288/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated288/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 288 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 288/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλούτογλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Π. του Θ., κατοίκου…, 2.Α. χήρας Θ. Π., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25-6-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/1998 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 220/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, 697/2000 και 517/2002 οριστικές του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2003 αίτησή του και τους από 30-10-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να αναιρεθούν οι 697/2000 και 517/2002 αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις α) ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ. Σ. και τις συνημμένες σ'αυτή ταυτόχρονες απόδειξη του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος και βεβαίωση του Ταχυδρομικού Γραφείου (κατ' επιταγή του άρθρου 128 § 4 Κ.Πολ.Δ. λόγω θυροκόλλησης του δικογράφου), β) 9259Γ'/1-11-2005 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή και τις συνημμένες σ'αυτή ταυτόχρονες απόδειξη του αρμόδιου Αστυνομ. Τμήματος και βεβαίωση του Ταχυδρ. Γραφείου, γ) ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου Ε. Α. και δ) ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του ίδιου Πρωτοδικείου Ο. Α., προκύπτει ότι επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης, ορισμού του αρμόδιου προς εκδίκασή της Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορισμού δικασίμου, καθώς και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με την πράξη κατάθεσής τους, επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους νόμιμα και εμπρόθεσμα με πρόσκληση να παραστούν κατά την προσδιοριζομένη δικάσιμο της 7-12-2005. Κατά τη δικάσιμο αυτή οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε υπέβαλαν την κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση περί μη παράστασης, ωστόσο η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Στις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 495 παρ. 1 και 2, 498 παρ. 1 και 532 ΚΠολΔ, ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής: α) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και για την κατάθεσή του συντάσσεται σχετική έκθεση στο ειδικό βιβλίο, της οποίας ο αριθμός και η χρονολογία κατάθεσης σημειώνονται στο εφετήριο και βεβαιώνονται με την υπογραφή του συντάκτη της, β) ότι κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει προσδιορισμό δικασίμου από το δικαστήριο προς το οποίο απευθύνεται το ένδικο μέσο, μετά την κατάθεσή του, αφού προσκομίσει αντίγραφο αυτού και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του τελευταίου και γ) ότι αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης 697/2000 του Εφετείου Ναυπλίου αιτίαση από τον αριθ.14 των άρθρων 559 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά της πρωτόδικης 220/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, για το λόγο ότι δήθεν δεν είχε κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου εκείνου αλλά μόνο στη γραμματεία του Εφετείου. Ωστόσο, από την επισκόπηση του επικυρωμένου αντιγράφου της από 2.2.2000 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε νόμιμα στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, στις 8.2.2000 και για την κατάθεση αυτή είχε συνταχθεί η ταυτόχρονη 42/2000 έκθεση κατάθεσης και στη συνέχεια, αντίγραφο έφεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου στις 24.2.2000, οπότε συντάχθηκε η ταυτόχρονη 170/2000 έκθεση κατάθεσης. Επομένως, το εν λόγω Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 697/2000 απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ώστε πρέπει να γίνουν δεκτοί οι κρινόμενοι λόγοι της αναίρεσης ως παραδεκτοί και βάσιμοι και να αναιρεθεί η πιο πάνω απόφαση.
ΙΙΙ. Από το άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά, συνάγεται ότι αν ένδικο μέσο απορριφθεί ως δικονομικά απαράδεκτο για έλλειψη συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋπόθεσης της άσκησής του, το από την απορριπτική απόφαση δεδικασμένο αποκλείει μόνο την επανάσκηση του ίδιου ένδικου μέσου η οποία ενέχει την έλλειψη της ίδιας συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, όπως προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι, μετά την απόρριψη, με την 697/2000, πρώτη από τις προσβαλλόμενες, απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτης, διότι δήθεν δεν είχε κατατεθεί στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ο αναιρεσείων επανακατέθεσε πλήρες αντίγραφο της ίδιας έφεσης στο Εφετείο (με αριθ.
καταθ. 192/16.3.2001), από το οποίο προέκυπτε ότι είχε προηγηθεί η νόμιμη κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου. Επακολούθησε η έκδοση της δεύτερης αναιρεσιβαλλόμενης 517/2002 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου με την οποίαν απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη και τούτο, όπως δέχθηκε το Εφετείο, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ως επαναφορά της ίδιας έφεσης προς συζήτηση, διότι προσέκρουε στο δεδικασμένο που προέκυπτε από την προηγούμενη (697/2000) απόφασή του.- Ενόψει του ότι δεν έλαβε χώρα επανάσκηση της ίδιας έφεσης, η οποία επανάσκηση να ενέχει την έλλειψη της ίδιας συγκεκριμένης διαδικαστικής προϋπόθεσης, ήτοι τη μη κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκδώσει την εκκαλουμένη, το Εφετείο, απορρίπτοντας κατά τα ανωτέρω την έφεση, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 16 περ.
α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια του ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου. Το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη, κατ' ορθή εκτίμησή της, επικουρικά έκρινε ότι η επαναφορά της ίδιας έφεσης κατά της ίδιας πρωτοβάθμιας απόφασης προς συζήτηση δε εκείνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστούσε την έφεση δεύτερη τέτοια από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας δευτεροβάθμιας απόφασης πράγμα ανεπίτρεπτο κατά το άρθρο 514 Κ.Πολ.Δ.
εξ αυτού δε του λόγου απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Ενόψει του ότι ούτε από τη διάταξη του ως άνω άρθρου 514 ούτε από άλλη διάταξη τέτοια επαναφορά προς συζήτηση δεν προσδίδει στην έφεση το χαρακτήρα δεύτερης τέτοιας, το Εφετείο και ως προς την επικουρική απόρριψη της έφεσης υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
Συνεπώς οι επ' αυτών των πλημμελειών, από τους αριθ. 16 περ. α' και 14 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στηριζόμενοι δεύτερος του κυρίου δικογράφου και τρίτος πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι, να αναιρεθεί και η δεύτερη προσβαλλόμενη 517/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις 697/2000 και 517/2002 αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος και ορίζει αυτά σε χίλια εξακόσα σαράντα (1640) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ