287/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated287/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 15-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 147/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και την απόρριψη των λοιπών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 287 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 287/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2012 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 15-9-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 147/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη των εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων, νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι είκοσι μέτρων πλάτους αυτών προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεως εθνικών οδών, πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε, ότι ως παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου και επομένως και της, ως άνω διάταξης του Ν. 653/1977.
Κατά συνέπεια, το ανωτέρω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι’ αυτή.
Με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, ορίσθηκε, ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (ΑΠ 410/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (υπ’ αριθμ. 147/2012) δέχθηκε τα εξής ως προς το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου: "Περαιτέρω, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσον το ακίνητο του ενάγοντος ωφελήθηκε ή όχι από την κατασκευή του προαναφερθέντος έργου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Το έργο αυτό δεν προσέδωσε στο ακίνητο του ενάγοντος κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχε, διότι κανένα προνόμιο δεν του εξασφάλισε. Αντιθέτως, μετά την απαλλοτρίωση και με την κατασκευή του έργου το ακίνητο του ενάγοντος καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο, διότι δεν έχει πλέον το ελάχιστο εμβαδόν των 2.000 τετραγωνικών μέτρων, ούτε το ελάχιστο βάθος των 40 μέτρων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ανέγερση κτίσματος εντός αυτού.
Τα ανωτέρω προκύπτουν και επιβεβαιώνονται από την από 10-3-2000 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. και την υπ’ αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία επιδικάσθηκε υπέρ του ενάγοντος ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του λόγω της μειώσεως της αξίας του μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου του.
Το Δικαστήριο τούτο με την ως άνω απόφασή του δέχθηκε ότι πριν την απαλλοτρίωση το όλον ακίνητο του ενάγοντος ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με το Ν. 538/1978 περί δομήσεως εκτός σχεδίου, ενόψει του ότι η αρτιότητα των οικοπέδων στην εκτός σχεδίου περιοχή όπου έγινε η απαλλοτρίωση, απαιτεί εμβαδόν τουλάχιστον 2.000 τετραγωνικών μέτρων.
Η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ανταποδείξεως, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο του ενάγοντος ουδέποτε ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν κρίνεται ικανή να ανατρέψει τα όσα παραπάνω έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων ως προς τον ισχυρισμό αυτόν. Άλλη μείωση της αξίας του ακινήτου του ενάγοντος λόγω απώλειας της προσβάσεως στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας και δημιουργίας υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της τελευταίας οδού και του επιδίκου ακινήτου δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το ακίνητο αυτό ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, δεδομένου ότι ο ενάγων, εκτός από την έμμεση ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου, η οποία θα έχει αντίκρισμα τόσον στους περιοίκους της περιοχής, όσον και στους χρήστες της οδού, δεν αποκτά άλλη άμεση ωφέλεια και γι’ αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αποζημίωση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 82/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίσθηκε οριστικώς η τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως σε 190,75 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Επομένως, η αξίωση του ενάγοντος έναντι του εναγομένου διαμορφώνεται σε 142.019,10 ευρώ (744,53 τ.μ. Χ 190,75 ευρώ). Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε τα ίδια και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι’ αυτό ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν".
Μετά από αυτά, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και καταδίκασε αυτό στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθόρισε σε 400 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων περί της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας.
Ειδικότερα εκθέτει, κατά τρόπο σαφή και επαρκή, τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος, ότι δεν υπάρχει τεκμήριο ωφέλειας για την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως ως προς το τμήμα των 744,53 τετραγωνικών μέτρων. Δεν απαιτείτο δε περαιτέρω εξειδίκευση των επιπτώσεων του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως της ιδιοκτησίας του και συνακόλουθα στην αγοραία αξία αυτής και της ενδεχόμενης αυξήσεως της εμπορικής του αξίας λόγω κατασκευής του έργου και της πιθανής εγκαταστάσεως καινούργιων επιχειρήσεων στις παρακείμενες εκτάσεις, αφού διαλαμβάνεται στην απόφαση, ότι, μετά την απαλλοτρίωση και με την κατασκευή του έργου, το ακίνητο του ενάγοντος καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.
Τέλος διαλαμβάνεται στην απόφαση, ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, ότι το ακίνητο αυτό ωφελήθηκε από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και την κήρυξη της απαλλοτριώσεως και ότι ο ενάγων εκτός από την έμμεση ωφέλεια από την εκτέλεση του έργου, όπως οι λοιποί περίοικοι και χρήστες της οδού, δεν αποκτά άλλη άμεση ωφέλεια.
Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι η απαρίθμηση των προαναφερομένων περιπτώσεων είναι ενδεικτική, η πληττόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και πρέπει ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 εδ. α’ του άρθρου 39 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΑΝ 1731/1939 όπως τροποποιήθηκε με το β.δ. της 29/30-4-1953 και τροποποιήθηκε μεταγενέστερα), ο οποίος εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, μετά πενταετία από τον τελεσίδικο προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενομένης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καταθέσεως της προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημιώσεως παραγράφεται η αξίωση του δικαιούχου προς απόληψη αυτής, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου η παραπάνω βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν χωρεί κατά του δικαιώματος για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται (βλ. ήδη και άρθρο 10 Ν.Δ. 797/1971 και Ν. 2882/2001), ότι σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερομένου για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως υπόκειται πλέον στη γενική παραγραφή, η οποία μετά την εισαγωγή του ΑΚ είναι εικοσαετής κατά το άρθρο 249 αυτού ενόψει της διατάξεως του αρ. 18 Εισ.Ν.ΑΚ. (ΑΠ 410/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έκρινε ότι η άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας συνιστά άσκηση δικαιώματος για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση και υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή, ενώ έπρεπε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος να δεχθεί, ότι η αξίωση αυτή και για απόληψη της καθορισθείσης οριστικής αποζημιώσεως, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι τον προέβαλε παραδεκτά και στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά και αβάσιμος, διότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, αφορώσα το δικαίωμά του για καθορισμό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, υπόκειται στην εκ του άρθρου 249 ΑΚ προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή, η οποία, με δεδομένη την κήρυξη της απαλλοτριώσεως το έτος 2001, συμπληρώνεται το έτος 2021.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσίβλητου από τη μη καταβολή της αποζημίωσης στην ουσία, δηλαδή πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες, δηλαδή, των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κώδικα.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, δηλαδή ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης που επιδικάζεται και συγκεκριμένα σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία, για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης, έξοδα.
Αντίθετα, στη δίκη αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 1 και 2 του Ν. 3693/ 1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.
Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 2161/2013).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 176 και 189 του ΚΠολΔ, ήτοι στο ποσό των 400 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, ναι μεν, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και στις υποθέσεις που αφορούν την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ως προς τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, πλην όμως, στην προκείμενη υπόθεση, που με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και υπολογισμού του ποσού της αποζημίωσης, ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης πρέπει να γίνει κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει τη μειωμένη δικαστική δαπάνη σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο, αφού ο σκοπός της πλήρους αποζημίωσης με την αυξημένη δικαστική δαπάνη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, πληρώθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο προσδιορισμού της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος, απορριπτομένων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί μόνο κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού διακρατηθεί, δεδομένου ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω άλλη διευκρίνιση η υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
β’ ΚΠολΔ) και δικασθεί κατά τούτο, καθορισθεί η δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου στο ποσό των 300 ευρώ. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 147/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας μόνο κατά το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρατεί και δικάζει επί της με αρ. καταθ. 150/26-10-2011 εφέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 117/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά το άνω αναιρεθέν μέρος.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου σε βάρος του εκκαλούντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ