286/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated286/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Full text
Απόφαση 286 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 286/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Α. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις……... Ανώνυμος Κατασκευαστική Εταιρεία" και το δ.τ. "..... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Χαλκίδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 1315/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 750/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2646/249/31.03.2022 αίτηση αναίρεσης της εφεσιβλήτου - ενάγουσας, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 750/15.02.2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την, από 22.06.2021 και με αριθμό κατάθεσης 49101/3851/2021, έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 1315/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ και εν συνεχεία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την, από 10.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 113202/2974/2018, αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, περί επιδίκασης περαιτέρω μισθών υπερημερίας, ως ουσιαστικά βάσιμη, και (η αναιρεσιβαλλομένη) αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ανωτέρω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση και ακολούθως δίκασε την ουσία της υπόθεσης και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βασίμου της ένστασης αυτής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 1072/2023, 855/2020, 694/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1033/2019 1265/2017).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 517/2021, 1373/2019, 1420/2013).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 431/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο (και αφορά την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως προς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αξιώσει μισθούς υπερημερίας), τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα λογίστρια προσλήφθηκε από την εναγομένη την 4-12-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως λογίστρια ...
Την 8-3-2011 με έγγραφο, το οποίο επέδωσε η εναγομένη στην ενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας, γνωστοποιώντας ότι η λύση αυτής θα επέλθει από 8-7-2011,... . ... εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 685/2017 απόφαση του Εφετείου ..., όπως αυτή διορθώθηκε με την 4755/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία .... αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 8-3-2011 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία να της καταβάλει (για αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας από 08.07.2011 έως 08.11.2012) το ποσό των 17.405 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 14.794,25 ευρώ, ...
Η τελεσίδικη 685/2017 απόφαση του Εφετείου ... ... αποτελεί, δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν, ήτοι ως προς ... την ακυρότητα της καταγγελίας και την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το αναφερόμενο σε αυτήν χρονικό διάστημα. ... η εναγομένη έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-12-2017 (δηλαδή το επίδικο). ...
Περαιτέρω όμως η ενάγουσα, της οποίας η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας έγινε καταβαλλομένης της νόμιμης αποζημιώσεως και αναγνωρίστηκε όπως προαναφέρθηκε η ακυρότητα της με δύναμη δεδικασμένου λόγω του ότι έπρεπε να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας έτερης εργαζομένης και επίσης της έχουν ήδη καταβληθεί τα επιδικασθέντα ποσά για αποδοχές υπερημερίας με την υπ' αρίθμ. 685/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...
όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αρίθμ. 4755/2018 του ίδιου Δικαστηρίου ήτοι το συνολικό ποσό των 32.199,25 ευρώ πλέον τόκων, όντας σε ιδιαίτερα παραγωγική ηλικία γεννηθείσα το έτος 1972 και με γνώσεις λογιστικής καθ' όσον είναι απόφοιτη του Τμήματος Λογιστικής ΤΕΙ Χαλκίδας από το έτος 1996 και έχοντας γνώση χειρισμού Η/Υ και λογιστικών προγραμμάτων, με πείρα από την εργασία της επί σειρά ετών ως λογίστρια στην εναγομένη, ηθελημένα και μάλιστα από κακοβουλία παρέλειψε να βρει αλλού εργασία λογίστριας ή παρεμφερούς σχετικής με τα προσόντα της σε επιχειρήσεις με δραστηριότητες συναφείς με την εναγομένη αλλά και έτερες αφού το επάγγελμα της λογίστριας δεν συνδέεται με συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, με ανάλογες αποδοχές, τις οποίες λάμβανε και από την εναγομένη (ή και με μικρότερες αποδοχές που θα μπορούσαν να καταλογισθούν), ενόψει της προϋπηρεσίας της, του βαθμού ζήτησης ισότιμης εργασίας, των αναγκών της εγχώριας αγοράς, καθ' όσον η ζήτηση στο επάγγελμα της λογίστριας είναι ιδιαιτέρα μεγάλη, και των ικανοτήτων της ως λογίστριας (...).
Αντίθετα η ενάγουσα στην μόνη εργασία που προέβη στο ιδιαίτερα μεγάλο επίδικο χρονικό διάστημα ήταν η προαναφερθείσα εργασία στην ΔΕΗ, στην οποία εργάστηκε, για το αναφερόμενο ανωτέρω διάστημα, τέσσερα περίπου έτη ύστερα από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Η ενάγουσα μόνο προσχηματικώς υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Οικονομικών που η πρόσληψη της θα ήταν δυσχερής, η αίτηση της στην ΕΛΣΤΑΤ και η υποβολή της σε πίνακα υποψηφίων για το ΑΙΓΙΝΗΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ, δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν αιτήσεις για εργασία το επίδικο χρονικό διάστημα διότι το προσκομιζόμενο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περί λήψεως της αιτήσεως όσον αφορά την ΕΛΣΤΑΤ φέρει ημερομηνία 10-8-2017 και ο πίνακας υποψηφίων για το ΑΙΓΙΝΗΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ 18-9-2017 ήτοι πρόκειται για αιτήσεις προς το τέλος της επίδικης περιόδου και δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν προσπάθεια εργασίας κατά την επίδικη περίοδο, ενώ προσπάθεια εργασίας δεν συνιστά και η άσκηση τυπικώς, αφού η ίδια αναφέρει ότι δεν είχε εισόδημα από αυτό του επαγγέλματος του λογιστή ελεύθερου επαγγελματία στην Πάτρα κατά την χρονική περίοδο από 2-5-2013 έως 26-7-2014, πόλη που έχει μικρότερη αγορά από την Αθήνα και για το οποίο διάστημα ζητά μισθούς υπερημερίας.
Συνεπώς από τα ανωτέρω προκύπτει κακόβουλη μη απασχόληση της ενάγουσας". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως βάσιμη κατ' ουσίαν (την οποία προηγουμένως είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη, κατά παραδοχή λόγου εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την εν λόγω ένσταση ως αόριστη) και εν συνεχεία απέρριψε την ένδικη αγωγή περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας συνολικού ποσού 119.480,14 ευρώ του χρονικού διαστήματος από 01.01.2013 έως 31.12.2017.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όπως η έννοια αυτής αναλύεται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος κατά τη διεκδίκηση από την ενάγουσα των επίδικων μισθών υπερημερίας από 01.01.2013 έως 31.12.2017.
Επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας να διεκδικήσει τους εν λόγω μισθούς υπερημερίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή (ή μη) εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, οι υπό στοιχεία Α, Δ και Θ κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του λόγοι της αίτησης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α και αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας που την έκανε δεκτή, είναι αβάσιμοι, πέραν του ότι οι ανωτέρω Δ και Θ κατά το δεύτερο σκέλος λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πάσχουν αοριστίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας -δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα (ΟλΑΠ 8/2005)- για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008) και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 246/2018, 1270/2017, 518/2017). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει, πέραν των άλλων, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1620/2022, 1108/2020).
Εν προκειμένω, με τον υπό στοιχείο Γ λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχθέν (κατά την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας) ότι "η (ίδια) ενάγουσα, ... όντας σε ιδιαίτερα παραγωγική ηλικία γεννηθείσα το έτος 1972 και με γνώσεις λογιστικής καθ' όσον είναι απόφοιτη του Τμήματος Λογιστικής ΤΕΙ Χαλκίδας ...
και έχοντας γνώση χειρισμού Η/Υ και λογιστικών προγραμμάτων, με πείρα από την εργασία της επί σειρά ετών ως λογίστρια στην εναγομένη, ηθελημένα και μάλιστα από κακοβουλία παρέλειψε να βρει αλλού εργασία λογίστριας ή παρεμφερούς σχετικής με τα προσόντα της σε επιχειρήσεις με δραστηριότητες συναφείς με την εναγομένη αλλά και έτερες αφού το επάγγελμα της λογίστριας δεν συνδέεται με συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, με ανάλογες αποδοχές, τις οποίες λάμβανε και από την εναγομένη ..., ενόψει της προϋπηρεσίας της, του βαθμού ζήτησης ισότιμης εργασίας, των αναγκών της εγχώριας αγοράς, καθ' όσον η ζήτηση στο επάγγελμα της λογίστριας είναι ιδιαιτέρα μεγάλη, και των ικανοτήτων της ως λογίστριας", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού είναι κοινώς γνωστό ότι οι επιχειρήσεις προσλαμβάνουν νέους εργαζόμενους χωρίς προϋπηρεσία και χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, στους οποίους καταβάλουν μικρότερες αποδοχές, ενώ η ίδια ήταν ήδη πλέον των 40 ετών (γεννηθείσα στις 25-9-1972), με πέντε τριετίες, αφού είχε 15 χρόνια απασχόληση και ένα ανήλικο παιδί που γεννήθηκε στις 29-8-2009 και είχαν υποχρέωση να της καταβάλουν κατά πολύ υψηλότερες αποδοχές.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης (Γ), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτό, όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 1 εδ β ΚΠολΔ) για την εφαρμογή της.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005, ΑΠ 1429/2021, 430/2020).
Για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2103/2022, 993/2022, 979/2017).
Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 868/2020, 1719/2017).
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 1353/2019), δεν αποτελούν δηλαδή ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκομιδή και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα, κατά την αναφορά των εγγράφων, να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 467/2022, 868/2020, 1719/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους υπό στοιχεία Β και ΣΤ λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη αντιστοίχως ότι το Εφετείο: 1. δεν έλαβε υπόψη του την 71469-12-2016 (βλ ορθό 71426/9-12-2016) ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου …... Α. Κ. Λ., η οποία λήφθηκε μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση επιδόσεως, που νόμιμα και παραδεκτά προσκόμισε και επικαλέστηκε και από την οποία, καθώς ο μάρτυρας έχει άμεση και προσωπική αντίληψη για όσα καταθέτει (το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει), αποδεικνύεται πλήρως ότι αναζητούσε εργασία και δεν έμεινε κακόβουλα άνεργη για να εισπράττει αποδοχές υπερημερίας (λόγος Β) και 2.
δεν έλαβε υπόψη του και ρητώς εξαίρεσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα αναφερόμενα στις προτάσεις της υπό στοιχείο 33 "Σωρεία εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται ότι έχω αποστείλει το βιογραφικό μου για την πρόσληψή μου σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων", από τα οποία έγγραφα, κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αναίρεσης, προκύπτουν τα δεκάδες e-mail και οι δεκάδες αιτήσεις που υπέβαλε αναζητώντας εργασία, όπως ειδικότερα στην αίτηση αναίρεσης παρατίθενται (λόγος ΣΤ).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των, από 10.01.2022, προτάσεων που η ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε (στις 11.01.2022) ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: .1. αναφορικά με τον Β λόγο αναίρεσης: προκύπτει ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, λήφθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, και συγκεκριμένα για τις ανάγκες της πρώτης αγωγής της κατά της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει κατά την επίκληση αυτής (ως σχετικό 27), πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αποτελεί απλό έγγραφο που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το δε Εφετείο δεν είχε την υποχρέωση να την μνημονεύσει ειδικώς κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία από αυτό ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτή.
Εξάλλου, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων (καταθέσεων μαρτύρων, ένορκης βεβαίωσης μάρτυρος της εναγομένης - ήδη αναιρεσιβλητης) και όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι (πλην του αναφερόμενου σχετικού με αριθμό 33 που δεν αφορά την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και περί του οποίου κατωτέρω).
Από τη βεβαίωση, αυτή σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (αν και διαφορετικού σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα) και την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση (που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα), στα πλαίσια των εγγράφων, ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή της, και τούτο ανεξαρτήτως της (διαφορετικής από την υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα) βαρύτητας που της προσέδωσε εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 340 ΚΠολΔ), που εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 2.
Αναφορικά με τον ΣΤ λόγο αναίρεσης: προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, με τις ως άνω προτάσεις της στο Εφετείο, ως σχετικό με αριθμό 33 "Σωρεία εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται ότι έχω αποστείλει το βιογραφικό μου για την πρόσληψή μου σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων". Η επίκληση των εγγράφων αυτών δεν είναι ειδική και από αυτή δεν προκύπτει η ταυτότητά τους, δηλαδή δεν είναι σαφής και ορισμένη, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προαναφερόμενη νομική σκέψη, για να τα λάβει υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορθώς δεν τα έλαβε υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ακριβώς όμοια ήταν και η επίκληση των άνω εγγράφων και με τις από 17.10.2019 προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αριθμό σχετικού 28.
Η το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την αίτηση αναίρεσης λεπτομερής επίκληση εγγράφων, που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας είναι αυτά που με την ανωτέρω επίκληση προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη και δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα υπό την επίφαση προβολής των ανωτέρω αναιρετικών λόγων επιχειρείται να πληγεί η, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (Β και ΣΤ) είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1702/2022, 559/2020, 1334/2018, 1199/2018).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 290/2022, 1266/2020). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 272/2020, 245/2020, 525/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους υπό στοιχεία Ε και Η λόγους αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο που την εξέδωσε παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε χωρίς απόδειξη, σύμφωνα με τον λόγο Ε, ότι υπήρχε μεγάλος κύκλος εργασιών, χωρίς ο κύκλος αυτός να είναι υπαρκτός το επίδικο διάστημα και να προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία, όταν μάλιστα γίνεται δεκτό ότι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού αγγελιών με τις οποίες ζητούνται εργαζόμενοι και ο μεγάλος χρόνος ανεργίας, δεν καθιστά καταχρηστική την αναζήτηση αποδοχών υπερημερίας και ότι η ζήτηση στο επάγγελμα της λογίστριας είναι ιδιαιτέρα μεγάλη, και λόγω των ικανοτήτων της θα μπορούσε να εργαστεί ως λογίστρια και, σύμφωνα με τον λόγο Η ότι "...
προκύπτει κακόβουλη μη απασχόληση της ενάγουσας και η σχετική ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν απορριπτομένης εν συνεχεία της αγωγής". Ο υπό στοιχείο Ε όμως λόγος είναι απαράδεκτος, αφού τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που αντλούνται από την αξιολόγηση των αποδείξεων, θεμελιωτικά της κρίσης του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ηθελημένα και μάλιστα από κακοβουλία παρέλειψε να βρει αλλού εργασία λογίστριας ή παρεμφερούς σχετικής με τα προσόντα της και κατ' ακολουθίαν έκανε δεκτή τη σχετική ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Επίσης ο με στοιχείο Η λόγος, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος διότι δι' αυτού πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος. ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την αναφερόμενη στην απόφαση ένορκη βεβαίωση μάρτυρος της εναγομένης, που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της-ενάγουσας και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δεν έκρινε χωρίς απόδειξη ως ουσία βάσιμη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, δεχόμενο κακόβουλη μη απασχόληση αυτής (ενάγουσας) και εν συνεχεία απορρίπτοντας τη σχετική αγωγή Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 728/2020, 272/2020, 660/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους υπό στοιχεία Ζ και Θ κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας στον μεν Ζ λόγο ότι το εφετείο που την εξέδωσε, με το να δεχθεί ότι η ίδια (αναρεσείουσα) προσχηματικώς υπέβαλε τις αιτήσεις για εργασία και ότι κακόβουλα παρέμενε άνεργη, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, στον δε Θ λόγο κατά το τρίτο του σκέλος ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα καταφανώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, και να θεωρήσει ότι προσχηματικά υπέβαλε τις αιτήσεις της για εργασία όταν έχει υποβάλλει δεκάδες αιτήσεις αναζητώντας εργασία και έχει εργαστεί σε πέντε υπηρεσίες.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, που κατά την αναιρεσείουσα το περιεχόμενό τους παραμορφώθηκε' ειδικώς, όσον αφορά το τρίτο σκέλος του Θ λόγου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι με την μνεία περί παραμόρφωσης των "παραπάνω εγγράφων" αναφέρεται στα ανωτέρω αναφερόμενα στον υπό στοιχείο ΣΤ λόγο αναίρεσης έγγραφα, που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι αυτά που με την επίκληση "Σωρεία εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται ότι έχω αποστείλει το βιογραφικό μου για την πρόσληψή μου σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων" προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο παραπάνω λόγο (ΣΤ), δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών στο δικαστήριο της ουσίας και επομένως ειδική από την οποία να προκύπτει η ταυτότητά τους και ορθώς, το δικαστήριο αυτό (εφετείο), δεν τα έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως, δεν νοείται παραμόρφωση του περιεχομένου αυτών ως εγγράφων που δεν απετέλεσαν αποδεικτικά μέσα.
Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.03.2022 και με αριθμό κατάθεσης 2646/249/31.03.2022 αίτηση αναίρεσης της 750/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ