Legislator Case Law & Legislation
287/2012 AI generated

287/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 287/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

287/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Keywords

AI generated
marine equipment exploitation of distress pollution from ships damage to electrical installations exposure to danger endangerment by explosives
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 287 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 287/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Παρασκευή συζ. Γεωργίου Τσιούγκου.

Των αναιρεσίβλητων:1. Α. Δ. του Ι. και 2. Α. Δ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γρηγορίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7.11.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 374/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6970/2008 του Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την 2221/2009 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Ιουνίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 5/2003, 30/1995, 3/1991). Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα κρίθηκε από το Εφετείο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου, το οποίο επιλήφθηκε της εκδίκασης της έφεσης κατ'άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ., σχετικά με τη δική του αρμοδιότητα αλλά σε σφάλμα τούτου σχετικά με την αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1629/2007, 468/2003).

Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 41/2010).

Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Στο λιμάνι Ναυτικού Ομίλου Αγίας Μαρίνας στο Πόρτο Ράφτη Μαρκόπουλου Αττικής στις 28-10-1998 και περί ώρα 12.10 μ.μ. εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο ταχύπλοο σκάφος με την επωνυμία "Ν...", κατασκευής πολυεστέρα, μήκους 5,95 μέτρων, με προωστήρα μηχανή έσω-έξω 145 ΗΡ, με αριθμό κινητήρα S/Ν 5286/..., ιδιοκτησίας του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), το οποίο ήταν δεμένο στο παραπάνω λιμάνι.

Η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίστηκε από την επιτροπή πραγματογνωμόνων που ορίστηκε μετά από εντολή του ανακριτικού τμήματος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κρωπίας (βλ. την από 18-111998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη με αριθμό πρωτ. 3078 Φ 702.12/29-10-98 παραγγελία του Ανακριτικού Γραφείου της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κορωπίου Αττικής) στο πρυμναίο τμήμα του ανωτέρω ταχύπλοου και συγκεκριμένα στην περιοχή του μηχανοστασίου του.

Ειδικότερα, στα υπολείμματα της ηλεκτρομηχανολογικής εγκατάστασης του παραπάνω σκάφους, στην περιοχή του κινητήρα του διαπιστώθηκαν σε διάφορα ηλεκτροφόρα καλώδια ίχνη βραχυκυκλωμάτων, τα οποία εξηγούν την έναρξη της πυρκαγιάς είτε στη μόνωση των ηλεκτροφόρων καλωδίων είτε στα κατάλοιπα πετρελαίου που πιθανότατα υπήρχαν είτε σε οποιοδήποτε άλλο καύσιμο υλικό υπήρχε εκεί.

Η πυρκαγιά εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλους τους χώρους του μηχανοστασίου και με τη βοήθεια τον ανέμου, της υψηλής θερμοκρασίας και του πυροθερμικού φορτίου που απελευθερώνονταν από την εξέλιξή της, μεταδόθηκε και σε άλλα τέσσερα σκάφη, τα οποία ήταν και αυτά δεμένα στο ανωτέρω λιμάνι παραπλεύρως αυτού. Εξαιτίας της ανωτέρω πυρκαγιάς καταστράφηκαν ολοσχερώς τόσο το ίδιο το σκάφος "Ν..." όσο και τα σκάφη "Α..." και "Ζ...

ΙΙ". Ακόμη, αποδείχθηκε ότι o εναγόμενος, ιατρός στο επάγγελμα, την παραπάνω μέρα και ώρα βρισκόταν με ένα φίλο του, μηχανικό αυτοκινήτου, εντός του σκάφους του και διενεργούσε εργασίες, χωρίς να έχει λάβει άδεια για αυτές από το λιμεναρχείο, δηλαδή είχε ανοίξει το καπάκι της μπαταρίας, την αποσυνέδεσε, διότι είχε αποφορτιστεί και αφού τη φόρτισε, εκ νέου την τοποθέτησε στη θέση της, την έθεσε σε λειτουργία για 10 περίπου λεπτά και μετά την έσβησε.

Αμέσως μετά εκδηλώθηκε η πυρκαγιά. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω πυρκαγιά εκδηλώθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, ο οποίος επέδειξε αμελή συμπεριφορά τόσο στη συντήρηση και φροντίδα του σκάφους του (φθαρμένη μόνωση των ηλεκτροφόρων καλωδίων, κατάλοιπα καυσίμων επί του σκάφους), όσο και στη διενέργεια εργασιών χωρίς άδεια από το λιμεναρχείο και από πρόσωπο χωρίς τις ειδικές γνώσεις.

Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τυχαίο γεγονός, δεν αποδείχθηκε διόλου. Άλλωστε, ο εναγόμενος, πέρα από την προσπάθειά του να σβήσει τη φωτιά μαζί με όλους τους παρευρισκομένους στο λιμάνι με τον πυροσβεστήρα του σκάφους και άλλους είκοσι από παρακείμενα σκάφη και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, δεν προέβη σε καμία άλλη ενέργεια για να περιορίσει τις ζημίες από την προκληθείσα πυρκαγιά, καθόσον δεν έκοψε τα σχοινιά με τα οποία το σκάφος ήταν δεμένο στο λιμάνι προκειμένου αυτό να φύγει προς τη Θάλασσα και να μην επεκταθεί η φωτιά στα παρακείμενα σκάφη.

Από την επέκταση της πυρκαγιάς, όπως διαπιστώθηκε από τους πραγματογνώμονες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, καταστράφηκε ολοσχερώς μεταξύ άλλων και το ταχύπλοο "Ζ... ΙΙ", κατασκευής πολυεστέρα, μήκους 5,65 μέτρων, πλάτους 2,30 μέτρων, τύπου "SEAMASTER 5.8", έτους κατασκευής 1991, σημαίας ελληνικής, με εξωλέμβια μηχανή εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, 115 ΗΡ, με αριθμό κινητήρα S/Ν ..., το οποίο ήταν λεμβολογημένο στο λιμεναρχείο Ραφήνας με αριθμό Λ.P. ...

A, ιδιοκτησίας των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά ποσοστό 50% στον καθένα, αγορασθέν την 21-6-1991. Κατά το χρόνο του παραπάνω ατυχήματος, η εμπορική αξία του ταχύπλοου, της μηχανής του και του εξοπλισμού του λόγω παλαιότητας είχαν υποστεί μείωση της τάξης του 15% κατά το πρώτο έτος χρήσης και περίπου 10% για κάθε ακόμη έτος χρήσης και σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές και μετά από αφαίρεση της μείωσης, η αξία του σκάφους ανερχόταν σε 2.000.000 δρχ.

πλέον της αξίας των μηχανών 1.000.000 δρχ. και συνολικά 3.000.000 δρχ. ή 8.804,11 ευρώ. Τα παραπάνω εναρμονίζονται και με τις μαρτυρικές καταθέσεις και συμπληρώνονται με το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο εκτιμάται ελεύθερα της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΑΕ" για το διάστημα από 31-3-1995 έως 31-3-1996 και δεν μπορούν να αποτελέσουν θεμέλιο για διαφορετική κρίση τα προσαγόμενα από αμφοτέρους τους διαδίκους σχετικά προσφορών των εταιριών "ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΣ ΜΠΟΟΥΣΤ ΕΙ 1Ε" και "ΜΑΡΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ" τα οποία συντάχθηκαν ακριβώς για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εμπορική αξία του τεχνικού εξοπλισμού που έφερε αυτό, από την ημέρα της αγοράς του μέχρι και την ημέρα της καταστροφής του, ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.500 ευρώ. Αναλυτικά δε, ο εξοπλισμός που έφερε το ταχύπλοο ήταν: 2x5 λίτρα Λάδι μίξης μηχανής, υδατοπαγίδα καυσίμου, ντουζιέρα, ρεζερβουάρ ΙΝΟΧ 100 λίτρων, μιλιόμετρο, στροφόμετρο, βολτόμετρο, όργανο βενζίνης, τριμόμετρο, πυξίδα, κασετόφωνο, ηχεία MARINE, βυθόμετρο, SUZUKI SΗ 600, ντεπόζιτο πολυεστερικό 100 Λίτρα Νερού, πρεσσοσιστατική Ντους, μπαταρίες, γενικό Διακόπτη Μπαταριών, τέντα δωματίου, τέντα καλύμματος, βάσεις μπαταριών, τέντα ψαρέματος, βάσεις ΙΝΟΧ για τέντα, υποστηλώματα ΙΝΟΧ για τέντα, βάση εφεδρικής μηχανής, μπαλόνια πλαϊνά, κινητό ραδιοκασετόφωνο, προβολέας ναυτικού τύπου, φακούς με μπαταρία, γάντζο πτυσσόμενο, σωσίβια γιλέκα, σωσίβιο κουλούρα με φως, βεγγαλικά και καπνογόνα, φαρμακείο, πυροσβεστήρες, ψυγείο κατάψυξης, ψυγείο νερού, χάρτες περιοχής και διαπαράλληλο, αντλία νερού, είδη ψαρικής, 2 άγκυρες, 300 μέτρα σχοινί και 200 μέτρα εφεδρικό σχοινί, 6 Νιτζεράδες, φλοτέρ σεντίνας, 3 μπρίζες για ψάρεμα (ρεύματος), προπέλλα εφεδρική, μπετόνια μεταφοράς βενζίνης 22 Λίτρων, ακουστικά πλυσίματος εξωλέμβιας, ζεύγος κυάλια, ιστό περίβλεπτο, φως χωνευτό πρύμνης, ηλεκτρική εγκατάσταση σκάφους, Ρελέδες-πρεσοσυστατικής τρόμπας νερού, σεντίνας και 2 ασφαλειοθήκες, πλωτή άγκυρα, σκουπάκι 12 volt, 2 πλαφονιέρες εξωτερικές, 1 GPS Τύπου ΜΑΥLΙΑΝ ΝΑV-1200, ανοξείδωτο προστατευτικό άγκυρας, 2 πίνακες 3ών-Θέσεων ασφαλειθήκες, μπουτόν κόρνας, κόρνα 12 volt, εργαλειοθήκη, σκάλα σκάφους ΙΝΟΧ 5 σκαλοπάτια, κεραία ραδιοφώνου.

Επομένως στο ποσό της αξίας του ταχύπλοου και της μηχανής του πρέπει να συνυπολογιστεί η αξία των παραπάνω εξαρτημάτων η οποία ανήρχετο στο ποσό των 1.500,00 ευρώ και συνολικά η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες ήταν ισόποση με 10304,11 (8.804,11 συν 1500,00) ευρώ και όχι εκείνη των 1650,00 ευρώ που εσφαλμένα κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ακολούθως, το δικαστήριο εκτιμώντας τις συνθήκες του προαναφερόμενού ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, την έκταση της ζημίας των παθόντων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει, μετά τη στάθμιση των παραπάνω κριτηρίων, ότι οι παθόντες υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί σε καθέναν το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ ως εύλογη κατά τις περιστάσεις χρηματική ικανοποίηση και όχι εκείνο των 150 ευρώ που εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, δίκασε την υπόθεση και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες ως αποζημίωση το ποσό των 5.152,055 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 29-6-1999 και το ποσό των 1000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 932, 330 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών χωρίς προς τούτο να απαιτούνταν και άλλες.

Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η υπό τις ανωτέρω συνθήκες προκληθείσα πυρκαγιά εκδηλώθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου ο οποίος επέδειξε αμελή συμπεριφορά τόσο στη συντήρηση και φροντίδα του σκάφους του (φθαρμένη μόνωση των ηλεκτροφόρων καλωδίων, κατάλοιπα καυσίμων επί του σκάφους) όσο και στη διενέργεια εργασιών χωρίς άδεια από το Λιμεναρχείο και από πρόσωπο χωρίς ειδικές γνώσεις καθώς και ότι από την εξάπλωση της πυρκαγιάς αυτής καταστράφηκε ολοσχερώς και το σκάφος των εναγόντων με τον τεχνικό του εξοπλισμό συνολικής αξίας 10.304,11 και ότι οι ενάγοντες υπέστησαν από την αδικοπραξία ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας εύλογο είναι το ποσό των 1000 ευρώ για τον καθένα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών αφού με βάση τις ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου και παράνομη και υπαίτια είναι αλλά και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία καθόσον οι πιο πάνω παραλείψεις του πρώτου εναγομένου ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα το οποίο και επέφεραν.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τις από 3-11-1998, 5-11-1998 και 1-12-1998 προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Μ.

Δ., Θ. Τ. και Ν. Φ. αντίστοιχα που δόθηκαν ενώπιον του Υποπλοιάρχου Λιμενικού Σώματος και Διοικητού του Α Λ/Τ Μαρκοπούλου Αττικής και προσκόμισε μ' επίκληση στο Δικαστήριο αυτό ο αναιρεσείων. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 10 και όχι 11 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά το κονδύλιο του εξοπλισμού χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και συγκεκριμένα της βασιμότητας του κονδυλίου που αφορούσε την ζημία από την καταστροφή του τεχνικού εξοπλισμού του σκάφους, που αποκρούσθηκαν εκ του πράγματος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2009 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6970/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2221/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ