Legislator Case Law & Legislation
286/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to prove evidence was considered by the appellate court.

Case Number 286/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-member Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider specific out-of-court declarations submitted by the employer regarding her unauthorized absence. The court rejected this claim because the submitted evidence documents were not physically attached to the case file, making their content unverifiable for judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 564, 566, 144, 145, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove that the contested judgment did not take into account specific evidence submitted by the parties, particularly when such evidence is not attached to the file.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility labor dispute employment contract evidence attachment requirement unauthorized absence declaration procedural defect dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 564, 566, 144, 145 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1352/2023
Case 383/2023
Case 25/2023
Case 172/2020
Case 1619/2023
Case 1199/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 286 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 286/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ά. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Καγκλή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-08-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 53/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 73/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 23.10.2023 (με αριθ. καταθ. ...2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 73/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας την 26.10.2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 6.6.2023, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 31.8.2020 (με αριθ. καταθ. 251/2020) αγωγή της, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, στην οποία ιστορούσε τα εξής:

Ότι στις 16.3.2020 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας του προσωπικού ασφαλείας που αυτός διαθέτει, μέσω της ατομικής επιχείρησής του παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης, σε επιχειρήσεις, απασχολούμενη με πενθήμερο (5ήμερο), επί οκτώ (8) ώρες την ημέρα, έναντι μικτού μισθού 910 ευρώ μηνιαίως, όπως ειδικότερα αναλύεται.

Οτι από την αρχή της πρόσληψής της συμφωνήθηκε ότι αυτή θα εργάζεται αποκλειστικά στη φύλαξη του εργοστασίου της εταιρείας "...", που βρίσκεται στο ... Μεσσηνίας, εκπληρώνοντας τα καθήκοντά της με υπευθυνότητα και ευσυνειδησία. Ότι στις 21.5.2020 ο εναγόμενος κατήγγειλε ακύρως, κατ' άρθρ. 14 του ν. 1264/1982, τη σύμβαση εργασίας της, καθώς ο τελευταίος προέβη σ' αυτήν την καταγγελία εξαιτίας της τότε ιδιότητάς της ως εκλεγμένου μέλους της διοίκησης και Α' αντιπροέδρου του συνδικαλιστικού σωματείου "..." και επειδή θεώρησε πως η ίδια είχε πρωτοστατήσει σε διαμαρτυρίες των εργαζομένων της επιχείρησής του εναντίον του λόγω μη προσήκουσας καταβολής των αποδοχών τους.

Ότι, μετά την προσφυγή της ίδιας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εργασιακών Σχέσεων Πελοποννήσου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, ο εναγόμενος ανακάλεσε την απόλυσή της και στις 22.7.2020 προέβη αυθαίρετα σε εκ νέου πρόσληψή της, ενώ η ίδια ουδέποτε συνυπέγραψε τη νέα έγγραφη σύμβαση.

Ότι την ίδια ημέρα (22.7.2020) ο εναγόμενος της ανακοίνωσε ότι πλέον αυτή (ενάγουσα) θα εργάζεται σε φύλαξη στη Βιομηχανική Περιοχή του ... Μεσσηνίας, πλην όμως η ίδια, θεωρώντας τη μεταβολή αυτή του τόπου εργασίας της ως εκδικητική, παράνομη και καταχρηστική εκ μέρους του εναγομένου, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, δήλωσε ρητά στον τελευταίο ότι δεν αποδέχεται τη μετάθεσή της αυτή.

Ότι στις αρχές του μηνός Αυγούστου 2020 ο εναγόμενος, ενόψει του ότι η ίδια δεν εμφανίστηκε στην εργασία που της ανέθεσε, δήλωσε την οικειοθελή αποχώρησή της από τη θέση εργασίας της, με αποτέλεσμα αυτός να καταστεί υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας της. Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε: α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω απόφασης μετάθεσής της και της φερόμενης οικειοθελούς αποχώρησής της από την εν λόγω σύμβαση εργασίας, λόγω παραβίασης του άρθρου 14 παρ. 9 του ν. 1264/1982, άλλως εξαιτίας καταχρηστικότητάς της κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και να την επαναπασχολήσει όπως και πριν την ημερομηνία άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της, στην αυτή θέση εργασίας, με τους αυτούς όρους και συνθήκες εργασίας, ήτοι στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου "..." ή και πλησιέστερα στον τόπο κατοικίας της, με την απειλή χρηματική ποινής σε βάρος του, γ)να της καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 910 ευρώ για πέντε (5) μήνες μετά την απόλυσή της, νομιμοτόκως, και 910 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2020, καθώς και 910 ευρώ για επίδομα αδείας, επίσης νομιμοτόκως, και δ)να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που η ίδια υπέστη εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς της από την ανωτέρω συμπεριφορά του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 53/2022 απόφασή του έκαμε δεκτή την αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. α', β' και γ' αιτήματά της και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το υπό στοιχ. δ' αίτημά της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ως προς το τελευταίο, δε, αυτό κονδύλιο κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 2.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 12.4.2022 (με αριθ. καταθ. ...2022) έφεση και τους από 19.3.2023 (38.2023) πρόσθετους λόγους, το δε Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 73/2023 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 3.

Από τις διατάξεις των άρθρων 167,168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της, εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 Α.Κ..

Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία [άρθρο 168 Α.Κ. (ΑΠ 919/2022, 359/2015, 55/2015)] ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της (ΑΠ 919/2022, 55/2015).

Περαιτέρω η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης), είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (180 Α.Κ.).

Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 Α.Κ.) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., τους μισθούς του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1020 ή από το Β.Δ.

από 16-7-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρο 219 ΚΠολΔ), για την περίπτωση δηλαδή απορρίψεως του πρώτου (ΑΠ 784/2023, 749/2020, 359/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Στην τρίμηνη αυτή αποσβεστική (άρθρο 279 Α.Κ.) προθεσμία, που λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη (άρθρο 280 ΑΚ), υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη. Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας, αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης που επέρχεται με την καταγγελία (ΑΠ 1909/2023, 416/2021, 359/2015, 55/2015) και είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης - εργαζόμενος.

Η μη κοινοποίηση της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία, καθίσταται έγκυρη, δικαιούμενου του εργαζόμενου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, και οι σχετικές αξιώσεις που προϋποθέτουν την ακυρότητα αποσβέννυνται, η δε σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 416/2021). Η προαναφερθείσα διάταξη (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955) έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ.

όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων. Καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1909/2023, 359/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 34/2016, 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 846/2023). Δεν στοιχειοθετείται, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 961/2023, 1627/2022, 69/2016), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 846/2023, 153/2019, 79/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 1464/2022, 1283/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα εξής: "...Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης προσελήφθη στις 16.03.2020 από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα - ασκούντα πρόσθετους λόγους έφεσης και δη από την ατομική του επιχείρηση ... "..." και με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως φύλακας, προκειμένου να αποτελεί προσωπικό ασφαλείας στις επιχειρήσεις και στους τόπους εντός του νομού Μεσσηνίας, τους οποίους ο εναγόμενος θα της υποδείκνυε, ήτοι προς φύλαξη εγκαταστάσεων των συνεργαζόμενων με αυτόν επιχειρήσεων που κείνται εντός του Νομού Μεσσηνίας.

Οι διάδικοι με την ως άνω σύμβαση εργασίας συμφώνησαν εγγράφως ότι ο εργοδότης εναγόμενος θα ορίζει στην ενάγουσα σε ποια εγκατάσταση θα εργάζεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεώς της και καταρχάς την τοποθέτησε να εργάζεται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας ..., που βρίσκονται στο ... Μεσσηνίας. Επίσης, συμφώνησαν να απασχολείται πενθήμερο, επί οκτώ ώρες την ημέρα, έναντι μεικτού μισθού, ποσού 910 ευρώ μηνιαίως ....Από τον ως άνω χρόνο προσλήψεώς της η ενάγουσα, πράγματι, άρχισε να εργάζεται στη φύλαξη των ως άνω εγκαταστάσεων, απασχολούμενη κατά τη νυχτερινή βάρδια, μέχρι τις 20.5.2020, οπότε ο εναγόμενος εργοδότης με την από 20.05.2020 έγγραφη καταγγελία του, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα εργαζόμενη στις 21.05.2020 (....), κατήγγειλε την ανωτέρω από 16.03.2020 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα.

Ακολούθως, η ενάγουσα, την ίδια ημέρα (21.05.2020), υπέβαλε στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας την υπ' αριθ. πρωτ. 161022/21.05.2020 αίτησή της για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς και ακολούθησε η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, με τα οποία η μεν ενάγουσα ζητούσε να της παραδοθούν τα έγγραφα που αφορούσαν την ως άνω καταγγελθείσα σύμβαση εργασίας (.....), ο δε εναγόμενος ζητούσε να του παραδώσει τον εξοπλισμό (ρουχισμό), που της είχε παραχωρηθεί, τον οποίο η ενάγουσα πράγματι παρέδωσε στις 10.06.2020 ....Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα σταμάτησε να προσφέρει την εργασία της στον εναγόμενο από τις 20.05.2020, ενώ ...η από 16.03.2020 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων λύθηκε νόμιμα στις 21.05.2020, οπότε η ως άνω καταγγελία περιήλθε στην παραλήπτρια - εργαζόμενη (ενάγουσα).

Μετά δε την ανωτέρω ημερομηνία δεν μπορούσε να γίνει ανάκληση αυτής από τον εργοδότη εναγόμενο, έστω και με τη συναίνεση της εργαζόμενης ενάγουσας, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 ΑΚ), ούτε, περαιτέρω, μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενης ότι αυτή (καταγγελία) δε θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της.

Στη συνέχεια, στις 22.07.2020, ο εναγόμενος προχώρησε σε νέα πρόσληψη της ενάγουσας, αυθαίρετα κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, η οποία προσέτι υποστηρίζει ότι ουδέποτε συνυπέγραψε τη νέα έγγραφη σύμβαση, ενημερώνοντάς την ότι αυτή θα εργάζεται σε φύλαξη στη Βιομηχανική Περιοχή ... Μεσσηνίας. Επομένως, ούτε η εκ νέου πρόσληψη της ενάγουσας στις 22.07.2020, η οποία ισοδυναμεί με πρόταση προς σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ανάκληση της καταγγελίας, αφού ουδέποτε καταρτίστηκε νέα σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά απλώς πρόταση του εναγομένου εργοδότη προς σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας, την οποία, ωστόσο, δεν αποδέχθηκε η ενάγουσα.

Το γεγονός της μη καταρτίσεως της νέας συμβάσεως εργασίας μεταξύ των διαδίκων, άλλωστε, υποστηρίζεται από την ενάγουσα, η οποία ισχυρίζεται ότι αυτή ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή της στη σύναψη νέας σύναψης εργασίας, καθώς ουδέποτε την υπέγραψε, εμμένοντας στην ύπαρξη της από 16.03.2020 συμβάσεως, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε λύθηκε, λόγω της ακυρότητας της από 20.05.2020 καταγγελίας του εργοδότη, και συνακόλουθα (..) στις ουσιαστικές αξιώσεις που πηγάζουν από αυτήν. ...Ωστόσο ....

για να κηρυχθεί άκυρη η από 20.05.2020 καταγγελία της από 16.03.2020 σύμβασης εργασίας - η οποία περιήλθε, όπως προεκτέθηκε, στην ενάγουσα στις 21.05.2020 - έπρεπε η ενάγουσα να ασκήσει αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας εντός τριμήνου από τη λύση της σύμβασης, ήτοι από την περιέλευση της καταγγελίας στην εργαζόμενη ενάγουσα στις 21.05.2020, η οποία, όμως, δεν ασκήθηκε.

Η μη κοινοποίηση δε της ως άνω αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο, κατά κύριο λόγο, πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης, και κατ' ανάγκη, της συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.

Επομένως, παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής - καθόσον παρήλθε τρίμηνο από τις 21.05.2020, χωρίς να κοινοποιηθεί στον εναγόμενο εργοδότη αγωγή ακυρότητας της καταγγελίας - η από 20.05.2020 καταγγελία, ακόμη και αν ήταν άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, κατέστη έγκυρη ...... Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ως άνω από 16.03.2020 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύθηκε, καθόσον με τη γνωστοποίηση στην ενάγουσα (στις 21.05.2020) της έγγραφης καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου, η άμεση διαπλαστική της ενέργεια επέφερε τη λύση της σύμβασης εργασίας.

Ούτε όμως οι διάδικοι οδηγήθηκαν στη σύναψη νέας εργασιακής σύμβασης, αφού, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, η επαναπρόσληψή της έγινε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση - συμφωνία μαζί της και ο εναγόμενος οφείλει να την επαναπασχολεί, όπως και πριν την ημερομηνία απόλυσής της, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθεί να ισχύει και ουδέποτε λύθηκε η από 16.03.2020 σύμβαση εργασίας .....

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ανακάλεσε άμεσα και σύντομα την απόλυσή της, χωρίς όμως να αναφέρει τον τρόπο που συντελέστηκε η εν λόγω ανάκληση. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, μετά την περιέλευση της καταγγελίας στην εργαζόμενη, δεν μπορούσε να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση της εργαζόμενης, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια, μόνο εάν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 ΑΚ).

Η δε από 22.07.2020 πρόταση προς σύναψη νέας σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάκληση της καταγγελίας - ούτε άλλωστε η ενάγουσα ισχυρίζεται κάτι τέτοιο - αλλά απλά ως πρόταση προς κατάρτιση νέας σύμβασης, που όμως τελικά δεν καταρτίστηκε, καθόσον, όπως η ίδια η ενάγουσα επιβεβαιώνει, αυτή ουδέποτε αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση του εργοδότη της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ανακάλεσε την ως άνω από 20.05.2020 καταγγελία και στη συνέχεια στις 22.07.2020 προχώρησε αυθαίρετα σε εκ νέου πρόσληψή της, μεταβάλλοντας μονομερώς βλαπτικά τους όρους εργασίας της, δίνοντας εντολή να εργάζεται πλέον στη βιομηχανική περιοχή ..., εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 351 και 669 παρ. 2 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του ΒΔ από 16/07/1920 και 5 του ν. 3198/1955, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με τους σχετικούς πρώτο λόγο της έφεσής του και δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του ο εναγόμενος.

Και τούτο διότι, από τις 21.05.2020, που περιήλθε η καταγγελία της από 16.03.2020 συμβάσεως εργασίας στην εργαζόμενη ενάγουσα, επήλθαν τα αποτελέσματά της και λύθηκε η σύμβαση και επιπροσθέτως παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία περί κοινοποιήσεως αγωγής ακυρότητας της καταγγελίας και η καταγγελία κατέστη πλέον έγκυρη, και ως εκ τούτου η από 16.03.2020 σύμβαση εργασίας δεν ήταν ενεργή από τις 21.05.2020.

Κατά συνέπεια, αφού ούτε νέα σύμβαση καταρτίστηκε, καθόσον η από 22.07.2020 πρόταση σύναψης νέας σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη ουδέποτε έγινε αποδεκτή από την εργαζόμενη ενάγουσα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας σύμβασης εργασίας που από τις 21.05.2020 δεν υπάρχει. .....".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας ως ανωτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, ότι η από 21.5.2020 καταγγελία της από 16.3.2020 σύμβασης εργασίας της από τον εργοδότη της εκκαλούντα - εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, ήταν άκυρη εξαιτίας αντίθεσής της στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 1264/1982 και ότι συνακόλουθα, αφού ουδέποτε η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση της ως άνω σύμβασης, η από 22.7.2020 (μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος) κλήση της από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη της να αναλάβει αυτή εκ νέου εργασία δεν συνιστούσε σύναψη νέας σύμβασης, αλλά εκπλήρωση της υποχρέωσής του ν' αποδέχεται την εργασία της με βάση την αρχική και μοναδική σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, καθώς δέχθηκε ότι η από 20.5.2020 καταγγελία της από 16.3.2020 σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, η οποία (καταγγελία) περιήλθε στην πρώτη στις 21.5.2020, ακόμη και αν ήταν άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, κατέστη έγκυρη, διότι, δεν κοινοποιήθηκε στον αναιρεσιβαλλόμενο - εργοδότη σχετική αγωγή της αναιρεσείουσας - εργαζόμενης, εντός της τρίμηνης αποσβεσικής προθεσμίας, (άρθρο 6 παρ.1 ν.3198/1955).

Επίσης δέχθηκε ότι μετά την περιέλευση της ως άνω καταγγελίας στην αναιρεσείσουσα - εργαζόμενη δεν μπορούσε να γίνει ανάκληση της καταγγελίας αυτής, αφού μετά την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ανάκληση αυτής ούτε ακόμη και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, και ότι στις 22.7.2020 ο αναιρεσίβλητος προέβη σε πρόταση προς την αναιρεσείουσα για σύναψη νέας σύμβασης εργασίας, την οποία όμως η αναιρεσείουσα ουδέποτε αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα να μην καταρτιστεί νέα σύμβαση εργασίας.

Συνακόλουθα με τα ανωτέρω δέχθηκε, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η αναιρεσείουσα με την αγωγή της, ότι στις 22.7.2020, που ο εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα να εργαστεί εκ νέου στην επιχείρησή του, και δη τη φορά αυτή στη ΒΙΠΕ ..., δεν εξακολουθούσε να ισχύει η αρχική από 16.3.2020 σύμβαση εργασίας της, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει λόγος περί μονομερούς, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, βλαπτικής μεταβολής των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση αυτή δεν υφίστατο.

Ενόψει των ανωτέρω είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, δηλαδή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό της.

Ως αβάσιμος, εξάλλου, είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1264/1982 και 167, 168, 174, 648 και 669 ΑΚ, καθώς ουδεμία αιτιολογία διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της ισχύος της σύμβασης εργασίας της στις 22.7.2020, χρόνο κατά τον οποίο ο εναγόμενος εμπράκτως αναγνώρισε την ακυρότητα της από 20.5.2020 καταγγελίας της αρχικής και μόνης καταρτισθείσας, από 16.3.2020, σύμβασης, απλώς επαναπροσλαμβάνοντάς την με βάση ακριβώς αυτή τη σύμβαση και μεταβάλλοντας μονομερώς τον τόπο απασχόλησής της, με αποτέλεσμα να εκλείπει από την ίδια έννομο συμφέρον προσβολής του κύρους της εν λόγω καταγγελίας, αφού η μόνη διαφορά ήταν η επελθούσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της βάσει της αρχικής και μοναδικής από 16.3.2020 σύμβασης.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός της αναίρεσης στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, με τις παρατιθέμενες πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, αποφάνθηκε σαφώς περί του κύρους της από 21.5.2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διαλαμβάνοντας ρητώς ότι, παρελθούσης της τρίμηνης (3μηνης) προθεσμίας, η καταγγελία αυτή κατέστη έγκυρη, με αποτέλεσμα να έχει ήδη λυθεί η από 16.3.2020, σύμβαση εργασίας από την περιέλευση της καταγγελίας στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα, δηλαδή ήδη από τις 21.5.2020.

Κατά τις ίδιες, δε, παραδοχές στις 22.7.2020 ο αναιρεσίβλητος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ανάκληση της από 21.5.2020 καταγγελίας, καθώς, όπως ορθά αποφάνθηκε σύμφωνα και με τις προηγηθείσες ως άνω νομικές σκέψεις, τέτοια ανάκληση δεν μπορούσε να γίνει μετά τις 21.5.2020, οπότε η καταγγελία περιήλθε στην αναιρεσείσουσα, αλλά σε πρόταση σύναψης νέας σύμβασης εργασίας, την οποία η αναιρεσείουσα δεν αποδέχθηκε.

Δηλαδή, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες πάντως είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και με αυτές δεν υπήρξε παραβίαση των διατάξεων που στις παρατιθέμενες ανωτέρω νομικές σκέψεις αναφέρονται, στις 22.7.2020 δεν υφίστατο η αρχική από 16.3.2020 σύμβαση εργασίας, εφόσον αυτή είχε καταγγελθεί από τον αναιρεσίβλητο στις 21.5.2015. 4.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 372/2024, 20/2021).

Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 372/2024, 755/2023, ΑΠ 20/2021).

Ως έγγραφα, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται:

α)το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β)το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ)το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 372/2024, 20/2021, 78/2020).

Εξάλλου, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του, από το άρθρο 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 419/2024, 647/2023, 721/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, τα οποία η ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε νομίμως με τις προτάσεις του τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά την δευτεροβάθμια δίκη και είναι κρίσιμα για το ουσιώδες ζήτημα της ισχύος της αρχικής σύμβασης εργασίας της, ήτοι α)του από 22.7.2020 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αντιδίκου της προς αυτή, με το οποίο ο πρώτος της γνωστοποίησε ότι έγινε επαναπρόσληψή της στην επιχείρησή του και ότι η εργασία της θα ξεκινούσε την επομένη (23.7.2020) σε θέση φύλαξης στη Βιομηχανική Περιοχή του ..., και β)του αποσταλέντος, ως συνημμένου στο αμέσως προαναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα, προγράμματος για τις βάρδιες που έπρεπε να εκτελέσει στην ως άνω θέση φύλαξης, καθώς, ενώ από την απλή γραμματική ανάγνωσή τους, και δη του πρώτου εγγράφου το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πρότεινε σ' εκείνη την κατάρτιση νέας σύμβασης αλλά της ανακοίνωσε την έναρξη επαναπασχόλησής της και την ενέταξε άμεσα στο πρόγραμμα απασχόλησης της επιχείρησής του, το Εφετείο, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα, έκαμε δεκτά περιστατικά καταδήλως διαφορετικά σε σχέση με αυτά που αποτυπώνονται στα έγγραφα αυτά, καταλήγοντας σε επιζήμιο για την ίδια αποδεικτικό πόρισμα.

Με βάση όσα στις αμέσως προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πραγματικότητα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όχι εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων - το περιεχόμενο του υπό στοιχ. β' από τα οποία άλλωστε δεν παρατίθεται - αλλ' ότι κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που η ίδια θεωρεί σωστό, ενώ παραλλήλως δεν επικαλείται, μολονότι για το ορισμένου του λόγου αναίρεσης από την πλημμέλεια αυτή απαιτείται, ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, παρά την αντίστοιχη υποχρέωσή της, δεν προσκομίζει τα συγκεκριμένα έγγραφα, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενό τους και να διαπιστωθεί, εάν υπήρξε πράγματι η επικαλούμενη παραμόρφωσή τους. 5.

Κατά την διάταξη του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Ο λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, ιδρύεται, αν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 798/2021, 1199/2018). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1352/2023, 383/2023, 25/2023, 172/2020).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1619/2023, 1199/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης έγκυρης συμβατικής σχέσης, τις προσκομισθείσες από την ίδια μετ' επικλήσεως (αλλά και από τον αντίδικό της) από 29.7.2020, 30.7.2020 και 3.8.2020 εξώδικες δηλώσεις του αντιδίκου της προς αυτήν, με τις οποίες ο αντίδικός της δήλωσε ότι εκείνη απουσίασε αδικαιολογήτως και αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρησή του, με τις δε δύο τελευταίες επιπροσθέτως την κάλεσε, επικαλούμενος και το διευθυντικό του δικαίωμα ως εργοδότη, να εμφανιστεί για εργασία στη θέση φύλαξης στη ΒΙ.ΠΕ. ..., (θέση) για την οποία είχε επαναπροσληφθεί με την από 22.7.2020 σύμβαση εργασίας, και τις οποίες, αν λάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε αποδεικτικά ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος δεν πρότεινε στην ίδια τη σύναψη νέας σύμβασης εργασίας, αλλ' ότι απλώς ανακοίνωσε στην ίδια ότι θα την επαναπασχολούσε στην επιχείρησή του δυνάμει της αρχικής και μοναδικής συναφθείσας μεταξύ τους σύμβασης εργασίας.

O λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (εξώδικες δηλώσεις) δεν προσκομίζονται και, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο, το οποίο, σημειωτέον, ότι στο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης προ του αποδεικτικού του πορίσματος, όπου αναφέρει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς διαμόρφωση αυτού, ρητώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

6. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.10.2023 (με αριθ. καταθ. ...2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 73/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ