Legislator Case Law & Legislation
288/2016 AI generated

288/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 288/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

288/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα αν ο απολειπόμενος διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το παραδεκτό της συζήτησης ερήμην αυτού η επίδοση σ’ αυτόν απλής κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1062/2010). Αντίθετα η συζήτηση ματαιώνεται κατά το άρθρ. 260 ΚΠολΔ, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη δίκη.

Keywords

AI generated
employment contract copyright contract dismissal or termination of contract company agreement non-competition clause work subject to authorization
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 288 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 288/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. του Θ., 2) Α. συζύγου Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σπηλιόπουλο, 3) Θ. - Ν. Π. του Κ., 4) Σ. Γ. του Χ., 5) Ε. Τ. του Δ. και 6) Χ., συζύγου Ε. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας, τελούσας υπό εκκαθάριση, με την επωνυμία "Δ. Σ. ΚΑΙ …Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα κατά το καταστατικό της, 2) Α. - Μ., χήρας Α. Χ. Β. - Μ., το γένος Γ. Κ., ως καθολικής διαδόχου της Ε., χήρας Σ. Γ., το γένος Α. Α., η οποία απεβίωσε την 31-1-2002 και 3) Π. Π. του Χ., ως κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομίας Σ. Γ.. Η πρώτη και ο τρίτος εκ των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-1998 πλαγιαστική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2007 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάνε οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 3-11-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Μάλιστα αν ο απολειπόμενος διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το παραδεκτό της συζήτησης ερήμην αυτού η επίδοση σ’ αυτόν απλής κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1062/2010). Αντίθετα η συζήτηση ματαιώνεται κατά το άρθρ. 260 ΚΠολΔ, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη δίκη.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 96§1 και 3, 97§1, 104, 122§1 και 123 ΚΠολΔ, όπως το άρθρ. 96 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§2 του ν. 3994/2011, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που υπέγραψε για λογαριασμό του επισπεύδοντος διαδίκου την κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για τη διενέργεια της επίδοσής της στον αντίδικο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από το διάδικο που εκπροσωπεί είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, καταχωριζόμενη στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, που εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, καθιστά άκυρες τις παραπάνω πράξεις, με περαιτέρω συνέπεια να μην μπορεί να δικασθεί ερήμην ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου έγιναν, αν αυτός είναι τελικά απών στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν προκύπτει η από μέρους άλλου διαδίκου έγκυρη κλήτευσή του να παραστεί κατ’ αυτή, η οποία και κηρύσσεται έτσι απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους δυο πρώτους των αναιρεσειόντων υπ’ αριθ. .../16.9.2010 και .../17.9.2010 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Σ. Γ. ότι με παραγγελία της δικηγόρου Κέρκυρας Μαρίας Τζέκου επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 28.12.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 53/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, με πράξη κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 48 τη δικάσιμο της 22.11.2010, κατά την οποία αυτοί κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α&δ, 128§4, 230§2, 498§§2&3, 568§4 ΚΠολΔ).

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4.4.2011, οπότε και ματαιώθηκε. Με την από 8.1.2015 κλήση, που υπογράφει ο δικηγόρος Γ. Σ. ως πληρεξούσιος όλων των αναιρεσειόντων, με εξαίρεση τον τρίτο αυτών Θ. - Ν.

Π., η υπόθεση επαναφέρθηκε ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 23.11.2015. Αντίγραφο της παραπάνω κλήσης επιδόθηκε με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και κλήθηκαν να παραστούν στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο της 23.11.2015 (βλ.

τις υπ’ αριθ. ... /16.9.2015 και ... /11.9.2015 αντίστοιχες εκθέσεις του αυτού δικαστικού επιμελητή Σ. Γ. σε συνδυασμό με τα άρθρ. 122§1, 123, 126§1α&δ, 128§4, 230§2, 498§§2&3, 568§4 ΚΠολΔ). Όμως τόσο η πρώτη όσο και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να συζητηθεί η υπόθεση ανάμεσα σ’ αυτούς και στους δυο πρώτους των αναιρεσειόντων σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Αντίθετα η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να ματαιωθεί ανάμεσα στους ίδιους και στους τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επίσης δεν παρέστησαν στη συζήτησή της, όπως άλλωστε και ο τρίτος αναιρεσείων. Κατά τα λοιπά η υπόθεση συζητείται με παρόντες τους δυο πρώτους των αναιρεσειόντων και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ απαράδεκτη πρέπει να κηρυχθεί η κλήση και κατ’ επέκταση η συζήτηση της υπόθεσης ανάμεσα σ’ αυτή και στους τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων, αφού ο δικηγόρος Γ.

Σ. δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ενήργησε έχοντας την αναγκαία πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη της κλήσης για λογαριασμό και των αναιρεσειόντων αυτών, αλλά και για τη δοθείσα από τον ίδιο παραγγελία προς επίδοσή της. 2. Το άρθρ. 389 του ΑΚ ορίζει ότι στη σύμβαση μπορεί κάποιος να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης, οπότε με την υπαναχώρηση επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω το άρθρ. 399 του ΑΚ ορίζει ότι αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα έκπτωσης), θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης. Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βούλησης των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα (ΑΠ 696/1982? 1484/2009) και μπορεί έτσι να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του οφειλέτη, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρ. 397 του ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής έκπτωσης) και θα επέρχεται είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχώρησης του δανειστή από τη σύμβαση ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης του οφειλέτη από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρ. 399 του ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης του δανειστή από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 1649/1983? 938/2005).

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου κάθε φορά δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε στις 31.3.1988, στην Κέρκυρα, μεταξύ της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσίβλητης), ως εργολήπτριας εταιρείας και του δικαιοπαρόχου των λοιπών δυο εναγομένων Σ.

Γ., ανέλαβε η πρώτη την υποχρέωση με το σύστημα της αντιπαροχής α) να αναπαλαιώσει και διαρρυθμίσει τους εσωτερικούς χώρους μιας διατηρητέας τριώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην πόλη της Κέρκυρας, στη διασταύρωση των οδών ... και β) να κατασκευάσει σε όμορο οικόπεδο του ίδιου ιδιοκτήτη διώροφη οικοδομή, μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ο δε οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, στην πρώτη εναγομένη ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε, τα αναφερόμενα στην εργολαβική σύμβαση ποσοστά συγκυριότητας επί των οικοπέδων μαζί με τις αντιστοιχούσες σ’ αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες, τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.

Στο ίδιο εργολαβικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε ακόμη ότι η αποπεράτωση του κάθε σταδίου εργασιών θα αποδεικνύεται μετά από σχετική βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρ. 6) και ότι η εργολήπτρια εταιρεία θα δικαιούται να προσυμφωνεί την πώληση προς τρίτους οριζόντιων ιδιοκτησιών εκ του εργολαβικού ανταλλάγματος, όμως από την κατάρτιση των σχετικών προσυμφώνων δεν θα γεννάται ευθύνη για τον οικοπεδούχο (άρθρ. 8).

Με βάση το δικαίωμα αυτό η πρώτη εναγομένη προσυμφώνησε, κατά τα έτη 1988-1990, με τους ενάγοντες (εκ των οποίων ο πρώτος, η δεύτερη, ο πέμπτος, ο έκτος, ο έβδομος και η όγδοη είναι οι ήδη αναιρεσείοντες), να τους πωλήσει τα αναφερόμενα στην αγωγή γραφεία και διαμέρισμα και συντάχθηκαν τα σχετικά προς τούτο επτά συμβολαιογραφικά προσύμφωνα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ίδιο εργολαβικό συμβόλαιο ο οικοπεδούχος είχε επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο την εργολάβο, αν αυτή καθυστερούσε την αποπεράτωση του έργου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών από την ορισμένη για την εκτέλεση του έργου προθεσμία των 24 μηνών.

Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, ο οικοπεδούχος είχε το δικαίωμα να κοινοποιήσει στην εργολήπτρια εταιρεία εξώδικη δήλωση, με την οποία θα της δήλωνε ότι την κηρύσσει έκπτωτη, η δε τελευταία, αν μέσα σε ένα μήνα δεν εισήγαγε την υπόθεση στην προβλεπόμενη στο εργολαβικό συμβόλαιο διαιτησία..., θα εθεωρείτο, χωρίς άλλη περαιτέρω διαδικασία, έκπτωτη (άρθρ. 9).

Παρ’ όλα αυτά η πρώτη εναγομένη κατέστη υπερήμερη και από τις αρχές του 1991 εγκατέλειψε το έργο ημιτελές. Για το λόγο αυτό οι άλλοι δυο εναγόμενοι (η δεύτερη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος εντωμεταξύ αρχικού οικοπεδούχου και ο τρίτος ως κηδεμόνας της σχολάζουσας, κατά ένα μέρος, κληρονομίας του), με την από 19.6.1992 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 14.7.1992, την κήρυξαν έκπτωτη, όπως είχαν δικαίωμα από τη σύμβαση, επικαλούμενοι την υπαιτιότητα της τελευταίας, δηλαδή την εγκατάλειψη του έργου...

Η εργολήπτρια εταιρεία δεν άσκησε το δικαίωμά της να προσφύγει στη διαιτησία και συνεπώς επήλθαν τα αποτελέσματα της υπαναχώρησης, δηλαδή η κατάργηση της όλης μεταξύ τους ενοχικής σχέσης αναδρομικά, με συνέπεια να αποσβεστούν οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των συμβαλλομένων, που γενεσιουργό λόγο είχαν τη σύμβαση έργου, δηλαδή το δικαίωμα της εργολήπτριας εταιρείας να λάβει την αμοιβή της και ειδικότερα το εργολαβικό της αντάλλαγμα που αντιστοιχούσε στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα λάμβανε, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτές που είχε προσυμφωνήσει προς πώληση στους ενάγοντες...

Είναι αλήθεια, τέλος, ότι οι μετέπειτα οικοπεδούχοι, ασκώντας το πιο πάνω δικαίωμά τους, ονόμασαν την εξώδικη δήλωσή τους "καταγγελία συμβάσεως έργου", την οποία, μάλιστα περιέλαβαν και στον τίτλο της εξώδικης δήλωσής τους, πράγμα το οποίο σημαίνει κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, καταγγελία του άρθρ. 700 ΑΚ, η οποία, όμως, παραπέμπει σε κατάργηση της εργολαβικής σύμβασης μόνο για το μέλλον, με όλες τις σχετικές συνέπειες, κατά νόμο, δηλαδή σε μη απόσβεση των γεννημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, εφαρμόζοντας τα ερμηνευτικά κριτήρια των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή όχι προσήλωση στις λέξεις και προσφυγή στις επιταγές της καλής πίστης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι οικοπεδούχοι με την πιο πάνω δήλωσή τους άσκησαν το δικαίωμά τους που προβλέπεται στο άρθρ. 9 του εργολαβικής σύμβασης, για την περίπτωση καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου.

Αυτό επιβεβαιώνεται και επισημαίνεται ιδιαίτερα στο κείμενο της εξώδικης δήλωσης, στο οποίο οι οικοπεδούχοι αφενός μεν επικαλούνται ακριβώς τις μεγάλες καθυστερήσεις της εργολήπτριας εταιρείας (που έφθασαν μέχρι την εγκατάλειψη του έργου) και την αδυναμία συνεπώς της ακριβόχρονης παράδοσής του..., αφετέρου δε ρητά δηλώνουν ότι "κηρύσσουν έκπτωτη" την αντισυμβαλλόμενη εργολήπτρια εταιρεία.

Συνεπώς, η πιο πάνω ορολογική αντίφαση, η οποία υπάρχει και στο διατακτικό της εξώδικης δήλωσης, όπου χρησιμοποιούνται και οι δυο όροι, δηλαδή καταγγέλλουμε τη σύμβαση και σας κηρύσσουμε έκπτωτη, είναι καθαρά ρηματική και θα πρέπει να αρθεί με την αποδοχή της βούλησης των δηλούντων για έκπτωση της εργολήπτριας εταιρείας και απόσβεση των δικαιωμάτων της.

Δηλαδή η βούληση των δηλούντων ήταν βούληση υπαναχώρησης, παρά το γεγονός ότι γίνεται στη δήλωση ρηματική χρήση της λέξης καταγγελία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την υπ’ αριθ. 53/2007 προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης (πρώτης αναιρεσίβλητης), την από 30.7.2001 έφεση των εκκαλούντων και επικύρωσε την υπ’ αριθ. 107/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε προηγουμένως απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 14.4.1998 αγωγή τους κατά των εφεσιβλήτων, με την οποία αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι με συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, που κατάρτισαν με την πρώτη εναγομένη ως εργολήπτρια εταιρεία, προσυμφώνησαν την αγορά από αυτή οριζόντιων ιδιοκτησιών σε κτίρια που ύστερα από συμφωνία της με τον αρχικό ιδιοκτήτη και οικοπεδούχο Σ.

Γ. ανέλαβε να ανακαινίσει ή να κατασκευάσει και οι οποίες κατά τη μεταξύ τους συμφωνία θα περιέρχονταν ως εργολαβικό αντάλλαγμα σ’ αυτή ή σε τρίτους που η ίδια θα υποδείκνυε, ζήτησαν, ασκώντας αφενός μεν ευθέως τις αξιώσεις τους κατά της πρώτης εναγομένης από τα μεταξύ τους προσύμφωνα συμβόλαια, αφετέρου δε πλαγιαστικά τις αξιώσεις της πρώτης εναγομένης από την εργολαβική σύμβαση κατά των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι μετά το θάνατο του Σ.

Γ. υπεισήλθαν στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του και ειδικότερα η δεύτερη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του, ο δε τρίτος ως κηδεμόνας της σχολάζουσας κατά ένα μέρος κληρονομίας του, να καταδικασθούν σε δήλωση βουλήσεως, με την οποία η μεν δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων θα μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στην πρώτη εναγομένη, ως οφειλόμενο σ’ αυτή εργολαβικό αντάλλαγμα, τις προσυμφωνημένες να πωληθούν στους ενάγοντες οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα αντίστοιχα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του εδάφους, αυτή δε θα αποδεχθεί τη σχετική δήλωση των ως άνω εναγομένων και περαιτέρω, σε εκτέλεση των προσυμφώνων, θα μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και θα παραδώσει στους ενάγοντες τη νομή των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τα ερμηνευτικά κριτήρια των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ και έτσι παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων αυτών, με το να δεχθεί ότι η από 19.6.1992 εξώδικη δήλωση της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων, με την οποία κήρυξαν έκπτωτη την πρώτη εναγομένη από την ολοκλήρωση του έργου που είχε αυτή συμφωνήσει με τον Σ.

Γ. να εκτελέσει, επειδή, όπως ισχυρίστηκαν, υπαίτια εγκατέλειψε ημιτελές το έργο αυτό, αποτελεί δήθεν υπαναχώρηση με αναδρομική ενέργεια από την εργολαβική της σύμβαση, ενώ εφαρμόζοντας ορθά τα ως άνω ερμηνευτικά κριτήρια θα έπρεπε να δεχθεί ότι αποτελεί καταγγελία της σύμβασης αυτής μόνο για το μέλλον και επομένως οι παραπάνω εναγόμενοι, από τους οποίους η δεύτερη αποβίωσε κατά την εκκρεμοδικία της υπόθεσης στο Εφετείο και στη δικονομική θέση της υπεισήλθε ως κληρονόμος της η δεύτερη ήδη των αναιρεσιβλήτων, υποχρεούνται εξακολουθητικά να μεταβιβάσουν στην πρώτη των εναγομένων τις προσυμφωνημένες να αγοραστούν από τους ήδη αναιρεσείοντες οριζόντιες ιδιοκτησίες, αφού αυτοί μεν έχουν εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις τους από τα προσύμφωνα, η δε πρώτη εναγομένη είχε μέχρι την έκπτωσή της από το έργο ολοκληρώσει το κατασκευαστικό εκείνο στάδιο του έργου, που κατά την εργολαβική σύμβαση υποχρεώνει τους λοιπούς εναγομένους να μεταβιβάσουν προς αυτή ή και προς τους ίδιους τους αναιρεσείοντες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αφορούν τα προσύμφωνά τους.

Εξ άλλου με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατά προσήκουσα εκτίμηση, ότι σε κάθε περίπτωση παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, αφού με ελλιπείς ή και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ως υπαναχώρηση και όχι ως καταγγελία την από 19.6.1992 εξώδικη δήλωση της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων.

Ειδικότερα ως πρόσφορα επιχειρήματα υπέρ της άποψης ότι η κήρυξη έκπτωτης της πρώτης εναγομένης λειτουργεί ως καταγγελία της εργολαβικής της σύμβασης επικαλούνται οι ήδη αναιρεσείοντες το γεγονός ότι η ως άνω εξώδικη δήλωση επιγράφεται η ίδια ως καταγγελία και περαιτέρω επισημαίνουν ότι ο χαρακτήρας της δήλωσης αυτής ως καταγγελίας επιβεβαιώνεται από το ότι διατηρήθηκε σε ισχύ το άρθρ. 10 της εργολαβικής σύμβασης, με βάση το οποίο οφείλονται εξακολουθητικά οι συμφωνημένες για την περίπτωση έκπτωσης της εργολήπτριας εταιρείας ποινικές ρήτρες και παραμένουν ισχυρές όσες μεταβιβάσεις οριζόντιων ιδιοκτησιών έγιναν μέχρι τότε προς τρίτους με οριστικά συμβόλαια, σε συνδυασμό και με το ότι το άρθρ. 8 της ίδιας σύμβασης προβλέπει ότι παραμένει η ευθύνη του οικοπεδούχου και υποχρεούται αυτός να μεταβιβάσει οριστικά στην εργολήπτρια εταιρεία ή στους υποδεικνυόμενους από αυτή τρίτους τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αποτελούν το εργολαβικό της αντάλλαγμα, εφόσον αυτή εκτέλεσε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το μέρος του έργου που κατά την εργολαβική σύμβαση επιβάλλει τη μεταβίβαση αυτή, δηλαδή πρόκειται για γεγονότα και συμβατικούς όρους ασύμβατους, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, με τη λειτουργική έννοια της υπαναχώρησης, αφού αυτή αποσβένει αναδρομικά όλες τις απορρέουσες από την αντίστοιχη σύμβαση υποχρεώσεις.

Ωστόσο τα παραπάνω επιχειρήματα είναι στο σύνολό τους αδόκιμα, αφού μόνος ο χαρακτηρισμός από τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων της από 19.6.1992 εξώδικης δήλωσής τους ως καταγγελίας δεν αρκεί για να είναι πράγματι αυτή καταγγελία, αφού η πραγματική φύση της ως άνω δήλωσής τους είναι ασαφής και έχρηζε ερμηνείας, όπως πειστικά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ όσα σχετικά με τα άρθρ. 8 και 10 της εργολαβικής σύμβασης αναπτύσσονται από τους αναιρεσείοντες, δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ανεξάρτητα από τη διαπίστωση αυτή, η καταβολή ποινικής ρήτρας αποτελεί κατά τα άρθρ. 398 και 400 του ΑΚ επιτρεπτή συμφωνία για την περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ενώ δυνατή είναι και η υπαναχώρηση από το ανεκτέλεστο μόνο μέρος της σύμβασης, οπότε διατηρούνται σε ισχύ και δεν ανατρέπονται αναδρομικά οι μέχρι τότε παροχές των μερών (ΑΠ 1788/2013).

Συνεπώς ερμηνεύοντας το Εφετείο την από 19.6.1992 εξώδικη δήλωση της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων ως υπαναχώρηση από το ανεκτέλεστο εννοείται μέρος της εργολαβικής σύμβασης και όχι ως καταγγελία αυτής, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, αλλά ορθά εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες τόσο των άρθρ. 173 και 200 όσο και του άρθρ. 399 του ΑΚ, δεχόμενο ειδικότερα ότι πρέπει να θεωρηθεί ως (μερική) υπαναχώρηση από τη σύμβαση η κήρυξη με την παραπάνω δήλωση έκπτωτης της πρώτης εναγομένης από την ολοκλήρωση του συμφωνημένου έργου, η οποία, όπως στη δήλωση αυτή αναφέρεται, οφείλεται στις πολλές από μέρους της καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και τελικώς στην εγκατάλειψή του ημιτελούς.

Συνακόλουθα ως αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν τόσο ο πρώτος από τον αριθμό 19 όσο και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 3. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά την έννοια αυτή παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρ. 520, 522, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή είναι οψιγενείς, είτε συντρέχει άλλος λόγος που δικαιολογεί κατά το άρθρ. 269§2 ΚΠολΔ τη βραδεία προβολή τους, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν στην τακτική διαδικασία μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτες.

Αντίθετα, αν πρόκειται για ενστάσεις ή αντενστάσεις που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση ακολούθως της υπόθεσης από το Εφετείο, παραδεκτά προτείνονται στην περίπτωση αυτή το πρώτο από τον εκκαλούντα και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του οι ενστάσεις ειδικότερα εκείνες ή οι αντενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρέθεσε στις αιτιολογίες της μέρος μόνον από το άρθρ. 8 της εργολαβικής σύμβασης της πρώτης εναγομένης, η οποία περιέχεται στο υπ’ αριθ. .../1988 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βενετσιάνου και κατ’ αυτή την έννοια παραμόρφωσε ως προς το άρθρο αυτό το περιεχόμενο της εργολαβικής της σύμβασης αναφορικά με κρίσιμο όρο της.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναφέρεται ως περιεχόμενο του παραπάνω άρθρου ότι "η εργολήπτρια εταιρεία θα δικαιούται να προσυμφωνεί την πώληση προς τρίτους οριζόντιων ιδιοκτησιών εκ του εργολαβικού ανταλλάγματος, όμως από την κατάρτιση των σχετικών προσυμφώνων δεν θα γεννάται ευθύνη για τον οικοπεδούχο", μολονότι στο ίδιο άρθρο διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι αυτός, δηλαδή ο οικοπεδούχος, "υποχρεούται να μεταβιβάσει στον προσυμφωνούντα αγοραστή το αναλογούν στην αγοραζόμενη οριζόντια ιδιοκτησία ποσοστό οικοπέδου μόνον όταν η εργολάβος εταιρεία εκπληρώσει το αντίστοιχο τμήμα των εργασιών των οικοδομών", πράγμα που σημαίνει, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι υπάρχει απέναντι σ’ αυτούς, που προσυμφώνησαν με την πρώτη εναγομένη την αγορά οριζόντιων ιδιοκτησιών από το εργολαβικό της αντάλλαγμα, ευθύνη του οικοπεδούχου, ακόμη και αν αυτός δεν συνέπραξε στην κατάρτιση των προσυμφώνων, εφόσον η εργολήπτρια εταιρεία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είχε μέχρι την έκπτωσή της από τη σύμβαση εκτελέσει εκείνο το μέρος του έργου που κατά τη σύμβαση υποχρέωνε τον οικοπεδούχο και ήδη τους διαδόχους του να μεταβιβάσουν προς αυτή ή και προς τους ίδιους τους αναιρεσείοντες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αφορούν τα προσύμφωνά τους.

Με όσα αμέσως παραπάνω υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται στην ουσία με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι η έκπτωση της πρώτης εναγομένης από την εργολαβική της σύμβαση δεν θίγει, κατά το νόημα του άρθρ. 8 της σύμβασης αυτής, την υποχρέωση των λοιπών εναγομένων να της μεταβιβάσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αφορούν τα προσύμφωνά τους, δηλαδή των αναιρεσειόντων, εφόσον αυτή, όπως στην περίπτωσή τους, είχε προηγουμένως εκτελέσει μέρος του έργου που δικαιολογεί τη σχετική μεταβίβαση.

Προβάλλεται έτσι ισχυρισμός ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης της εργολήπτριας εταιρείας από τα συμβατικά της δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρ. 399 του ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων από το ανεκτέλεστο, έστω, μέρος της εργολαβικής σύμβασης.

Τον ισχυρισμό αυτό οι αναιρεσείοντες ναι μεν καθ’ υποφορά, όπως έγινε δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, διέλαβαν στο αγωγικό τους δικόγραφο, δεν τον επανέφεραν, όμως, στο Εφετείο με λόγο της ένδικης έφεσής τους, όπως όφειλαν κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου που επιχειρείται να στηριχθεί στον ισχυρισμό αυτό, είναι κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ απαράδεκτος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ ο πρώτος και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους μόνον κρίθηκε παραδεκτή η συζήτηση της αίτησης αυτής, πρέπει, ως ηττηθέντες διάδικοι, να καταδικαστούν κατά τα άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που παρέστη στη δίκη και υπέβαλε σχετικό νόμιμο αίτημα, όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη μεταξύ του τέταρτου, του πέμπτου και της έκτης των αναιρεσειόντων και της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων τη συζήτηση της από 28.12.2009 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 53/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Κηρύσσει ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων απαράδεκτη την από 8.1.2015 κλήση των ως άνω αναιρεσειόντων προς συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2016, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ