Legislator Case Law & Legislation
287/2010 AI generated

287/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 287/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων Χ4 του Ζ απεβίωσε στις 23/1/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 147/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ... Π, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) ... του Ζ, β) ... σύζυγος Χ4, γ) Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως άνω και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

287/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι? α)ζημιογόνος συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα και δ)συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 287 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 287/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 χήρας Ζ, το γένος Κ για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας Χ6 του Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ3 του Ζ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 3) ... συζύγου Χ4, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Χ4, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 5) Χ5 χήρας Κ, το γένος Ξ, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Ν χήρας Θ για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Β , κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Κλαυδίας Χαρικιοπούλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Μ θυγατέρας Θ, κατοίκου ..., 4) Φ, κατοίκου ..., 5) Τ, κατοίκου ..., 6) Χ6, 7) Δ ,κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλαυδία Χαρικιοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων Χ4 του Ζ απεβίωσε στις 23/1/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 147/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ... Π, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) ... του Ζ, β) ... σύζυγος Χ4, γ) Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως άνω και κατέθεσαν προτάσεις.

Ακολούθως, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 5 αναιρεσείουσα Χ5 χήρα Κ, το γένος Ξαπεβίωσε στις 2/1/2005 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 12/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ... Λ, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Χ1 χήρα Ζ, το γένος Κ, η οποία εκπροσωπήθηκε ως άνω και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/9/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 17/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3457/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6684/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι? α)ζημιογόνος συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ)υπαιτιότητα και δ)συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη, για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά, κατά την κοινή πείρα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα σχετικά άρθρα, οι αιτιολογίες της απόφασης πρέπει να καλύπτουν την παρανομία, την υπαιτιότητα, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επί της από 17-1-2003 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων υπό στοιχεία Β1-Β6, καθώς και των ...

και ..., κατά (και) της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας κλπ, όπως, επίσης, και επί της από 11-9-2003 αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα? "Στις 26-8-2002, περί ώρα 15.15', ο Θ, οδηγώντας το ... Ι.Χ. επαγγελματικό αυτοκίνητο, μικρό φορτηγό κλειστού τύπου, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο επί της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από ....

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ζ, οδηγώντας του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο , που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο και αυτό στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο στην ίδια λεωφόρο, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από .... Στο 4,5° χιλιόμετρο της παραπάνω λεωφόρου, ο Ζ έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε αριστερά της πορείας του και πλαγιολισθαίνοντας πέρασε τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (από ...), όπου και συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το διερχόμενο και κανονικά κινούμενο στο ρεύμα πορείας του ...

Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Θ. Επισημαίνεται ότι, μετά τη σύγκρουση, το ... Ι. Χ. Ε. αυτοκίνητο βρέθηκε κάθετα επί της λεωφόρου, επάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, καταλαμβάνοντας, με ολόκληρο το οπίσθιο μέρος του, το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, από ..., ενώ το ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο βρέθηκε εντός του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του από ..., (βλ.

την με ημερομηνία 26-8-2002 έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του ατυχήματος, που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας ...). Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, είχε δε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό και των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, από τους οποίους ο μεν Θ, ηλικίας 50 ετών, εξέπνευσε αμέσως, ο δε Ζ, ηλικίας 44 ετών, απεβίωσε στις 14-10-2002, από τις βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας, που υπέστη κατά τη σύγκρουση.

Επίσης υπέστησαν υλικές ζημιές και τα δύο οχήματα, το μεν ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά αυτού, το δε ... Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο στο εμπρόσθιο μέρος αυτού. Στο σημείο του ατυχήματος η λεωφόρος ... είναι καμπύλη, χωρίζεται σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας, είναι δηλαδή διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή.

Το οδόστρωμα έχει συνολικό πλάτος μόνο 6,70 μέτρα και κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν μικρή και ήταν ημέρα. Το ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας, κατά την ένδειξη σχετικής πινακίδας (Ρ - 32), ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα για την κατεύθυνση - πορεία του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ταχύτητα την οποία ο θανατωθείς οδηγός του Ζ είχε κατά πολύ υπερβεί, αφού ο δείκτης ταχύτητας του αυτοκινήτου βρέθηκε ακινητοποιημένος στα 90 χιλιόμετρα την ώρα, (βλ.

την έκθεση αυτοψίας), η σύγκρουση ήταν σφοδρή και δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου. Με τα δεδομένα αυτά, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο θανατωθείς οδηγός του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ζ, ο οποίος κατά την οδήγηση αυτού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε υπό ανάλογες περιστάσεις.

Ειδικότερα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ένεκα και της μεγάλης ταχύτητας με την οποία εκινείτο, η οποία ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα.

Αντιθέτως, για το ατύχημα αυτό καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει το θανατωθέντα οδηγό του ... Ι.Χ. επαγγελματικού αυτοκινήτου, (μικρό φορτηγό κλειστού τύπου), Θ, διότι αυτός έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του, παρά το ότι δεν (υπονοεί δε) προσπάθησε με τροχοπέδηση (βλ. την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα) να αποφύγει την σύγκρουση, δεν το κατόρθωσε, λόγω του αιφνιδιασμού του και του ελάχιστου χρόνου που μεσολάβησε".

Με τα παραπάνω που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίας ουσιαστικές διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, διέλαβε πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες? 1) για το ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της πιο πάνω συγκρούσεως είναι ο οδηγός του ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ζ, με τις ως άνω παραδοχές και ιδίως ότι αυτός, από αμέλεια, ένεκα της καμπύλης στο σημείο του ατυχήματος της λεωφόρου ... και της μεγάλης ταχύτητας, που εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, (το όριο της ταχύτητας στην πορεία του ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα και ο δείκτης ταχύτητας του αυτοκινήτου βρέθηκε ακινητοποιημένος στα 90 χιλιόμετρα την ώρα), έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε αριστερά της πορείας του και πλαγιολισθαίνοντας πέρασε τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (από ...), όπου και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το διερχόμενο και κανονικά κινούμενο στο ρεύμα πορείας του ...

Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Θ, και 2) για το ότι τον τελευταίο Θ δεν τον βαρύνει καμιά υπαιτιότητα, με την παραδοχή ότι έβαινε κανονικά στην πορεία του, παρά το ότι δε προσπάθησε με τροχοπέδηση να αποφύγει τη σύγκρουση δεν το κατόρθωσε, λόγω του αιφνιδιασμού του και του ελάχιστου χρόνου που μεσολάβησε.

Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς δέχεται, ότι η απόσταση μεταξύ των δύο αυτοκινήτων ήταν τόσο μικρή που δεν επέτρεπε την αποφυγή της σύγκρουσης, λόγω του αιφνιδιασμού του, παρά και την, ως άνω, αποφευκτική του κίνηση. Το Εφετείο δέχεται, ότι το αυτοκίνητο του τελευταίου εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, όπου έγινε και η σύγκρουση των ως άνω αυτοκινήτων.

Τα προεκτεθέντα συγκροτούν την έννοια της αποκλειστικής του υπαιτιότητας του Ζ και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς του συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αποκλείουν δε εκ του πράγματος τη συνυπαιτιότητα του Θ, αφού θεμελιώνει η απόφαση την επέλευση του ατυχήματος στην απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ζ, και στην ξαφνική είσοδο τούτου στο ρεύμα πορείας του Θ.

Δέχεται η πληττόμενη απόφαση ότι ο Θ έβαινε κανονικά στην πορεία του, ο δε μη προσδιορισμός της ταχύτητάς του αφορά την ανάλυση επιχειρημάτων και πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, ότι δηλαδή αποκλειστικώς υπαίτιος της συγκρούσεως των ως άνω αυτοκινήτων ήταν ο Ζ.

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν είναι πράγματα, όμως, με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο, αιτιώνται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να προσδιορίσει και εξειδικεύσει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του Θ κατά τον επίμαχο χρόνο του θανατηφόρου ατυχήματος, καίτοι η ταχύτητα αυτή είχε προσδιορισθεί από την εκκληθείσα ...

και για το εσφαλμένο του προσδιορισμού αυτού υπήρχε ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο είχε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του Θ ανήρχετο σε 100χιλιόμετρα περίπου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο Θ εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του.

Έτσι, εκ του πράγματος προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που αφορούσε την ταχύτητα του Θ, ο οποίος προβλήθηκε με τον τρίτο λόγο της εφέσεως αυτών και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι η πληττόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις επικαλούμενες, στο υπό στοιχείο 12 του δικογράφου της αναιρέσεως, τρεις εξώδικες πραγματογνωμοσύνες, σχετικές με την ταχύτητα των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, ήτοι την από 29-10-2004 του ..., την από 29-11-2004 των ...

ΝΩΜΩΝ. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπετε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2007 αίτηση των Χ1 χήρας Ζ κλπ για αναίρεση της 6684/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και όμοιο ποσό 2.700 ευρώ για τους λοιπούς 2-7 αναιρεσιβλήτους, που παρέστησαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ