Legislator Case Law & Legislation
287/2008 AI generated

287/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 287/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.04.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5060/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2778/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 17.11.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου του δικογράφου της αναιρέσεως, την παραδοχή του αυτεπαγγέλτως προτεινομένου και την αναίρεση της 2778/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο στο σκεπτικό της εκθέσεως με στοιχ.

Legislator headnote

AI generated

287/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ (β') χαρακτηριζομένου κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 287 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 287/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Νικόλαο Λεοντή -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Καλαμούτσος.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Παπαχρίστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.04.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5060/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2778/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 17.11.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου του δικογράφου της αναιρέσεως, την παραδοχή του αυτεπαγγέλτως προτεινομένου και την αναίρεση της 2778/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο στο σκεπτικό της εκθέσεως με στοιχ.

ΙΙ (β) κεφάλαιο αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1557/17-11-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2778/18-4-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 8231/30-7-1998 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από την ιστορούμενη στο εν λόγω δικόγραφο τραπεζική επιταγή, την οποία, κατά τους διατυπουμένους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο δεύτερος των εναγομένων Ψ, μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθε στην δικονομική του θέση η ήδη αναιρεσίβλητη, εξέδωσε σε διαταγή της συνεναγομένης του ανώνυμης εταιρείας και κατέστη στη συνέχεια εκ νέου νόμιμος κομιστής αυτής ο ενάγων, μετά την από εκείνον εξόφλησή της ως εξ αναγωγής υπόχρεος προς πληρωμής της. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 5060/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις για έλλειψη ενεργητικής στο πρόσωπο του ενάγοντος νομιμοποιήσεως και κατά το έρεισμα της στα άρθρα 44 παρ. 2,46 του ν. 5760/1933 ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την 8534/4-10-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, κατ' αποδοχή της και μετά εξαφάνιση της πληττομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η 2778/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση Ι. έγινε δεκτή η αγωγή κατά την απεύθυνσή της κατά της απολιπομένης πρώτης των εναγομένων και

ΙΙ. αντίθετα απορρίφθηκε κατά την κατεύθυνσή της κατά του δεύτερου των εναγομένων, εκδότη της τραπεζικής επιταγής, στην δικονομική θέση του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, υπεισήλθε μετά τον θάνατό του η ήδη αναιρεσίβλητη, (α) κατά το έρεισμά της στις διατάξεις του ν. 5960/1933, κατά παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί παραγραφής και επαλλήλως εκείνης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και (β) κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, σε συνέπεια με την δεσμευτική για το δικαστήριο της ουσίας νομική παραδοχή της κατά πλειοψηφία 18/2004 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ότι δεν είναι δικαιούχος αποζημιώσεως από την αδικοπραξία ο εξ αναγωγής υπόχρεως προς πληρωμή της επιταγής, ο οποίος έγινε μετέπειτα κομιστής αυτής κατόπιν εξοφλήσεώς της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικά του με στοιχ.

ΙΙ (β') χαρακτηριζομένου κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Προκειμένου μάλιστα να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια αποκλείεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικά λόγο. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ελέγχεται ως απαράδεκτος, εφόσον η αγωγή κατά την θεμελίωσή της στην αποδιδόμενη στον αρχικώς εναγόμενο αδικοπραξία της εκδόσεως ακάλυπτης αγωγής, που αποτελεί και το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, απορρίφθηκε για έλλειψη ενεργητικής στο πρόσωπο του εναγομένου νομιμοποιήσεως με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ύστερα από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην εισήγησή του, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 ΚΠολΔ. Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβιάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην εν λόγω παράγραφο λόγων αναιρέσεως.

Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι όνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξαναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων, με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου νόμιμος κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Α' Ολ.

ΑΠ 27/2007). Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την αποδιδόμενη στον αρχικώς εναγόμενο αδικοπραξία της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 ν. 5960/1933), με την αιτιολογία ότι δεν είναι δικαιούχος της από την αιτία αποζημιώσεως ο αναιρεσείων, εξ αναγωγής υπόχρεος προς πληρωμή της επιταγής, ο οποίος έγινε μετέπειτα κομιστή, αυτή κατόπιν εξοφλήσεώς της, ιδρυομένου εντεύθεν, κατ' αυτεπάγγελτη πρόταση, του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του επιτρεπτώς αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου και στην εισηγητική έκθεση περιλαμβάνου λόγου αυτού αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.

ΙΙβ κεφάλαιο αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος εκτιμάται ότι τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας, που παρουσιάζει η ερμηνεία των διατάξεων που εφάρμοσε η αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 183, 179), παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται από το γεγονός επί του νομικού τούτου θέματος, εκδόθηκαν οι παραπάνω σημειούμενες αντίθετες αποφάσεις του Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2778/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.

ΙΙβ κεφάλαιο αυτής..

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο, Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ