Supreme Court dismisses appeal against labor compensation verdict due to insufficient grounds for review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurance company's appeal against the lower court's award of compensation for lost earnings and disability. The appellant argued the verdict lacked legal basis for excluding insurance contributions from income calculations and applied incorrect disability percentages. The court ruled that the lower court's findings were based on valid expert opinions and constituted a review of evidence rather than a legal error warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal basis is inadmissible when the lower court's decision relies on the evaluation of evidence and the reasoning is sufficient to justify the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 288 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εν Αθήναις εδρευούσης Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων υπό την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θαλή Πολυχρονάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψωμά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 189/2005 προδικαστική και 98/2007 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2007 αίτησή της και τους από 15/7/2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 11/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 98/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:
Στις 5-10-2000 και περί ώρα 17.40 περίπου, ο Α, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κύκλ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που είχε μισθώσει από την ιδιοκτήτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΒΑΤΕΚ Α.Ε. που εδρεύει στην ...... και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προξενούμενες ζημίες στην εναγόμενη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.", ακολουθούσε την οδό ......
στην ......, με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση, κινούμενος στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του με κανονική ταχύτητα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων-εκκαλών Ψ, οδηγώντας το υπ' αρίθμ. κυκλ. ...... δίκυκλο μοτοποδήλατο, ακολουθούσε ομόρροπη με το προηγούμενο όχημα πορεία, κινούμενος πίσω από αυτό, στην αριστερή πλευρά του οδοστρώματος, με κανονική ταχύτητα, χωρίς να τηρεί, όμως, απόσταση ασφαλείας.
Όταν ο Α έφτασε στην συμβολή με ανώνυμη οδό, που βρίσκεται στο ύψος του γηπέδου ......, πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην τελευταία αυτή ανώνυμη οδό, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα εμπόδιζε τους λοιπούς χρήστες της οδού και να τους προειδοποιήσει για την πρόθεση του, είτε ανάβοντας το αριστερό φλας είτε εκτείνοντας το χέρι του προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του μοτοποδηλάτου του ενάγοντος και αυτό, παρά το φρενάρισμα του τελευταίου και τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό του, να επιπέσει στην πίσω πλευρά του αυτοκινήτου του Α.
Με τα δεδομένα αυτά, η σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα (κοινή) υπαιτιότητα και των δύο οδηγών δηλ. τόσο του ενάγοντος-εκκαλούντος όσο και του Α. Ειδικότερα από έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί κατά τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας, ο τελευταίος δεν κατηύθυνε, νωρίτερα και από αρκετή απόσταση, το αυτοκίνητό του προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και από εκεί να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την αριστερή στροφή, όπως είχε σχετική υποχρέωση και δυνατότητα και δεν προειδοποίησε για την πρόθεση του να στρίψει ανάβοντας φλας ή εκτείνοντας το χέρι του προς τα αριστερά, ώστε να προσέξουν οι λοιποί χρήστες της οδού και να ανακόψουν ταχύτητα ή να κινηθούν δεξιότερα, και ο ενάγων Ψ, διότι δεν τηρούσε την απόσταση ασφαλείας, που θα του επέτρεπε να αποφύγει την σύγκρουση και δεν εκινείτο στα, δεξιά του οδοστρώματος, όπως είχε σχετική υποχρέωση (άρθ. 16 παρ. 2 ΚΟΚ), ώστε να μην του αποκλείσει την πορεία, το προπορευόμενό του όχημα, όταν έστριψε απότομα αριστερά.
Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, ήτοι τόσο του ενάγοντος - εκκαλούντος - ήδη αναιρεσιβλήτου, όσο και του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, κατά ποσοστό 30% και 70% αντίστοιχα, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δεν εστέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά την επικαλούμενη με το αναιρετήριο έλλειψη της απόφασης σχετικά με το μη ακριβή προσδιορισμό της απόστασης ασφαλείας την οποία όφειλε να τηρήσει ο νυν αναιρεσίβλητος οδηγός του αυτοκινήτου αυτή προβάλλεται απαραδέκτως, καθόσον αφορά τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του αντιδίκου της αναιρεσείουσας, αφορά δηλαδή κεφάλαιο, στο οποίο η αναιρεσείουσα είναι νικήσασα διάδικος και κατά συνέπεια, δεν έχει έννομο συμφέρον, για να το προσβάλλει.
Επίσης, σχετικά με την αιτίαση για τον μη ακριβή προσδιορισμό της συγκεκριμένης ταχύτητας, με την οποία κινούνταν τα δύο εμπλακέντα στο ένδικο ατύχημα οχήματα αυτή είναι επίσης απαράδεκτη, καθόσον μεν αφορά το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, διότι στον οδηγό αυτού δεν αποδίδεται πταίσμα σχετικό με υπερβολική ταχύτητα του οχήματός του, καθόσον δε αφορά το δίκυκλο μοτοποδήλατο του αναιρεσιβλήτου, διότι ανάγεται στην πληρέστερη ανάλυση του σαφώς εκτιθέμενου πορίσματος, ότι το όχημα αυτό έβαινε με κανονική ταχύτητα.
Για τον ίδιο λόγο, ήτοι διότι αφορά την ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου "... δεν κατηύθυνε νωρίτερα και από αρκετή απόσταση το αυτοκίνητό του προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και από εκεί να πραγματοποιήσει με ασφάλεια την αριστερή στροφή ...", είναι απαράδεκτη και η άλλη προβαλλόμενη έλλειψη αναφορικά με τον προσδιορισμό της απόστασης από την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου όφειλε να κατευθύνει τούτο προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος.
Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και καθόσον αφορά ειδικότερα τις πιο πάνω προβαλλόμενες ελλείψεις απαράδεκτος.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 11 περ. α' (και όχι τους αριθ. 1 και 14, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 6Α της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης καθόσον αυτή είναι άκυρη, εκ του ότι αφενός μεν δεν κλητεύθηκαν για να παραστούν στη διεξαγωγή αυτής (πραγματογνωμοσύνης) οι δικαστικοί πληρεξούσιοι και ο τεχνικός σύμβουλος της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε ο πραγματογνώμων ήταν εξαιρετέος, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, διότι είχε χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο, για την ίδια δίκη, ιατρικές βεβαιώσεις, ως ιδιώτης ιατρός, τόσον πριν από την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης όσο και μετά από αυτήν.
Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά την πρώτη αιτίαση είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 159, 379, 380, 381 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν απαιτείται κλήτευση των διαδίκων ή των τεχνικών συμβούλων τους, κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ώστε η παράλειψη αυτή να επιφέρει ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 770/1987), αφού δεν πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων, κατά την έννοια των άρθ. 382 παρ. 1 και 392 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 715/2006, ΑΠ 99/1992), καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση αλλά και καθόσον αφορά την πρώτη, επιπλέον, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 666 επ.
ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται ανάλογα και στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), με την οποία δικάσθηκε η ένδικη υπόθεση το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθ. 671 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σχετικά με την εξαιτίας του τραυματισμού του, ανικανότητα του αναιρεσιβλήτου, προς άσκηση του επαγγέλματός του και τις εξ αυτής ζημίες του, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: Ο ενάγων εκκαλών υπέστη, από το ατύχημα συντριπτικό κάταγμα δεξιάς στερνοκλειδικής, βαρύ συντριπτικό ενδαρθριστικό κάταγμα άνω άκρου κνήμης και περόνης αριστερά και μεγάλο τραύμα αριστερού γαστροκνημίου.
Σήμερα παρουσιάζει μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού γόνατος, ήτοι επώδυνο περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος, ατροφία τετρακέφαλου, παραμόρφωση και αστάθεια αριστερού γόνατος, ακαμψία και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων της αριστερής ποδοκνημικής, λόγω ρικνώσεως συνέπεια του τραύματος και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του δεξιού ώμου λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας της δεξιάς στερνοκλειδικής αρθρώσεως.
Η δυσλειτουργία αυτή συνίσταται σε χωλότητα και αστάθεια αριστερού κάτω άκρου και αδυναμία δεξιού άνω άκρου, καταστάσεις που πρέπει να θεωρηθούν μόνιμες και διαρκείς. Τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις που θα χρειαστούν στο μέλλον δεν τον καθιστούν τελείως ικανό για το επάγγελμα του σερβιτόρου και την παράδοση κατ' οίκον παραγγελίών.
Η χωλότητα και η αστάθεια του αριστερού κάτω άκρου δυνατόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο μέλλον επί των αρθρώσεων του δεξιού κάτω άκρου και της σπονδυλικής στήλης αυτού. Έτσι ο ενάγων (εκκαλών) κατέστη μερικά ανίκανος - (55%) ανατομικά και επαγγελματικά άνω των 67% εξ αιτίας του τραυματισμού του και δεν δύναται πλέον να ασκήσει την εργασία του, ως σερβιτόρος και την παράδοση κατ' οίκον παραγγελιών, στην ατομική επιχείρηση εστιατορίου που διατηρούσε. ...
Συνεπεία του τραυματισμού του κατά το επίδικο ατύχημα, ο ενάγων πάσχει όπως προαναφέρθηκε από μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού γόνατος, ήτοι επώδυνο περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος. ατροφία τετρακέφαλου, παραμόρφωση και αστάθεια αριστερού γόνατος, σύγκαμψη και επώδινο περιορισμό των κινήσεων της αριστεράς ποδοκνημικής, λόγω ρικνώσεως συνέπεια τραύματος και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του δεξιού ώμου λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας της δεξιάς στερνοκληνικής αρθρώσεως (βλ.
την έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Για το λόγο αυτό, η δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του υποκαταστήματος ...... του Οργανισμού Ασφαλίσεως Ελευθέρων επαγγελμάτων Τ.Ε.Β.Ε., με την υπ' αριθμ. ...... γνωμάτευσή της, έκρινε ότι το ποσοστό της ανατομοφυσιολογικής βλάβης του ανέρχεται σε 55% και γνωμάτευσε ότι, για το χρονικό διάστημα από 14-9-2001 έως 30-9-2002, ήταν ανίκανος προς εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67%.
Με βάσει την ανωτέρω γνωμάτευση το υποκατάστημα ...... του Τ.Ε.Β.Ε. με την υπ' αριθμ. ...... απόφασή του, του χορήγησε σύνταξη αναπηρίας για το ίδιο χρονικό διάστημα, η οποία παρατάθηκε μέχρι 30-9-2003, με την υπ' αριθμ. ...... απόφαση του διευθυντή του. ... Ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 4-4-1981 έως 4-9-2001, διατηρούσε ατομική επιχείρηση εστιατορίου (καφέ μπαρ, πιτσαρία), σε ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία, που βρισκόταν στην οδό ......, στη ......, και ανήκε, κατά κυριότητα, εξ' αδιαιρέτου και κατά ίσα μέρη στη σύζυγό του Β και στον ίδιο.
Η επιχείρηση αυτή λειτουργούσε, κατά τους μήνες Οκτώβριο έως Ιούνιο κάθε έτους, και απασχολείτο σε αυτήν ο ενάγων ως σερβιτόρος και στην παράδοση των κατ' οίκον παραγγελιών, αλλά και η σύζυγός του, η οποία τον βοηθούσε στην παρασκευή των φαγητών. Συνέπεια της ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία μετά το ατύχημα και δεδομένου ότι η επιχείρηση του στηριζόταν στην προσωπική του εργασία, ο ενάγων υποχρεώθηκε να διακόψει τη λειτουργία της στις 4-9-2001. ...
Το Δικαστήριο πιθανολογεί ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιχείρηση του ενάγοντος εκκαλούντος θα εξακολουθούσε να λειτουργεί έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2015 έως ότου ο ενάγων φθάσε! στην ηλικία των 65 ετών, και θα μπορούσε να εργάζετο εάν δεν είχε τραυματισθεί, και κατά τις περιόδους: από 1-10 έως 30-6 έκαστου έτους εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του και η ανικανότητά του προς εργασία και ότι αυτός θα αποκέρδαινε το χρηματικό ποσό των 1.550 ευρώ μηνιαίως, όπως προκύπτεί από τα καθαρά κέρδη που παρουσίασε την περίοδο από 1-1-2001 έως 30-9-2001. ...
Συνεπώς, το σύνολο των αποθεματικών ζημιών του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2015, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 195.300 € (1.550 Χ 9 = 13.950 για κάθε έτος και 13.950 Χ 14 = 195.300 € για το σύνολο των ετών), μετά δε τη μείωσή του, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του (30%), σε 136.710 ευρώ, ήτοι σε 1.085 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επεδίκασε το εν λόγω χρηματικό ποσό, ως αποζημίωση, για την αποθετική ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, εξαιτίας του τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά την επιδικασθείσα αποζημίωση, για την αποθετική ζημία του αναιρεσιβλήτου, διότι δεν διευκρινίζεται, εάν κατά τον προσδιορισμό του απωλεσθέντος εισοδήματος από την εκμετάλλευση της επιχείρησής του εστιατορίου, συνυπολόγισε ή όχι τις ασφαλιστικές εισφορές, που όφειλε να καταβάλει στον ασφαλιστικό του φορέα ΤΕΒΕ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά ορίζεται ότι το προσδιοριζόμενο μηνιαίο και συνολικό καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εισόδημα, που ο αναιρεσίβλητος θα κέρδιζε, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του και η εξ αυτού ανικανότητά του προς εργασία αποτελούν "καθαρά κέρδη", ήτοι κατ' ορθήν από το δικαστήριο εκτίμηση από εννοιολογική άποψη της παραδοχής αυτής, κέρδη χωρίς καμία επιβάρυνση, άρ σ' αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται και οι έναντι του ΤΕΒΕ εισφορές.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, διότι με το να καθορίσει, με βάσει τις παθήσεις του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας του ατυχήματος, που έκρινε ως αποδειχθείσες, το ποσοστό αναπηρίας από επαγγελματική άποψη σε 67%, που τον καθιστά απολύτως ανίκανο προς εργασία, παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους, αν και ήταν εφαρμοστέες αναλογικά, τις μνημονευόμενες διατάξεις της Υ.Α.
Φ-21/2316/7-10-1993 Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως "Κανονισμός εκτίμησης βαθμού αναπηρίας" (ΦΕΚ Β', 819), με βάση τις οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, για τις καθοριζόμενες παρόμοιες παθήσεις (εξαρθρήματα στερνοκληνικής αρθρώσεως, δυσκολία γόνατος από 10ο έως 120ο, δικονδύλια κατάγματα κνήμης και δυσκινησία της ποδοκνημικής και των αρθρώσεως άκρου ποδός) το ποσοστό αναπηρίας ανέρχεται σε 37%.
Δεδομένου, όμως, ότι, όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω, το Εφετείο καθόσον αφορά τον προσδιορισμό του ποσοστού αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου, υιοθέτησε την προσδιοριζόμενη έγγραφη γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του υποκαταστήματος ...... του ΤΕΒΕ και την κατ' εφαρμογή αυτής εκδοθείσα απόφαση για συνταξιοδότησή του, του διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, υπό το πρόσχημα της προσβαλλόμενης πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κι' επομένως είναι απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-72007 αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" για αναίρεση της 98/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ