287/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: (αναφέρονται 7 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Δασκαλογιαννάκη.
Legislator headnote
AI generated287/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς εφ' όσον αυτός (νομίμως εκπροσωπούμενος) δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την ερημοδικία του (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 287 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 287/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: (αναφέρονται 7 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Δασκαλογιαννάκη.
Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2. Δήμου Αμαρουσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-2-2000, 10-1-2002, 4-2-2002 και 30-5-2002 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 247/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Νοεμβρίου 2003 αίτησή τους και τους από 27 Ιουλίου 2004 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 513/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4 Απριλίου 2006 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2004 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Γεωργίου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. .... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας διακαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 4.4.2006 κλήσεως των αιτούντων με την πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για εκδίκαση της από 12.11.2003 αιτήσεώς των περί αναιρέσεως της 247/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αυτή που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης και κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτηση αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Δήμο Αμαρουσίου).
Συνεπώς εφ' όσον αυτός (νομίμως εκπροσωπούμενος) δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την ερημοδικία του (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 20 του νόμου 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων) που εφαρμόζεται κατ' άρθρ. 29 παρ. 2 και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν μετά την 1.2.1971, όσον αφορά τα εκκρεμή κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (6.5.2001) θέματα, προκειμένου να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος και σε κάθε περίπτωση εντός προθεσμίας έξι μηνών από την δημοσίευση της αποφάσεως από το Μονομελές Πρωτοδικείο, να ζητήσει από το αρμόδιο προς τούτο εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο αυτής μέρος, με αίτησή του που κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου, να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως (παρ. 1 και 2).
Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των 30 ημερών ούτε μακρότερο των 40 ημερών, από την κατάθεση της αίτησης, η οποία και επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ. 3).
Από την τελευταία αυτή διάταξη στην οποία δεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του ν.δ. 797/1971 με την οποία ρητά επιβαλλόταν η κοινοποίηση της αίτησης με την πράξη ορισμού, από τον πρόεδρο, δικασίμου εντός της προθεσμίας του εξαμήνου, προκύπτει ότι στη βούληση του νομοθέτη με τη νέα ρύθμιση είναι, να περιοριστούν τα απαράδεκτα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν κατατεθεί η αίτηση στο αρμόδιο εφετείο εντός των πιο πάνω αποκλειστικών προθεσμιών και δεν κοινοποιηθεί σε εκείνο κατά του οποίου στρέφεται, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο δικάσιμο.
Με την νέα, δηλαδή, διάταξη, που απηχεί τα ισχύοντα επί διοικητικών διαφορών για την απεμπλοκή των διαδίκων από τα δικονομικά απαράδεκτα, αποσυνδέθηκε η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης εντός του εξαμήνου και αρκεί μόνη η κατάθεσή της εντός αυτής της προθεσμίας, ολοκληρώνεται δε η "άσκηση" της, η οποία στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου περιλαμβάνει και την επίδοση με την κοινοποίηση της αίτησης στην προθεσμία των 15 ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο.
Αν δεν χωρήσει επίδοση εντός του τελευταίου αυτού χρονικού ορίου, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσδιορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο τιμή μονάδος καθίσταται οριστική. Η νέα αυτή ρύθμιση προσιδιάζει και προς τη φύση της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής μονάδος, η οποία χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το εφετείο για το διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούλησή του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης στο αρμόδιο εφετείο.
Ο τυχόν ορισμός της δικασίμου από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, λόγω του μεγάλου αριθμού εκκρεμουσών υποθέσεων (υπερπλήρωση πινακίων) σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την οριζόμενη προθεσμία των σαράντα ημερών από την κατάθεση της αίτησης, δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του αιτούντος, ο οποίος έπραξε τα καθ' εαυτόν και συμμορφώθηκε με τα υπό του νόμου οριζόμενα με την εμπρόθεσμη, από μέρους του, κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου της αίτησης.
Το παραδεκτό, δηλαδή ή όχι της αίτησης, δεν μπορεί να εξαρτάται από τη δυνατότητα του δικαστηρίου να προσδιορίζει εντός ή εκτός του εξαμήνου τη δικάσιμο, αλλά μόνο από το αν ο ίδιος διάδικος κοινοποίησε την αίτηση 15 ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, όποτε αυτή προσδιοριστεί. Αιτίαση σε βάρος του αιτούντος για ενδεχόμενη από μέρους του προσπάθεια παρέλκυσης ης σχετικής διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της τιμής μονάδος, δεν μπορεί να αποδοθεί, αφού για την τυχόν βραδύτητα στον προσδιορισμό δεν βαρύνει τον ίδιο καμιά ευθύνη (Ολ.
ΑΠ 27/2006, 28/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τα διαμειφθέντα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων της αναίρεσης (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών τις από 4.2.2002 αιτήσεις των (η μία των πέντε πρώτων και η ετέρα των υπολοίπων δύο εκ των αναιρεσειόντων για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς λόγω ρυμοτομίας έκτασης, (στην οποία περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες των) για την κατασκευή Ολυμπιακών Έργων και κυκλοφοριακών ρυθμίσεων και παρεμβάσεων γύρω από τον Ο.Α.Κ.Α., στις οδούς ...
και μεταξύ των οδών .... με υπόχρεους καταβολής της αποζημίωσης τους αναιρεσίβλητους, Ελληνικό Δημόσιο και Δήμο Αμαρουσίου, στις 7 Μαρτίου 2002, ήτοι μετά τρίμηνο περίπου από τη δημοσίευση στις 13.12.2001 της 2181/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως που δεν τους είχε επιδοθεί, παρότι ήσαν διάδικοι και έλαβαν μέρος στη δίκη.
Ότι δικάσιμος για τη συζήτηση των ανωτέρω αιτήσεων ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών Αθηνών η 1 Οκτωβρίου 2002 δηλαδή μετά εξάμηνο από την κατάθεσή των και ότι αντίγραφο των αιτήσεων επιδόθηκε στους και ως οι αιτήσεις στις 29 και 30 Αυγούστου 2002 αντίστοιχα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις αιτήσεις, ως απαράδεκτες με την αιτιολογία ότι αυτές δεν επιδόθηκαν εντός της προθεσμίας των έξι μηνών από τη δημοσίευση της 2181/19.12.2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, διότι αρκούσε η κατάθεση των αιτήσεων στο αρμόδιο Εφετείο Αθηνών εντός της εξάμηνης προθεσμίας και η δικάσιμος που προσδιορίστηκε ήταν πέραν του εξαμήνου. Είναι επομένως βάσιμος ο πρώτος από τους λόγους του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ εκ του ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο έκρινε απαράδεκτες τις αιτήσεις αυτές.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 και άρθρο 307 παρ. 2 π.δ. 410/1995).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 247/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ