Legislator Case Law & Legislation
288/2015 AI generated

288/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 288/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την 18-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2581/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

288/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. (Α) Με το άρθ.1 περ.γ' ν.628/1977 ορίσθηκε ότι το "Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιριών Πετρελαιοειδών" (ΤΕΑΠΕΠ, ιδρυθέν με το ΚΝ της 31-12-1043) θεωρείται νόμιμα συνεστημένο ΝΠΔΔ από την ίδρυσή του, με την έννοια ότι αυτό θεωρείται ως εγκύρως υπάρχον και λειτουργούν από την σύστασή του (ΣτΕ 1431/1983). Με το άρθ.58§§1 και 2 ν.3655/2008 συστήθηκε το αρχικά εναγόμενο ν.π.δ.δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 288 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και ως καθολικού διαδόχου του πρώην Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (Τ.Ε.Α.Ι.Τ.)" το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πυργάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Άννας Κουνιάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την 18-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2581/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Με το άρθ.1 περ.γ' ν.628/1977 ορίσθηκε ότι το "Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εταιριών Πετρελαιοειδών" (ΤΕΑΠΕΠ, ιδρυθέν με το ΚΝ της 31-12-1043) θεωρείται νόμιμα συνεστημένο ΝΠΔΔ από την ίδρυσή του, με την έννοια ότι αυτό θεωρείται ως εγκύρως υπάρχον και λειτουργούν από την σύστασή του (ΣτΕ 1431/1983). Με το άρθ.58§§1 και 2 ν.3655/2008 συστήθηκε το αρχικά εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΕΑΙΤ), τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας", με έναρξη λειτουργίας του από 1-10-2008, σε αυτό δε (ως καθολικό διάδοχο, άρθ.69 του νόμου αυτού) εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, ως Τομέας με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια και το ως άνω ΤΕΑΠΕΠ και μεταφέρθηκαν, σύμφωνα με το άρθ.67§1 του ίδιου νόμου, με την εργασιακή σχέση και την οργανική θέση που κατείχαν το προσωπικό που υπηρετούσε κατά τον χρόνο της ως άνω ένταξης στο ΤΕΑΠΕΠ, καθώς και οι νομικοί σύμβουλοι και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή.

Τέλος, με το άρθ.35§1 ν.4052/2012 συστήθηκε το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (ΕΤΕΑ), με έναρξη λειτουργίας του την 1-7-2012, στο οποίο εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθ.36§1 του ίδιου νόμου, και το ως άνω ΤΕΑΙΤ, και το οποίο (ΕΤΕΑ) αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού (ΤΕΑΙΤ), συνεχίζοντας, χωρίς διακοπή, τις εκκρεμείς δίκες του (άρθ.45§8 και 48§5 του ως άνω νόμου) (Β) Με το άρθρο 1 ν. 1098|1980 προστέθηκε στον κυρωθέντα με το νδ. 3024/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων άρθρο με τον αριθμό 63 Α, στην παρ. 6 του οποίου ορίσθηκε: "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ. 1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης άμα τη συμπληρώσει 35έτους συντάξιμης υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των.

Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτω αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του παρόντος Κωδικός αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Με το άρθρο 16 ν. 1366|1983 αντικαταστάθηκε ολόκληρο το άρθρο 63 Α του ως άνω Κώδικα και στην παρ. 5 αυτού ορίσθηκε: "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί, στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/ 1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβαση τους λύνεται υποχρεωτικά αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπομένη κατά την αποχώρηση τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την προβλεπομένη από την παρ. 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Κατά την τελευταία αυτήν διάταξη του άρθ. 94 §1 του ως άνω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 10§1 νδ. 3790/1957 "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) διά καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως β) διά πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) διά πτωχεύσεως του εντολέως δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν περιοδικήν αμοιβήν....στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι' έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ' ανώτατον όριον.

Διά τον υπολογισμόν της παγίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπόψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ` υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως διά καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι : 1) Η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους κατά την παρ. 1 του αρθ. 63 Α του ως άνω Κώδικα εντολείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εχούσης τον χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα τους 2) Ειδικότερα, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 94§Ι του Κώδικα περί Δικηγόρων, για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, είτε αυτή οφείλεται λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής από τον εντολέα του δικηγόρου είτε λόγω παραίτησης και αποχώρησης για την αιτία αυτή του δικηγόρου, λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.

Ως τακτικές αποδοχές κατά τα άρθρα 648 επ. ΑΚ θεωρούνται ο μισθός (πάγια μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Αλλά και η οικειοθελής εκ μέρους του εργοδότη παροχή, η παροχή δηλ. εκτός του μισθού ιδιαίτερης αμοιβής στην οποία προβαίνει σύμφωνα με τα άρθρα 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της Διεθνούς Σύμβασης 95 /1949 που κυρώθηκε με το ν. 3248|1955 και 119§2 της ΣυνθΕΟΚ, που επαναλαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί ν' απολήξει σε σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή της, με την έννοια του μισθού, που δεν μπορεί να διακοπεί ελεύθερα από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός προέβη από την αρχή σε σχετική ρητή επιφύλαξη να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή ή αν η παροχή αυτή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας ή προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης που έπαυσαν να υπάρχουν ή να εξυπηρετούνται από τον μισθωτό, ο δε κατά τον τρόπο αυτόν προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό και της οικειοθελούς παροχής) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατ' άρθρο 94§1 του Κώδικα περί Δικηγόρων ως άνω αποζημίωσης (πρβλ.ΑΠ 2136/2009, 249/2012, για τον υπολογισμό και του πριμ παραγωγικότητας κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης αυτής).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας ως Εφετείο επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο την καταβολή διαφοράς αποζημίωσης λόγω παραίτησής του από την θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή από το αρχικά εναγόμενο ΤΕΑΙΤ (ως καθολικού διαδόχου του ΤΕΑΠΕΠ), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το τώρα αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

ΕΤΕΑ, με την προσβαλλομένη 2581/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την Ν.ΟΙΚ.1072/1984 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων εγκρίθηκε η πρόσληψη του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, δικηγόρου (τότε) στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ως νομικού συμβούλου του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εταιρειών Πετρελαιοειδών (ΤΕΑΠΕΠ) με σχέση έμμισθης εντολής, στην συνέχεια δε την 19-10-1984 με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, διαρκείας ενός έτους, που κατάρτισε με το ως άνω Ταμείο κατέλαβε την κενή οργανική θέση δικηγόρου και ανέλαβε τη Νομική Υπηρεσία του ΤΕΑΠΕΠ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ.9 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού, με έμμισθη εντολή, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων και την προβλεπομένη από το άρθ.2 ν.1093/1980 πάγια μηνιαία αμοιβή, ότι με αποφάσεις του ΔΣ του ΤΕΑΠΕΠ η ως άνω σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος, μετατραπείσα το έτος 1986 σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ο δε ενάγων από την πρόσληψή του (19-10-1984) παρείχε τις υπηρεσίες του στο ΤΕΑΠΕΠ, ότι στην συνέχεια συνεστήθη το (αρχικά) εναγόμενο ΤΕΑΙΤ, ήδη απορροφηθέν από το αναιρεσείον, με έναρξη λειτουργίας την 1-10-2008, στο δε ΤΕΑΙΤ εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και το ΤΕΑΠΕΠ, ότι ο ενάγων από 1-10-2008 μεταφέρθηκε στο ΤΕΑΙΤ (καθολικό διάδοχο του ΤΕΑΠΕΠ) με την ίδια εργασιακή σχέση και οργανική θέση που κατείχε στο ΤΕΑΠΕΠ και από την ημερομηνία αυτή παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο μέχρι την 15-6-2010, όταν υπέβαλε την παραίτησή του ως εμμίσθου δικηγόρου και αποχώρησε από τη νομική υπηρεσία του εναγομένου, γενομένη (παραίτηση) αυθημερόν δεκτή με την 401/2010 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του ΤΕΑΙΤ, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 538/2010, και έτσι λύθηκε αυτοδίκαια η σύμβαση έμμισθης εντολής, που διήρκεσε 25 έτη περίπου, ενώ στην συνέχεια υπέβαλε την παραίτησή του από το δικηγορικό λειτούργημα, η οποία έγινε δεκτή από το ΔΣ του ΔΣΑ και με την ΥΑ 76528/23-7-2010 που κοινοποιήθηκε την 10-8-2010, ότι το εναγόμενο σε εκτέλεση της 699/18-8-2010 απόφασης του ΔΣ αυτού κατέβαλε στον ενάγοντα, λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία, αποζημίωση συνολικού ποσού 63.228,7€, κατά τον υπολογισμό, όμως, της μηνιαίας περιοδικής αμοιβής και εντεύθεν της καταβλητέας αποζημίωσης του ενάγοντος δεν συνυπολόγισε, όπως όφειλε, και το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθ.63§6 ν.3518/2006 σε συνδυασμό με την ΚΥΑ 2/46581/0022/2007 "οικονομικό κίνητρο", ύψους 220€, το οποίο κατεβλήθη στον ενάγοντα συνεχώς και αδιαλείπτως από 1-1-2007 έως 15-6-2010 και το οποίο αποτελούσε ουσιαστικά προσαύξηση του μισθού του, δεδομένου ότι ο ενάγων, λόγω ακριβώς της άσκησης των καθηκόντων ως δικηγόρου, συνέβαλε προσωπικά στην προσπάθεια αύξησης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της υπηρεσίας και επομένως, εφόσον το οικονομικό κίνητρο αποτελούσε ουσιαστικά προσαύξηση του μισθού του, το οποίο κατεβάλλετο συνεχώς και αδιαλείπτως από 1-1-2007 μέχρι και 15-6-2010, το εναγόμενο όφειλε να το υπολογίσει στην πάγια μηνιαία αμοιβή και εντεύθεν καταβληθείσα αποζημίωσή του και κατά συνέπεια όφειλε να καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 70.187,44€ και μετ' αφαίρεση του φόρου καθαρό ποσό 69.168,7€, αντ' αυτού, όμως, κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 63.228,7€ και επομένως ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ανερχομένη σε 5.940€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό.

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.94§1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/154 Κώδικα Δικηγόρων και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ.

και να καταδικασθεί το αναιτεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2014 αίτηση του ν.π.δ.δ. "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (ΕΤΕΑ) για αναίρεση της 2581/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ