287/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated287/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' της ίδιας παραγράφου ορίζει ότι "στους υπαλλήλους που συμπληρώνουν χρόνο για προαγωγή και στον μεθεπόμενο βαθμό και κρίνονται προακτέοι παρέχεται ο μισθός του βαθμού τούτου προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα, σαν οι υπάλληλοι αυτοί να είχαν προαχθεί στο βαθμό τούτο, έστω και αν εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει προαγωγή στον ενδιάμεσο βαθμό".
Full text
Απόφαση 287 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 287/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΟΓΑ), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2605/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6107/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-9-2001 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1432/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6107/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 854/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 18-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κυρίως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του και την απόρριψη του ίδιου (μοναδικού) λόγου αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρη του ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζομένου. Επικουρικώς δε εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1044/1992). "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 1432/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου) αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 6107/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκκληθείσα, κατόπιν παραδοχής κατ' ουσίαν σχετικής εφέσεώς του, υπ' αριθ. 2605/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση του ότι το αναιρεσείον του οφείλει το ποσό των 8.211.848 δραχμών για διαφορές αποδοχών, τις οποίες στερήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 4-7-1994 έως 30-11-1997 εξαιτίας της παρά το νόμο παραλείψεως των οργάνων του αναιρεσείοντος να προβούν στην καθοριζόμενη μισθολογική προαγωγή του, κηρύχθηκε καταργημένη η μεταξύ των διαδίκων δίκη, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Ακολούθως το εν λόγω Εφετείο, επιληφθέν της ένδικης υποθέσεως, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση. Ο Κανονισμός Καταστάσεως του Προσωπικού του αναιρεσείοντος (Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων" (Ο.Γ.Α.), που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 177647/8720 της 13/16-9-1961 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ.
τ. Β' 320), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 4169/1961, και έχει ισχύ νόμου, στο άρθρο του 26 παρ. 9 εδ. α', το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 6 του π.δ. 304/1985, ορίζει ότι "στους τακτικούς υπαλλήλους του Ο.Γ.Α., που έχουν συμπληρώσει το χρόνο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και κρίνονται προακτέοι, δεν προάγονται όμως λόγω έλλειψης κενών θέσεων, παρέχεται ο βασικός μισθός του επόμενου βαθμού, προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα, σαν οι υπάλληλοι αυτοί να είχαν προαχθεί στο βαθμό τούτο", ενώ στο εδ.
β' της ίδιας παραγράφου ορίζει ότι "στους υπαλλήλους που συμπληρώνουν χρόνο για προαγωγή και στον μεθεπόμενο βαθμό και κρίνονται προακτέοι παρέχεται ο μισθός του βαθμού τούτου προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα, σαν οι υπάλληλοι αυτοί να είχαν προαχθεί στο βαθμό τούτο, έστω και αν εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει προαγωγή στον ενδιάμεσο βαθμό".
Ακολούθως με το άρθρο μόνο του π.δ. 277/1992 ("σύσταση Γενικών Δ/νσεων στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ" (Φ.Ε.Κ. τ. Α' 144/28-8-1992), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 78 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1892/1990, συστήθηκαν στον Ο.Γ.Α. (αναιρεσείοντα) δύο Γενικές Διευθύνσεις, δηλαδή η Γενική Διεύθυνση Ασφάλισης και η Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, καθώς και αντίστοιχες δύο θέσεις Γενικών Διευθυντών, ορίστηκε δε περαιτέρω στην παρ.
Β' του άρθρου μόνου του εν λόγω π.δ/τος ότι "των ανωτέρω Γενικών Διευθύνσεων προϊστανται Γενικοί Διευθυντές ανώτατοι υπάλληλοι του Ο.Γ.Α. με βαθμό Α1 του Κλάδου Γενικών Θέσεων, προερχόμενοι από τον Κλάδο Διοίκησης, που επιλέγονται και τοποθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του ν. 1892/1990 ... , όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα", ενώ στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 146/1994 προστέθηκε ως καταληκτικός στην ιεραρχία των υπαλλήλων του Ο.Γ.Α.
ο βαθμός του Γενικού Διευθυντή. Από την ως άνω διάταξη της παρ. β' του π.δ. 277/1992, σαφώς προκύπτει ότι δυνατότητα προαγωγής στον καταληκτικό βαθμό του Γενικού Διευθυντή έχουν αποκλειστικά και μόνον οι υπάλληλοι με βαθμό Α1 του Κλάδου Γενικών Θέσεων, οι οποίοι προέρχονται από τον Κλάδο Διοικήσεως, όχι όμως και οι υπάλληλοι που ανήκουν σε άλλους Κλάδους προσωπικού του Ο.Γ.Α..
Η διάταξη δε αυτή εξακολούθησε να ισχύει και μετά τη θέσπιση του άρθρου 24 του ν. 2085/1992 και του άρθρου 1 του π.δ. 146/1994. Δεδομένου ότι ναι μεν με την παρ. 1 του πρώτου από τα άρθρα αυτά ορίστηκε ότι "συνιστώνται, αυτοδικαίως, θέσεις βαθμού Γενικού Διευθυντή σε αριθμό ίσο με τις γενικές διευθύνσεις που έχουν συσταθεί με τις διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του ν. 1892/1990", ότι "η θέση βαθμού Γενικού Διευθυντή συνιστάται στον κλάδο στον οποίο ανήκει ο οικείος γενικός διευθυντής" και ότι "αν δεν υπηρετεί γενικός διευθυντής και προβλέπεται να προέρχεται από περισσότερους κλάδους, η θέση συνιστάται στον κλάδο που αναφέρεται πρώτος στις οικείες οργανικές διατάξεις, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα των υπαλλήλων των λοιπών κλάδων να κρίνονται για γενικοί διευθυντές", πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με βάση την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ.
Β' του άρθρου μόνου του ως άνω π.δ. 277/1992, ρητώς και ειδικώς προβλέφθηκε ότι οι Γενικοί Διευθυντές, που προϊστανται των παραπάνω συσταθεισών Γενικών Διευθύνσεων στον Ο.Γ.Α., πρέπει να προέρχονται από τον Κλάδο Διοικήσεως και επομένως δεν υφίσταται δικαίωμα των υπαλλήλων του Ο.Γ.Α., που προέρχονται από άλλους Κλάδους του προσωπικού του εν λόγω Οργανισμού, εκτός του Κλάδου Διοικήσεως, να κριθούν για Γενικοί Διευθυντές και έτσι να προαχθούν, ακόμη και μισθολογικώς, στο βαθμό Γενικού Διευθυντή.
Ενώ, εξάλλου, κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει και από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 146/1994, με την οποία συμπληρώθηκε και διατυπώθηκε το εδ. α' της παρ. 3 του άρθρου 1 του ως άνω Κανονισμού "Κατάστασης Προσωπικού του Ο.Γ.Α." και, όπως επίσης προαναφέρθηκε, προστέθηκε ως καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία του "Επιστημονικού Προσωπικού" του Ο.Γ.Α.
εκείνος του Γενικού Διευθυντή. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος προβλήθηκε το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την παραπάνω εκκληθείσα απόφασή του κατά παράβαση της πιο πάνω διατάξεως της παρ. Β' του άρθρου μόνου του π.δ. 277/1992 και κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε ότι έπρεπε να χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο η μισθολογική προαγωγή του βαθμού του Γενικού Διευθυντή, εφόσον αυτός, ως υπάλληλος του Κλάδου Πληροφορικής με βαθμό Α2, δεν μπορούσε να κριθεί ως προακτέος στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή, ακριβώς διότι δεν πληρούσε την προβλεπόμενη ως αναγκαία από το νόμο προϋπόθεση για μια τέτοια προαγωγή, εξαιτίας της μη προελεύσεώς του από τον Κλάδο Διοικήσεως.
Το παράπονο όμως αυτό (λόγο εφέσεως), που, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποτελούσε "πράγμα", το οποίο ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν το έλαβε υπόψη με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του αμέσως πιο πάνω λόγου εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση αυτή, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων" - Ο.Γ.Α.), κατά το σχετικό αίτημα αυτού, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όπως η πρώτη παράγραφος ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
τ.Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, σε συνδυασμό προς το άρθρο 16 παρ. 5 του ν. 4169/1961, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 854/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ