτος των αναιρεσειόντων) Α. Φ. του Ν. απεβίωσε την 17-8-2017 (βλ. το από 28-8-2017 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου εκδοθέν από το Ληξιαρχείο…), ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά πριν από την άσκηση των από 31-1-2020 και 26-6-2020 εφέσεων των εναγόντων και του εναγομένου, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. 133/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες φέρεται ο ως άνω αποβιώσας ως εκκαλών και εφεσίβλητος αντίστοιχα και επί των οποίων εκδόθηκε στο όνομά του η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια να είναι ανύπαρκτη ως προς αυτόν.

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί στο όνομα του ως άνω αποβιώσαντος, ο οποίος κατά τη συζήτηση αυτής εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Μαρία Σικαλοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η τελευταία, με τις από 25-9-2023 προτάσεις της, γνωστοποιεί για πρώτη φορά τον θάνατο του Α. Φ. και τη συνέχιση της δίκης από την κόρη του Ρ.

Φ., ως καθολική διάδοχο αυτού. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς τον Α. Φ. και πρέπει να απορριφθεί, διότι αφενός ασκήθηκε στο όνομα αποβιώσαντος και αφετέρου στρέφεται κατά ανύπαρκτης (ως προς το πρόσωπο αυτό) απόφασης, ενώ δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η καθολική διάδοχος αυτού, Ρ.

Φ., προσκομίζει το υπ' αριθ. 5575/20-9-2022 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου…, με το οποίο παρέχει στη δικηγόρο Μαρία Σικαλοπούλου την εντολή να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος των ως άνω καθολικών διαδόχων των Ι. Α. και Α. Φ., ως προς τους οποίους κρίθηκε απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης, καθόσον το αναιρεσίβλητο δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα εξαιτίας αυτών.

Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 1845/1989 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.), ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εποπτευόμενο από το Υπουργείο Γεωργίας, στο οποίο μεταφέρθηκαν οι περιφερειακές υπηρεσίες έρευνας του Υπουργείου Γεωργίας (Ινστιτούτα, Κέντρα, Ιδρύματα, Σταθμοί).

Το προσωπικό αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1845/1989 (το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 15 με το άρθρο 14 παρ. 9 του Ν.3399/2005), διακρινόταν σε ερευνητικό, ειδικό επιστημονικών εφαρμογών, τεχνικό (επιστημονικό και μη), διοικητικό, οικονομικό και βοηθητικό, ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ως άνω Ν. 1845/1989 (το οποίο ομοίως αναριθμήθηκε σε άρθρο 16 με την ίδια ως άνω διάταξη του Ν. 3399/2005), το ερευνητικό προσωπικό τοποθετείτο σε θέσεις ερευνητών, που κατατάσσονταν σε τέσσερις βαθμίδες Α', Β', Γ' και Δ', ανάλογα με τα προσόντα, που καθορίζονταν κατά βαθμίδα στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου.

Με τη διάταξη δε του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν. 1845/1989 οριζόταν ότι οι διατάξεις του Ν. 1517/1985 (Μισθολόγιο ΑΕΙ - ΔΕΠ, ΤΕΙ - ΔΕΠ), όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονταν και για το ερευνητικό προσωπικό του "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε." με την εξής μισθολογική αντιστοιχία: α) Καθηγητής Α.Ε.Ι. - Ερευνητής Α', β) Αναπληρωτής Καθηγητής Α.Ε.Ι. - Ερευνητής Β', γ) Επίκουρος Καθηγητής Α.Ε.Ι. - Ερευνητής Γ' και δ) Λέκτορας Α.Ε.Ι. - Ερευνητής Δ'.

Στη συνέχεια, με το Ν. 2530/1997, από 01-09-1997 αποσυνδέθηκε το μισθολόγιο των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. από το μισθολόγιο άλλων λειτουργών και υπαλλήλων του δημόσιου εν γένει τομέα, οι οποίοι εξομοιώνονταν, σύμφωνα με τις μέχρι τότε ισχύουσες διατάξεις, με αυτούς και, μεταξύ άλλων, θεσπίστηκε, με τη διάταξη του άρθρου 17, ειδικό μισθολόγιο για τους ερευνητές των εθνικών ερευνητικών κέντρων.

Με τη διάταξη δε του ίδιου άρθρου 17 παρ. 6 ομοίως του Ν. 2530/1997 ορίστηκε ότι οι καθοριζόμενες αποδοχές μπορεί να επεκτείνονται αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του νόμου (01-09-1997) στο ερευνητικό προσωπικό τόσο του "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.", όσο και άλλων ερευνητικών κέντρων με Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο και με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη πράγματι εκδόθηκε.

Ειδικότερα, εκδόθηκε το Π.Δ. 361/1998, με το οποίο (άρθρο 1 παρ. 1) το μισθολόγιο του άρθρου 17 του Ν. 2530/1997 επεκτάθηκε και εφαρμόστηκε και στους ερευνητές του "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.". Η επέκταση του εν λόγω μισθολογίου στους ερευνητές του "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε." γινόταν όπως κάθε φορά ίσχυε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 4 του Ν. 3147/2003.

Ακολούθως, από την 01-04-2004, οπότε και καταργήθηκε το άρθρο 17 του Ν. 2530/1997, το μισθολόγιο εν γένει των ερευνητών των Εθνικών Ερευνητικών Κέντρων, χωρίς διάκριση μεταξύ ερευνητών εργαζομένων στο Δημόσιο, σε Νομικό Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου που εντάσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως το "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.", ανακαθορίστηκε με το άρθρο 38 του Ν. 3205/2003, υφιστάμενο τις νομοθετικές μεταβολές που επέφεραν, ποσοτικά κατ' αρχάς, οι Ν. 3833/2010 και 3845/2010.

Ήτοι, έκτοτε, άπαντες οι ερευνητές, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής του εργοδότη τους (ως νομικού προσώπου του στενού ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα), συμπεριλαμβανομένων των ερευνητών του ως άνω "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.", οι οποίοι ήδη βέβαια αντιμετωπίζονταν, κατά τα προεκτεθέντα, ενιαία με τους ερευνητές των άλλων ερευνητικών κέντρων, όμως με ειδικές περί τούτου νομοθετικές ρυθμίσεις, εντάχθηκαν σε ένα ειδικό μεν, αλλά ενιαίο νομοθετικό καθεστώς μισθολογικής αντιμετώπισής τους.

Τελικά, με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και με την υπ' αριθ. 188763/10-10-2011 ΚΥΑ, το "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε." συγχωνεύθηκε σε ενιαίο φορέα με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - …." (εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο), που ιδρύθηκε ομοίως ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργώντας χάριν του δημόσιου συμφέροντος και εποπτευόμενο από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 της ως άνω ΚΥΑ, το εναγόμενο κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομικών και οικονομικών υποχρεώσεων των συγχωνευόμενων νομικών προσώπων. Επιπρόσθετα, με τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 10 παρ. 6 και 8, ορίστηκε ότι με πράξη του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων το προσωπικό, το οποίο, κατά την έναρξη εφαρμογής της ανωτέρω ΚΥΑ, υπηρετεί στα συγχωνευόμενα νομικά πρόσωπα, μεταφέρεται σε αυτό και κατατάσσεται στις προβλεπόμενες κατηγορίες προσωπικού, αναλόγως των προσόντων του, ενώ, μέχρι την κατάρτιση ειδικού μισθολογίου, το ίδιο προσωπικό, που προήλθε και από τα συγχωνευόμενα νομικά πρόσωπα, συνεχίζει να λαμβάνει τις αποδοχές του με τους όρους που τις λάμβανε κατά την έναρξη ισχύος της εν λόγω ΚΥΑ (13-10-2011).

Το προσωπικό δε διαχωρίζεται σε τρεις κατηγορίες, ήτοι στους ερευνητές, στους υπαλλήλους ανώτατης πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης και στους υπαλλήλους διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Συνεπώς, η κατηγορία των ερευνητών, η οποία ενδιαφέρει και την ένδικη υπόθεση, και δη εκείνοι οι οποίοι προήλθαν από το συγχωνευόμενο "ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.", εξακολούθησαν να υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε και κατά την υπηρεσία τους στο νομικό πρόσωπο προέλευσής τους, ήτοι στο ειδικό ερευνητικό μισθολόγιο, κατά βάση στη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003, όπως αυτό ίσχυε, κατόπιν και των τροποποιήσεων και περικοπών που επέφεραν κατ' αρχάς οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου Ν. 3845/2010, προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα.

Οι μειώσεις αυτές κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ακολούθως με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου, παραγράφου Γ, υποπαραγράφου Γ.1, περίπτωσης 22 του Ν. 4093/2012 επήλθε νέα μείωση στις μέχρι τότε καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές (βασικό μισθό, επιδόματα και αποζημιώσεις) των ερευνητών όλων των βαθμίδων που απασχολούνταν στα Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα, στα Ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα που διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1514/1985, όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, καθώς και σε Κέντρα Έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών.

Συγκεκριμένα, με την προαναφερθείσα περίπτωση 22 ορίζονται τα εξής: "I) Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1-8-2012 ως εξής : "1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (Α'13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Ερευνητής Α' 1,37 β. Ερευνητής Β' 1,25 γ. Ερευνητής Γ' 1,08 δ. Ερευνητής Δ' 1,00. Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω νέων βασικών μισθών ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ερευνητή Δ' ορίζεται σε χίλια είκοσι (1.020) ευρώ. 2. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) των ανωτέρω Ερευνητικών Κέντρων και ανεξάρτητων Ερευνητικών Ινστιτούτων καθορίζεται, με βάση το βασικό μισθό του Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Ε.Λ.Ε. Α' 1,28 β. Ε.Λ.Ε. Β' 1,16 γ. Ε.Λ.Ε. Γ' 1,06 δ. Ε.Λ.Ε. Δ' 1,00. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ε.Λ.Ε. Δ' ορίζεται σε εννιακόσια σαράντα πέντε (945) ευρώ". II) Οι περιπτώσεις β', γ' και ε' της παρ. 3 και οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής: "3.β.

Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής: i. Ερευνητές Α' 273 ευρώ, Ερευνητές Β' 184 ευρώ, Ερευνητές Γ' 128 ευρώ, Ερευνητές Δ' 128 ευρώ ii. Ε.Λ.Ε. Α' 263 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Β' 143 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Γ' 75 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Δ' 75 ευρώ γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής: i.

Ερευνητές Α' 226 ευρώ, Ερευνητές Β' 215 ευρώ, Ερευνητές Γ' 200 ευρώ, Ερευνητές Δ' 184 ευρώ ii. Ε.Λ.Ε. Α' 190 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Β' 152 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Γ' 117 ευρώ, Ε.Λ.Ε. Δ' 90 ευρώ (....) ε. Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής:

Ζώνη Α' 238 ευρώ, Ζώνη Β' 132 ευρώ, Ζώνη Γ' 79 ευρώ. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου.

Η κατανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α', Β', Γ') θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου". "5. Οι αποδοχές των Διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε., είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ' με συντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου με τις προϋποθέσεις καταβολής τους.

Πέραν των αποδοχών αυτών, στους Διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ το μήνα για τους Διευθυντές των Ινστιτούτων των ερευνητικών κέντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και πεντακοσίων (500) ευρώ για τους Διευθυντές των ερευνητικών κέντρων. Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π.

εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι.. 6. Προκειμένου περί Ερευνητών Α' τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εβδομήντα (70) ευρώ, με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας".

Πλην όμως, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των εργαζομένων σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., όπως εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες ερευνητές, οι οποίες (μειώσεις) επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως τακτικών αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους γενικά (άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3833/2010 μείωση 7%, άρθρο τρίτο παρ. 4 Ν. 3845/2010 μείωση 3% και άρθρο 55 παρ. 23 περ.

γ' Ν. 4002/2011 μείωση 25% του ειδικού ερευνητικού επιδόματος για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας) υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 4 παρ. 5, 16 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 5/2023, βλ.

ΟλΣτΕ 1527, 1528, 1529/2023 για τους ερευνητές με σύμβαση δημοσίου δικαίου και ΟλΑΠ 3 και 4/2022 για τους γιατρούς του ΕΣΥ). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 16, 17, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, με την ένδικη από 23-12-2015 αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι ερευνητές του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Γ. Ο. - Δ. (Ε..Λ..Γ..Ο.. Δ.)" (πρώην Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας - ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.). Ότι με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 συγχωνεύθηκαν διάφορα ΝΠΙΔ, μεταξύ των οποίων και το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε, στο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε.

Γ. Ο. - Δ.", ήδη αναιρεσίβλητο. Ότι το σύνολο των αποδοχών που ελάμβαναν, με βάση το άρθρο 38 του Ν. 3205/2003, μειώθηκε ως εξής: α) με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 κατά ποσοστό 7%, ενώ θα έπρεπε να υπαχθούν στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου, ώστε να υποστούν μείωση μόνο του ερευνητικού επιδόματος κατά ποσοστό 12%, β) με το άρθρο τρίτο παρ. 4 του Ν. 3845/2010 κατά ποσοστό 3%, ενώ θα έπρεπε να υπαχθούν στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου, ώστε να υποστούν μείωση μόνο του ερευνητικού επιδόματος κατά ποσοστό 8%, γ) περαιτέρω μειώσεις υπέστησαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν 1) στη μισθολογική διαφορά που ανακύπτει από τη μείωση των αποδοχών τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 του Ν. 3845/2010, αντί της προσήκουσας μείωσης κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και 3 παρ. 1 του Ν. 3845/2010, 2) στη μισθολογική διαφορά που ανακύπτει από τη μείωση των αποδοχών τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012, για το διάστημα από 1-8-2012 έως 31-12-2015, επικουρικά δε, τα ποσά που αντιστοιχούν στη μισθολογική διαφορά που ανακύπτει από την αναδρομική μείωση των αποδοχών τους από 1-8-2012 έως 11-11-2012 κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσας ΥΑ οικ.2/83408/0022/14-11-2012, άλλως τα ίδια ποσά (αναδρομικών μειώσεων) με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να εφαρμόζει από 1-8-2012 και εφεξής το ειδικό ερευνητικό μισθολόγιο του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003, όπως ίσχυε τούτο στις 31-7-2012, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 133/2019 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή α) ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) ως προς το αίτημα επιδίκασης των ποσών που αντιστοιχούν στη μισθολογική διαφορά που ανακύπτει από τη μείωση των αποδοχών των εναγόντων κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012, για το διάστημα από 12-11-2012 (ήτοι από την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012) έως 31-12-2015, καθόσον έκρινε ότι οι εν λόγω μειώσεις δεν είναι αντισυνταγματικές, και γ) ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί το εναγόμενο να εφαρμόζει από 1-8-2012 και εφεξής το ειδικό ερευνητικό μισθολόγιο του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003, όπως ίσχυε τούτο στις 31-7-2012.

Κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα ποσά που αντιστοιχούν στις μισθολογικές διαφορές που ανέκυψαν αφενός από τη μη προσήκουσα εφαρμογή των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 και αφετέρου από την αναδρομική εφαρμογή του Ν. 4093/2012. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε δε, κατόπιν συνεκδίκασης των ασκηθεισών αντίθετων εφέσεων, η υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους, για τον προαναφερθέντα λόγο, κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στη μισθολογική διαφορά που ανέκυψε από τη μείωση των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012, για το διάστημα από 12-11-2012 έως 31-12-2015, επικυρώνοντας ως προς το κεφάλαιο τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία (μείωση) κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 25 παρ. 1, 16, 17, 74 παρ. 5 και 80 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι η ως άνω μείωση των αποδοχών των εναγόντων ερευνητών ευρίσκεται εντός των πλαισίων της ελευθερίας του νομοθέτη να διαμορφώνει το μισθολόγιό τους, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, ενόψει δε του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος δεν στερείται προδήλως εύλογης βάσης, δεδομένου ότι, λόγω της φύσης του, το μέτρο αυτό συμβάλλει αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών, καθώς και ότι οι αποδοχές των εναγόντων ερευνητών καθορίζονται με "ειδικό μισθολόγιο", ευνοϊκότερο του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και με πρόβλεψη ειδικών επιδομάτων για την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών άσκησης των καθηκόντων τους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012 και τις προαναφερθείσες Συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των αναιρεσειόντων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επιβλήθηκαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως τακτικών αποδοχών, επιδομάτων , αποζημιώσεων και αμοιβών τους γενικά (άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3838/2011, άρθρο τρίτο παρ. 4 του Ν. 3845/2010, άρθρο 55 παρ. 23 περ.

γ' του Ν. 4002/2011), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών, που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές αυτών.

Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται ο αναιρεσείων Οργανισμός προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του Ν. 4093/2012, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν κατ' αρχάς τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές.

Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιβλήθηκαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012, που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.

Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών.

Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.

Συνεπώς, ο μοναδικός εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που έκρινε μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στη μισθολογική διαφορά που ανέκυψε από τη μείωση των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 22 του Ν. 4093/2012, για το διάστημα από 12-11-2012 έως 31-12-2015. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την, αρρήκτως συνδεόμενη με το ως άνω αναιρεθέν μέρος, διάταξη αυτής περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των εκκαλούντων - εναγόντων, ακολούθως δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 (άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 5035/2023), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον έβδομο των αναιρεσειόντων Ε. Β. του Β..

Κηρύσσει, ως προς αυτόν, απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2791/274/2022) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2462/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους α) ……(υπ' αριθ. 4 αναιρεσείοντες) και δ) ... (υπ' αριθ. 81 αναιρεσείοντα).

Αναιρεί εν μέρει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την υπ' αριθ. 2462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των εκκαλούντων - εναγόντων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα των ως άνω (λοιπών) αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ