288/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Legislator headnote
AI generated288/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, απορριπτομένων των λόγων της αναίρεσης ως απαραδέκτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
Full text
Απόφαση 288 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 288/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ. του Ν., 2) Σ. συζύγου Δ. Χ., 3) Ν. Χ. του Δ., 4) Θ. Χ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φωτιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΕΛ.ΓΑ.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 126/ 2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο, αφού δέχθηκε την από 17-01-2017 έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 12/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε απορρίψει την από 3-9-2012 αγωγή και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε ερήμην των εναγομένων, δέχθηκε την από 3-9-2012 αγωγή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας αυτούς να του καταβάλουν διαιρετά 6.698,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564 ΚΠοΛΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς .Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (Ολ.Α.Π.45/1987).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζεται σ' αυτόν κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο ανωτέρω άρθρο θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους σχετικούς λόγους της αίτησης αναίρεσης παραπονούνται διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο "...παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", "...δεν έχει νόμιμη βάση ...έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" και "...έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως παντελώς αόριστη, μη νόμιμη...".Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη ,είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Και τούτο διότι δεν προσδιορίζονται με αυτούς ποια είναι τα πράγματα (αυτοτελείς ισχυρισμοί ) που δεν προτάθηκαν και έλαβε υπόψη το μονομελές πρωτοδικείο και ποια είναι αυτά που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες και δεν έλαβε υπόψη του.Όσα δε αναφέρονται αφορούν σε άρνηση της αγωγής και δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, καθώς επίσης δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς και ποιές είναι οι ελλείπουσες αναγκαίες αιτιολογίες και τέλος σε τι συνίσταται η αοριστία της αγωγής καθώς και γιατί είναι μη νόμιμη.
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες μέμφονται το εφετείο για το λόγο ότι, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, επί της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του κατ' αυτών, μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση επί της ουσίας, δεχόμενο ότι δεν ήταν επιτρεπτή η μεταγενέστερη (μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) κατάθεση του γραμματίου προκαταβολής εισφορών του δικηγόρου τους, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την παράστασή τους, τους δίκασε ερήμην και δέχτηκε εντεύθεν την αγωγή, στερώντας τους το δικαίωμα να προβάλλουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους κατ' αυτής .
Ως προς την αιτίαση αυτή, ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι συναρτάται με λόγους αναφερόμενους είτε σε κήρυξη απαραδέκτου παρά το νόμο κατ' άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ είτε στον από τον αριθ.6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ότι παρά το νόμο δικάστηκαν ερήμην, δεν ιδρύονται κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως έχει προαναφερθεί, τέτοιοι λόγοι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου.
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση ,περίπτωση η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ή δεν δέχτηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής, κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 20 του Συντάγματος, αφού δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 61 παρ.4 του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.4194/2013), που ορίζει ότι "ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράσταση του ενώπιον των δικαστηρίων, δικαστών και για κάθε στάδιο της δίκης οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη" είναι αντίθετη στο άνω άρθρο του Συντάγματος και ως εκ τούτου ανίσχυρη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το αντίθετο, δηλαδή ότι η εν λόγω διάταξη δεν προσκρούει στο άρθρο 20 του Συντάγματος.
Κατά συνέπεια, απορριπτομένων των λόγων της αναίρεσης ως απαραδέκτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.126/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης .
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ του Αρείου Πάγου