Legislator Case Law & Legislation
288/2011 AI generated

288/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 288/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 288 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2011

Legislator headnote

AI generated

288/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 288 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2011

Keywords

AI generated
family-owned business changed financial circumstances peremption in commercial matters transfer of undertaking cessation of business corporate restructuring
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 288 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρόκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Ι. Ε., το γένος Ιωαννίδη, κατοίκου ..., 2. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Κ. και Σια ΟΕ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Α. Ε. του Δ., ως ομόρρυθμου εταίρου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκου ... και 4.Σ. Κ. του Α., ως ομορρύθμου εταίρου της ανωτέρω εταιρίας, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 294/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή του ως και τους από 27 Ιουλίου 2010 προσθέτους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 Ε.Ν, 741 επ. 758, 762, 361, 719 Α.Κ. συνάγεται ότι η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία ο εμφανής εταίρος, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων οτιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφόσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων. Ο αφανής εταίρος, μετά τη λύση της εταιρίας, μπορεί να αξιώσει την καταβολή της αναλογίας του από τα τυχόν υπάρχοντα κέρδη της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 779, 780 παρ. 2 και 3 και 782 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως. Ως κέρδος δε κατά την έννοια του νόμου νοείται το καθαρό κέρδος, δηλαδή το καθαρό προϊόν που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων. Εξάλλου, ως αποκτηθείσα από την εταιρική δραστηριότητα περιουσία νοείται και η υπεραξία της εταιρικής επιχειρήσεως ως συνόλου, που δημιουργείται επιπλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτή επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων και οφείλεται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, σε συνδυασμό προς την επωνυμία ή το σήμα της επιχειρήσεως που έχουν επικρατήσει στην αγορά. Η υπεραξία θεωρείται ότι υφίσταται ανά πάσα στιγμή, η εξ' αυτής ωφέλεια όμως αποκτάται μόνο σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, λόγω πωλήσεως, συγχωνεύσεως, η και λόγω μεταβιβάσεως της εταιρικής μερίδας στους απομένοντες ή σε νέο εταίρο, εφόσον ο τελευταίος εξακολουθεί να ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας την ίδια επωνυμία ή άλλα διακριτικά στοιχεία της εταιρείας. Αντιθέτως δεν υφίσταται υπεραξία στην περίπτωση της λύσεως και παύσεως της δραστηριότητας της εταιρείας. Εξ’ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 3-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, της πρώτης και του δευτέρου των εναγομένων, συνεστήθη αφανής εταιρία, με σκοπό την εκμετάλλευση ατομικής επιχείρησης που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη στην οδό … στα …, το αντικείμενο της οποίας ήταν η συγκρότηση συνεργείων εφαρμογής καταπολεμήσεως εντόμων και τρωκτικών σε κατοικημένους χώρους απολυμάνσεις παντός είδους και πώληση χημικών υλικών και προϊόντα καθώς και ειδών εργαστηριακού εξοπλισμού. Η διάρκεια της εταιρίας αυτής ορίστηκε σε δύο έτη, πλην όμως με μεταγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι 3-7-2000 χωρίς να αλλάξει ο σκοπός της. Τα ποσοστά συμμετοχής καθορίστηκαν με το από 3-7-1996 συμφωνητικό σε 40% για τον ενάγοντα, αφανή εταίρο, 30% για την πρώτη εναγομένη, εμφανή εταίρο, και 30% για το δεύτερο εναγόμενο, επίσης αφανή εταίρο και σύζυγο της πρώτης. Η επιχείρηση των διαδίκων δραστηριοποιούνταν κυρίως στην πώληση παντός είδους χημικών υλικών, ειδών εργαστηρίων, οργάνων ακριβείας κλπ. Πελάτες της επιχείρησης ήταν τα δύο νοσοκομεία και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, καθώς και μεγάλες επιχειρήσεις, όπως η Βιομηχανία Γάλακτος ΔΩΔΩΝΗ, ο Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός ΠΙΝΔΟΣ, οι βιομηχανίες ΕΛΒΙΕΞ, Χ. ΑΒΕΕ κλπ. Η οικονομική της πορεία ήταν πολύ καλή και η κερδοφορία της διαρκώς αναπτυσσόμενη. Συγκεκριμένα, τα καθαρά προ φόρων κέρδη που δήλωνε η εμφανής εταίρος, ανήλθαν το 1998 σε 11.800.000 δρχ, το 1999 σε 31.800.000 δρχ και το πρώτο εξάμηνο του 2000 σε 20.000.000 δρχ. Η εν λόγω αφανής εταιρία λύθηκε τις 3-7-2000 επειδή οι εταίροι δεν συμφώνησαν στη συνέχιση της. Το γεγονός της λύσης της εταιρίας την άνω χρονολογία δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, λόγω δε της λύσεως αυτής ο ενάγων ζήτησε αμέσως το διορισμό εκκαθαριστών. Μετά τη λύση της εταιρίας έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για τη διευθέτηση των απαιτήσεων τους, μάλιστα δε τον ίδιο μήνα οι διάδικοι ανέλαβαν και διένειμαν τα κέρδη του τελευταίου πριν τη λύση εξαμήνου. Οι διαπραγματεύσεις των διαδίκων για τη διευθέτηση των εκ της εταιρίας απαιτήσεων τους ναυάγησαν όταν τέθηκε από τον ενάγοντα και ζήτημα απόληψης της υπεραξίας της επιχείρησης, την οποία θα συνέχιζε να εκμεταλλεύεται, ως ατομική πλέον επιχείρηση, η πρώτη εναγομένη. Λίγο χρόνο μετά τη λύση της εταιρίας και αφού δεν απέδωσαν οι συζητήσεις μεταξύ των εταίρων, συγκεκριμένα δε τις 21-7-2000, ο ενάγων προχώρησε σε ανάληψη από κοινό μεταξύ των συνεταίρων λογαριασμό, που ετηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 12.500.000 δρχ. που αντιστοιχούσε το 40% του ποσού του υπήρχε το χρόνο εκείνο στο λογαριασμό, θεωρώντας ότι το ποσό του ανήκει κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία. Το ποσό αυτό αποτελεί αντικείμενο της ανταγωγής. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά τη λύση της αφανούς εταιρίας στις 3-7-2000 η πρώτη εναγομένη, μέχρι τότε εμφανής εταίρος, συνέχισε να λειτουργεί και εκμεταλλεύεται την επιχείρηση, ατομικά πλέον, στο ίδιο κατάστημα με ίδιες δραστηριότητες και την ίδια πελατεία. Τη λειτουργία της επιχείρησης συνέχισε μέχρι τις 28-5-2001, οπότε προέβη σε oριστική διακοπή της. Λίγες όμως ημέρες πριν τη διακοπή, και συγκεκριμένα τις 18-5-2001, η τετάρτη και πέμπτη εναγόμενες, [Α. Ε. και Σ. Κ.], συνέστησαν την Τρίτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Κ. και Σια Ο.Ε." με έδρα την οδό ... στα … και αντικείμενο ίδιο με εκείνο της λυθείσης πλέον αφανούς εταιρίας. Η εταίρος της νεοσυσταθείσης εταιρίας Α. Ε. είναι μητέρα του δευτέρου εναγομένου και πεθερά της πρώτης, ενώ η Σ. Κ. είναι εξαδέλφη των εναγομένων. Η ομόρρυθμη αυτή εταιρία δραστηριοποιείται στο ίδιο αντικείμενο, την πώληση δηλαδή χημικών προϊόντων, υλικών εργαστηρίων και οργάνων ακριβείας, όπως και η λυθείσα εταιρία, με τους ίδιους πελάτες που προαναφέρθηκαν. Από τα ανωτέρω όμως εκτεθέντα περιστατικά ουδόλως αποδείχτηκε ότι η επιχείρηση που ασκούσε η εναγομένη εμφανής εταίρος μεταβιβάστηκε από αυτή στην τρίτη εναγομένη, ομόρρυθμη εταιρία, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων. Τούτο διότι η αφανής αυτή εταιρία είχε πλέον λυθεί τις 3-7-2000, όπως αναφέρθηκε και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, και έκτοτε έπαυσε να υπάρχει, ενώ η ομόρρυθμη εταιρία συστάθηκε τις 18-5-2001, ήτοι δέκα περίπου μήνες μετά την λύση της αφανούς. Επομένως η αγωγή, καθό μέρος με αυτή ο ενάγων ζήτησε να επιδικαστεί σε αυτόν ποσό 50.858.836 δρχ που αντιστοιχεί στο 40% [ποσοστό της συμμετοχής του στην αφανή εταιρία] της υπεραξίας της επιχείρησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με τη λύση της αφανούς εταιρίας και την παύση της δραστηριότητας της υπεραξία δεν υφίσταται. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η πραγματική αξία της εν λόγω εταιρίας κατά τον χρόνο λύσεως αυτής [3-7-2000] ανερχόταν σε 33.911.672 δρχ, ποσό στο οποίο συμφωνούν οι αναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Από το ποσό αυτό ο ενάγων δικαιούται το 40%, ήτοι 13.564,668 δρχ. Από αυτό όμως πρέπει να αφαιρεθεί εκείνο των 12.500.000 δρχ που ανέλαβε ο ίδιος από τον λογαριασμό που ετηρείτο μεταξύ αυτού και των λοιπών των συνεταίρων. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο λογαριασμός αυτός ήταν κοινός κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του νόμου 5368/1932 και συνεπώς ο ενάγων, έχοντας δικαίωμα αναλήψεως από αυτόν, δεν διέπραξε υπεξαίρεση του ποσού που ανέλαβε. Κατόπιν τούτων η απαίτηση του ενάγοντος ανέρχεται σε [13.564.668 δρχ - 12.500.000=] 1.064.668 δρχ, ήτοι 3.124,50 ευρώ. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά ήτοι α] ότι ο ενάγων με την αγωγή ζητούσε μόνο το 40% της υπεραξίας της επιχειρήσεως, [ενώ ζητούσε και εκείνο της πραγματικής αξίας αυτής], και β] ότι επιδίκασε σε αυτόν 51.357 ευρώ, έσφαλε, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες. Γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων τους πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν, ακολούθως δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, [εκτός κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο η εκκαλουμένη απόφαση δεν προσβλήθηκε με έφεση], να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, και η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 47-50 Εμπ. Ν. 741 επ. 719, 479 Α.Κ., να γίνει εν μέρει δεκτή και δη να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό [3.124,50 ευρώ] με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς εναγομένους, όπως επίσης να απορριφθεί και η ανταγωγή ...". Το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την εν μέρει αποδοχή της αγωγής ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και τις διατάξεις των άρθρων 361 και 479 του Α.Κ., περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου. Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δε δεν υπάρχει, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, ούτε ως προς την ανυπαρξία υπεραξίας, λόγω της λύσεως και παύσεως της δραστηριότητας της εν λόγω αφανούς εταιρείας, αφού το εφετείο δέχεται ότι δεν μεταβιβάσθηκε η επιχείρηση στους αναιρεσιβλήτους και επί πλέον, ως εκ περισσού, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων συνέχισε ατομικώς (ιδίω ονόματι) επιχειρηματική δραστηριότητα για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Επίσης ουδεμία ανεπάρκεια υπάρχει ούτε ως προς τον προσδιορισμό της πραγματικής περιουσίας της αφανούς εταιρείας, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αξία αυτή ανέρχεται, μετά συνυπολογισμού του ποσού των 12.500.000 δρχ που ανέλαβε ο αναιρεσείων, σε 33.911.672 δρχ. Κατ' ακολουθίαν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, καθ' όσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το αίτημα της αγωγής περί της σε ολόκληρο ευθύνης των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως αβάσιμο.

ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά συνέπεια ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 πλημμέλεια, διότι προσδιόρισε την πραγματική αξία της αφανούς εταιρείας στο ποσό των 33.911.672 δρχ και όχι στο ποσό των 38.909.866 δρχ, το οποίο ανεφέρετο στις 10/2006 και 6/2006 μεταγενέστερες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Κ. Τ. και Η. Ζ., ως απαράδεκτος, αφού δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της αποδιδόμενης από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ίδιου Κώδικα πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ` εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τ` αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτή συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των Κ. Τ. και Η. Ζ., ως προς την πραγματική αξία της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης αφανούς εταιρείας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι από 27.7.2010 πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.3.2009 αίτηση, ως και τους από 27.7.2010 προσθέτους λόγους, του Ι. Σ., για αναίρεση της 294/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ