286/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated286/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει δε το έργο να έχει αγοραία και αυτοτελή αξία για τον εργοδότη ή για κάποιον τρίτο, η δε αξία του πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την αξία της εργασίας, που καταβάλλεται για την παραγωγή του. Η διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών έργων και συνεπώς οποιοδήποτε νοητό έργο ρυθμίζεται κατ' αρχήν από τα άρθρα 681 έως 702 του ΑΚ.
Full text
Απόφαση 286 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 286/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ ΠΛΟΙΩΝ - ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "... S.A.", η οποία έχει την έδρα της στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... COMPANY LIMITED", η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "...) ΙΝΚ", που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7974/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 589/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αρ. 2272/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αρ. 589/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αρ. 471/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. .../17-04-2018, έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ν. Τ., προκύπτει, ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μαζί με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, προς την αναιρεσείουσα. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της.
Κατά το άρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξή του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια και κατά παράβαση της δικονομικής δια-τάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015). Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου.
Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, δηλαδή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου από τον εργολάβο, στοιχείο το οποίο αν λείπει δεν πρόκειται για μίσθωση έργου αλλά για άλλη σύμβαση (εντολή κλπ).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έργο νοείται το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, συνισταμένης στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με εκείνη που προϋφίσταται, μπορεί δε το έργο να είναι υλικό ή άϋλο, πνευματικής, φυσικής ή ηθικής φύσης, να συνδέεται με ενσώματο αντικείμενο είτε άμεσα (μετατροπή ύλης) είτε έμμεσα, να αποτελεί αυτοτελές προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, να είναι ορατό (ανοικοδόμηση κτιρίου) ή αόρατο (διατύπωση επιστημονικής γνώμης) κλπ.
Πρέπει δε το έργο να έχει αγοραία και αυτοτελή αξία για τον εργοδότη ή για κάποιον τρίτο, η δε αξία του πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την αξία της εργασίας, που καταβάλλεται για την παραγωγή του. Η διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών έργων και συνεπώς οποιοδήποτε νοητό έργο ρυθμίζεται κατ' αρχήν από τα άρθρα 681 έως 702 του ΑΚ.
Επομένως, ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται, κατά το άρθρ. 694 ΑΚ, της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη.
Ο εργολάβος δε που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεστεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει τη σύναψη εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, τη συμφωνηθείσα αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοσή του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη (ΑΠ 703/2019, ΑΠ 554/728/2017).
Αντιθέτως, η παράδοση του έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε ο εργοδότης μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνο τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 119/2014, ΑΠ 183/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως, απορρίπτονται την περί του αντιθέτου ένστασή της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εκθέτει ότι κατά το ενδιαφέρον χρονικό διάστημα, ήταν πλοιοκτήτρια του με σημαία Μάλτας φ/γ πλοίου, με το όνομα "...". Ότι στις 26.01.2011, ανέθεσε μέσω της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας στην εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα) τη συντήρηση του υπερσυμπιεστή της κύριας μηχανής του πλοίου, το οποίο ναυλοχούσε στο λιμένα FOS της Γαλλίας.
Η συντήρηση, η οποία ήταν περιοδική και προγραμματισμένη, σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή της, πραγματοποιήθηκε από συνεργείο τεχνικών της εναγόμενης στις 03 και 04-02-2011 στον ανωτέρω λιμένα. Ότι η κύρια μηχανή του πλοίου τέθηκε σε λειτουργία στις 13- 04-2011 με την προοπτική του απόπλου του πλοίου την επόμενη ημέρα.
Ότι, μόλις η εν λόγω μηχανή τέθηκε σε λειτουργία, διαπιστώθηκε, λόγω έντονων κραδασμών, ότι η φτερωτή του συμπιεστή δεν είχε τοποθετηθεί σωστά και κτυπούσε στα τοιχώματα του συμπιεστή. Ότι ενημερώθηκε σχετικά η εναγόμενη, η οποία απέστειλε, στις 15- 02-2011, σε λιμάνι του Γιβραλτάρ δύο τεχνικούς της για να διαπιστώσουν το λόγο της δυσλειτουργίας.
Ότι οι τεχνικοί αυτοί διαπίστωσαν ότι η φτερωτή του συμπιεστή, είχε υποστεί βαρύτατη βλάβη. Ότι η βαρύτατη βλάβη προκλήθηκε από μετακίνηση της φτερωτής σε λανθασμένη (κάθετη) θέση επάνω στο στροφείο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ομοιομορφία των αξονικών ελευθεριών κατά τις εργασίες συναρμολογήσεως αυτής (φτερωτής) από το συνεργείο της εναγόμενης, τα μέλη του οποίου, επιπλέον, παρέλειψαν να προβούν σε ελέγχους και μετρήσεις μετά το πέρας των εργασιών συντηρήσεως και προτού συναρμολογηθεί ο υπερσυμπιεστής, ώστε να διαπιστωθεί εγκαίρως το υφιστάμενο πρόβλημα.
Ότι η ευθύνη για τη βλάβη και την προκύψασα ζημία οφείλεται αποκλειστικά στο συνεργείο της εναγόμενης, τα μέλη του οποίου παρέλειψαν κατά τη συντήρηση του υπερσυμπιεστή να τηρήσουν τους κανόνες της επιστήμης και της οικείας τέχνης. Ότι αυτή (ενάγουσα) αναγκάστηκε να αναθέσει σε άλλο συνεργείο την προσωρινή επισκευή του υπερσυμπιεστή στο λιμένα ALGESIRAS της Ισπανίας, λόγω ανυπαρξίας ανταλλακτικών στο προηγούμενο λιμάνι, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με το ποσό των 9.895,00€.
Ότι το σύνολο των εξόδων (αμοιβή πράκτορα, έξοδα κινήσεως, επικοινωνιών, λάντζας και ξενοδοχείου) στο ανωτέρω λιμάνι, για την υποστήριξη των εργασιών προσωρινής επισκευής, ανήλθαν στο ποσό των 5.105,02€. Ότι, λόγω της προσωρινότητας της επισκευής, ζητήθηκαν από νηογνώμονα του πλοίου η διενέργεια επιθεωρήσεως αυτού (πλοίου) με αποτέλεσμα να δαπανήσει αυτή (ενάγουσα) το ποσό των 1.012,11€.
Ότι το πλοίο, με μειωμένη ταχύτητα, έπλευσε στο λιμένα TUBARAO-VITORIA της Βραζιλίας για φόρτωση και εκεί, στις 09 και 10-03-2011, πραγματοποιήθηκε από εξειδικευμένο συνεργείο η τοποθέτηση καινουργούς εξαρτήματος στον υπερσυμπιεστή, με αποτέλεσμα να δαπανηθούν ποσό 108.001,37€ για την αγορά του εξαρτήματος και ποσό 5.583,93€ για την αμοιβή του συνεργείου.
Ότι, εξαιτίας της ακινησίας του πλοίου από την 12:00 ώρα της 16-02-2011 έως και την 03:00 ώρα της 18-02-2011, οι ναυλωτές του πλοίου αφαίρεσαν ναύλο ποσού 60.898,46€. Ότι, για την μετάβαση και την επιστροφή δύο τεχνικών της εναγόμενης και ενός τεχνικού αυτής (ενάγουσας) στον λιμένα που βρισκόταν το πλοίο για την διαπίστωση του προκύψαντος προβλήματος, δαπάνησε (αυτή) συνολικό ποσό 3.536,00€.
Ότι το συνολικώς, κατά τα ανωτέρω, προκύπτον ποσό των 254.081,89€, ζητήθηκε από αυτή (ενάγουσα) με εξώδικη πρόσκλησή της, που επιδόθηκε στις 24-03-2011, να της καταβληθεί από την εναγόμενη πλην όμως αυτή αδιαφόρησε. Ζήτησε δε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό νομιμοτόκως από τις 24-03-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 ΚΠολΔ, και μάλιστα προσδιορίζονται επαρκώς τα στοιχεία της επίδικης σύμβασης έργου, η παράδοση του έργου, οι ελλείψεις αυτού και οι συνεπεία τούτων ζημίες της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος της αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων του έργου.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια πότε παραδόθηκε το έργο ποιες ελλείψεις ή κακοτεχνίες παρουσίαζε και πώς συνδέεται η ζημία της ενάγουσας με τη συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ.
των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, και δη την εξειδίκευση των περιεχομένων σ' αυτούς αορίστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλ.
όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση πραγμάτων και επομένως λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος.
Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος (ΑΠ 689/2017, ΑΠ 58/2014, ΑΠ 266/2014).
Με τον ενδέκατο λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι δεν έγινε δοκιμαστικός πλους, χωρίς να διευκρινίσει αν αυτός απαιτείτο από τον κατασκευαστή ή αν αυτό επιβάλλεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη ναυτική πρακτική.
Ο λόγος αυτός, πέρα από τις
περιεχόμενες σ' αυτόν απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανέλεγκτες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με τη διεθνή ναυτική πρακτική ως προς την διενέργεια δοκιμαστικού πλού μετά από κάθε επισκευή της μηχανής του πλοίου δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή των αναφερομένων κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι δεν έγινε δοκιμαστικός πλούς, γιατί το πλοίο βρισκόταν μέσα σε λιμάνι και ότι το συνεργείο της αναιρεσείουσας δεν πρότεινε ποτέ το δοκιμαστικό πλού εξαιτίας του γεγονότος αυτού είναι απαράδεκτη γιατί το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα. Για τον αυτό λόγο είναι απαράδεκτος και ο συναφής 15ος' λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τις ζημίες που προκλήθηκαν στην αναιρεσίβλητη λόγω ελλείψεων του έργου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ.559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως των διαδίκων απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από του αριθμούς 19 και 20 του άρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 100/2018, ΑΠ 1104/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: " Η ενάγουσα εταιρεία είναι από το έτος 2009 πλοιοκτήτρια του φ/γ πλοίου, με το όνομα (...)... Στο πλοίο, το οποίο είχε ναυπηγηθεί το έτος 2009 είχε τοποθετηθεί υπερσυμπιεστής (turbochanger) της κύριας μηχανής του κατασκευασμένος σε εργοστάσιο της εταιρείας "...
LTD." της Ιαπωνίας, ο οποίος συμπλήρωνε, στις αρχές του μήνα Φεβρουάριο του έτους 2011, 8.000 ώρες λειτουργίας και, σύμφωνα με τις υποδείξεις της κατασκευάστριας εταιρείας, έπρεπε να υποβληθεί σε τακτικό έλεγχο και συντήρηση από πιστοποιημένο από αυτή (κατασκευάστρια εταιρεία) συνεργείο έτσι ώστε να διατηρηθεί η εγγύηση καλής λειτουργίας του.
Την περίοδο εκείνη το πλοίο ναυλοχούσε στον λιμένα FOS της Γαλλίας προς εκφόρτωση και έτσι η διαχειρίστριά του εταιρεία απευθύνθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, έχουσα τον διακριτικό τίτλο "...", με την οποία διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία και η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη για έλεγχο και επισκευή των υπερσυμπιεστών του ανωτέρω εργοστασίου, και ζήτησε να μεταβεί συνεργείο της αποτελούμενο από δύο τεχνικούς στο προαναφερόμενο λιμάνι της Γαλλίας προς τον σκοπό ελέγχου της καταστάσεως του υπερσυμπιεστή του πλοίου.
Πράγματι, το συνεργείο της εναγόμενης, αποτελούμενο από τους τεχνικούς Π. Θ. και Ν. Κ., που συνοδεύονταν από τον αρχιμηχανικό της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας Δ. Α., μετέβη στο λιμένα FOS, στις 03-02-2011. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι οι τεχνικοί της εναγόμενης, στις 03 και 04-02-2011, εργάστηκαν στο πλοίο και προέβησαν σε έλεγχο και συντήρηση του υπερσυμπιεστή χωρίς να προβούν σε αντικατάσταση κάποιου ανταλλακτικού.
Κατά την εκτέλεση των εργασιών στον υπερσυμπιεστή του πλοίου ήσαν περιοδικά παρόντες ο ανωτέρω αρχιμηχανικός και ο α' μηχανικός του πλοίου, η παρουσία των οποίων δεν ήταν ουσιαστική, με την έννοια ότι δεν κατηύθηναν τους τεχνικούς της εναγόμενης, ούτε υπέβαλαν σε έλεγχο κάθε ενέργειά τους και τούτο διότι δεν είχαν την αναγκαία εξειδίκευση αλλά και γιατί ο σκοπός της παρουσίας τους δεν ήταν η υποκατάσταση των μελών συνεργείου της εναγόμενης ή η συνεργασία τους με αυτά αλλά η άσκηση μιας μορφής εποπτείας, ώστε να διαπιστωθεί η εκτέλεση των εργασιών που επιβάλλει η κατασκευάστρια εταιρεία για τον έλεγχο της καταστάσεως του υπερσυμπιεστή...
Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών τα μέλη του συνεργείου της εναγόμενης συνέταξαν σχετική αναφορά εργασιών την οποία υπέγραψε και ο α' μηχανικός του πλοίου και, στις 05-02-2011, επέστρεψαν αεροπορικώς στην Αθήνα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η απεγκατάσταση τμημάτων του υπερσυμπιεστή όσο και η επανεγκατάστασή τους διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις υποδείξεις των εγχειριδίων της κατασκευάστριας εταιρείας και η αρτιότητα της επανεγκαταστάσεώς τους βασίστηκε σε μετρήσεις που πραγματοποίησε το συνεργείο της εναγομένης.
Δοκιμή υπό συνθήκες λειτουργίας της κύριας μηχανής του πλοίου δεν έλαβε χώρα για τον λόγο ότι το πλοίο ήταν προσδεδεμένο στο λιμάνι και έτσι δεν επιτρεπόταν να ενεργοποιηθεί η κύρια μηχανή ούτε με χαμηλές στροφές. Για τον ίδιο λόγο δεν έλαβε χώρα δοκιμαστικός πλους του πλοίου, εφόσον αυτό δεν μπορούσε να εξέλθει από τον λιμένα, να πραγματοποιήσει δοκιμαστικό πλου και να επανεισέλθει στον β' προκαθορισμένο χώρο του λιμένα.
Για τον λόγο αυτό, που ήταν γνωστός στα πολύπειρα μέλη του συνεργείου της εναγομένης, δεν προτάθηκε καν η διενέργεια δοκιμαστικού πλου υπό τις δεδομένες συνθήκες. Στις 13-02-2011 το πλοίο έθεσε σε λειτουργία την κύρια μηχανή του με την προοπτική του απόπλου του από τον λιμένα FOS. Τότε, ακούστηκε έντονος θόρυβος από τον ελεχθέντα υπερσυμπιεστή και έγιναν αισθητοί έντονοι κραδασμοί κατά τους χειρισμούς εμπρός-πίσω, ενώ τα φαινόμενα αυτά εντείνονταν σε περίπτωση αυξήσεως του αριθμού των στροφών.
Ωστόσο το πλοίο, πλέοντας με την ταχύτητα του ναυλοσυμφώνου, η οποία,
δεν είναι η μεγαλύτερη δυνατή να επιτευχθεί αλλά προεπιλεγμένη και σταθερή, κατέπλευσε στο Γιβραλτάρ όπου επέβησαν του πλοίου, ειδοποιηθέντες σχετικά, ο αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας και οι τεχνικοί της εναγόμενης... Από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε διαπιστώθηκε ότι η φτερωτή του συμπιεστή είχε υποστεί βαρύτατη βλάβη, μη δυνάμενη να αντιμετωπιστεί στον λιμένα του Γιβραλτάρ και έτσι το πλοίο έπλευσε στον λιμένα ALGESIRAS της Ισπανίας, όπου συνεργείο της επιχειρήσεως, με τον διακριτικό τίτλο "...Z", επέβη του πλοίου, αποσυναρμολόγησε τον υπερσυμπιεστή και διαπίστωσε ότι η φτερωτή του υπερσυμπιεστή είχε βλαβεί, λόγω επαφής της με τον οδηγό, και τα σπασμένα τμήματά της προξένησαν βλάβη στον λαβύρινθο αέρος και ειδικότερα τα μισά από τα πτερύγια του τροχού του συμπιεστή ήσαν φθαρμένα και είχαν απωλέσει 3-4 mm σε ύψος στις ζώνες εισαγωγής, τα κανάλια σφραγίσματος στην πίσω πλευρά του τροχού του συμπιεστή ήταν φθαρμένα, η ζώνη προσαρμογής του τροχού του συμπιεστή και το περίβλημα του στροφείου της τουρμπίνας ήσαν κατεστραμμένα, το ένθετο κομμάτι είχε υλικό από τον τροχό και ο λαβύρινθος αέρος είχε κολλημένο υλικό από τον τροχό του συμπιεστή.
Η βλάβη της φτερωτής αποδόθηκε, μετά από αξιολόγηση της υφιστάμενης εικόνας και των ευρημάτων, σε κακή συναρμολόγηση της φτερωτής κατά την επαφή της με τον άξονα του ρότορα. Ακολούθησαν αφαίρεση του άξονα της τουρμπίνας και της φτερωτής και αποστολή τους για επισκευή και ρύθμιση σε επίγεια εγκατάσταση του λιμένα.
Στο μεταξύ, απέβησαν του πλοίου οι τεχνικοί της εναγόμενης και επέστρεψαν στην Αθήνα. Ακολούθως, το πλοίο, με μειωμένη ταχύτητα, ενόψει του ότι η επισκευαστική παρέμβαση που επιχειρήθηκε είχε προσωρινά αποτελέσματα, έπλευσε στον λιμένα TUBARAO - VITORIA της Βραζιλίας για φόρτωση και οριστική αποκατάσταση του προκύψαντος προβλήματος, όπως συστήθηκε από τους τεχνικούς του συνεργείου της "...Z".
Στον εν λόγω λιμένα επέβη του πλοίου συνεργείο της επιχειρήσεως, με τον διακριτικό τίτλο "..." και αντικατέστησε τον υπερσυμπιεστή του πλοίου τον λαβύρινθο αέρος, το χιτώνιο και την φτερωτή με καινουργή ανταλλακτικά που απεστάλησαν αεροπορικώς από την Ιαπωνία. Από τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει με την αναγκαία σαφήνεια ότι υπαίτιοι της βλάβης του υπερσυμπιεστή της κύριας μηχανής του ένδικου πλοίου υπήρξαν τα μέλη του αρχικού συνεργείου της εναγόμενης - βοηθοί εκπληρώσεως αυτής, τα οποία (μέλη του συνεργείου) από αμέλειά τους δεν τοποθέτησαν την φτερωτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα φτερά της να μην έρχονται σε επαφή με τον οδηγό (άξονα) με αποτέλεσμα, μόλις η κύρια μηχανή του πλοίου τέθηκε σε λειτουργία, να σπάσουν τμήματα των φτερών της φτερωτής και να βλάψουν τον λαβύρινθο του αέρα.
Η κατά τα ανωτέρω, βλάβη του υπερσυμπιεστή επήλθε αμέσως μόλις τέθηκε σε λειτουργία η κύρια μηχανή του πλοίου και δεν θα αποφεύγονταν σε περίπτωση παύσεως της λειτουργίας της, ούτε μεγεθύνθηκε από τον πλου του πλοίου, ενώ τα μέλη του πληρώματος του πλοίου και ο αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας δεν βαρύνονται με κάποιας μορφής αμελή συμπεριφορά.
Σημειώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση του παραδοθέντος έργου από την στιγμή που η βλάβη ανεφάνη το πρώτο με την θέση σε λειτουργία της κύριας μηχανής του πλοίου ενώ η οποιαδήποτε (δευτερεύουσα) εμπλοκή του αρχιμηχανικού της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας και του πρώτου μηχανικού στην διαδικασία ελέγχου της καταστάσεως του υπερσυμπιεστή έλαβε χώρα ενώ η κύρια μηχανή του πλοίου δεν λειτουργούσε.
Περαιτέρω, από την προκληθείσα βλάβη του υπερσυμπιεστή της κύριας μηχανής του πλοίου η ενάγουσα πλοιοκτήτριά του εταιρεία αναγκάστηκε να υποβληθεί στις ακόλουθες δαπάνες, υποστάσα τις αντίστοιχες ζημίες: 1) Κατέβαλε ποσό 9.895,00€ στην επιχείρηση "...Z" για την διενέργεια της προσωρινής επισκευαστικής επεμβάσεώς της στο πλοίο... 2) κατέβαλε συνολικά ποσό 5.105,026 στην επιχείρηση πρακτορείας "..." για έξοδα πρακτορεύσεως του πλοίου στους λιμένες του Γιβραλτάρ και του ALGESIRAS της Ισπανίας... 3) κατέβαλε ποσό 1.012,11€ στον νηογνώμονα του πλοίο "..." για την επιθεώρηση του πλοίο, μετά την γενόμενη προσωρινή επισκευαστική παρέμβαση, ώστε να μπορεί να πλεύσει νόμιμα... 4) κατέβαλε ποσό 108.001,37€ στην εταιρεία "...
LTD." για την αγορά καινουργών ανταλλακτικών και την αεροπορική αποστολή τους στην Βραζιλία, 5) κατέβαλε ποσό 5.583,93€ στην επιχείρηση "..." για τις υπηρεσίες της τις σχετικές με την τοποθέτηση των καινουργών ανταλλακτικών στο πλοίο και 6) απώλεσε ναύλο ποσού 60.898,466 λόγω αφαιρέσεως του εν λόγω ποσού από την ναυλώτρια εταιρεία "Κ "Κ" ..." εξαιτίας της παραμονής του πλοίου εκτός ναυλοσυμφώνου επί 1,62500 ημέρες ...
ήτοι η ενάγουσα υπέστη συνολική ζημία ποσού 190.495,89€ (9.895,00€ + 5.105,02€ + 1.012,11€ + 108.001,37€ + 5.583,93€ + 60.898,466). Αντιθέτως, δεν αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με την καταβολή ποσού 3.536,006 για την αξία αεροπορικών εισιτηρίων προς και από τους λιμένες όπου ναυλοχούσε το πλοίο για την μετάβαση και επιστροφή τόσο του αρχιμηχανικού της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας όσο και των μελών των συνεργείων της εναγόμενης και τούτο διότι τα σχετικά παραστατικά που προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση φέρουν ως πληρώτρια πελάτη εταιρεία, με την επωνυμία "...
SA" που δεν συνδέεται με τα διάδικα μέρη και, επιπλέον, δεν προκύπτει σύνδεσμος της, οποιασδήποτε μορφής, με την
υπόθεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή στο σύνολό της, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη- αναιρεσείουσα στην καταβολή προς την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ποσού 190.495,89 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 24-03-2011 έως την εξόφληση.
Με τους τέταρτο, κατά το επικουρικό σκέλος του, έβδομο, όγδοο, ένατο, δωδέκατο δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο, λόγους της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για ελλιπή αιτιολογία, γιατί α) δεν διέλαβε τίποτε σχετικά με τη δυνατότητα ή μη διενέργειας, δοκιμαστικού πλού, αλλά αρκέστηκε στο ότι ο πλούς αυτός δεν έλαβε χώρα, ενώ παρέλειψε να διαλάβει κρίση, κατά πόσον για να θεωρηθεί ολοκληρωμένο και παραδόσιμο ένα έργο της κατηγορίας του ενδίκου, ήταν αναγκαία η πραγματοποίηση επιτυχούς δοκιμαστικού πλού, β) δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, διότι το παραδοθέν έργο δεν είχε καμία απολύτως έλλειψη, και μάλιστα από υπαιτιότητά της, γ) παρέλειψε να προσδιορίσει, ειδικά, ποιές ήταν εργασίες, που επέβαλε ο κατασκευαστής και ποιές ήταν οι εκτελεσθείσες εργασίες, ποιό ήταν το περιεχόμενο της έκθεσης αναφοράς, που συνυπέγραψε ο α' μηχανικός του πλοίου και ποιές οι συνέπειες της υπογραφής αυτής, δεδομένου ότι βάσει του εγγράφου αυτού...
είχε προβληθεί η ένσταση περί απαλλαγής από κάθε ευθύνη λόγω ανεπιφύλακτης παραλαβής, δ) ενώ δέχθηκε όσον αφορά τις εργασίες αποκαταστάσεως της ζημιάς στον υπερσυμπιεστή ότι συντάχθηκε αναφορά εργασιών, ακολούθως δέχθηκε ότι υπαίτιοι της βλάβης του υπερσυμπιεστή και της κύριας μηχανής του ένδικου πλοίου υπήρξαν τα μέλη του αρχικού συνεργείου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ε) παρέλειψε να αποφανθεί...
αν οι μηχανικοί της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είχαν τις απαραίτητες μηχανές και εργαλεία για να διενεργήσουν και οι ίδιοι έλεγχο στη μηχανή, και αν τον έκαναν, αφού δεν είχαν την αναγκαία εξειδίκευση καθώς και αν προκύπτει οποιαδήποτε ευθύνη αυτών από την υπογραφή της πιο πάνω αναφοράς εργασιών.
στ) παρέλειψε να ελέγξει αν η βλάβη μεγεθύνθηκε από τον περαιτέρω πλου του πλοίου, ζ) παρέλειψε να ελέγξει αν και κατά πόσο υπήρχε ελάττωμα στη μηχανή, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτό κατά την παράδοση των εργασιών, καθώς και αν το γνώριζε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και το απέκρυψε με δόλο.
Ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος, αφού είναι επαρκής η αιτιολογία ότι δοκιμή υπό συνθήκες λειτουργίας της κύριας μηχανής του πλοίου δεν έλαβε χώρα για το λόγο ότι το πλοίο ήταν προσδεδεμένο στο λιμάνι και έτσι δεν επιτρεπόταν να ενεργοποιηθεί η κύρια μηχανή ούτε με χαμηλές στροφές και ότι αυτό δεν μπορούσε να εξέλθει από το λιμένα και να επανεισέλθει στον προκαθορισμένο χώρο του λιμένα, και γι' αυτό δεν πρότεινε καν το συνεργείο της αναιρεσείουσας τη διενέργεια δοκιμαστικού πλού.
Επίσης, είναι επαρκής η αιτιολογία
ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του παραδοθέντος έργου, από τη στιγμή που η βλάβη ανεφάνη το πρώτο με τη θέση σε λειτουργία της κύριας μηχανής του πλοίου, έχοντας προηγουμένως δεχθεί ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει δοκιμαστικός πλους και γι' αυτό δεν προτάθηκε από τους τεχνικούς της εναγομένης-αναιρεσείουσας.
Ο έβδομος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι το πόρισμα του Εφετείου όσον αφορά την έλλειψη υπαιτιότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για τη ζημία που προκλήθηκε είναι σαφής, οι δε επικαλούμενες σε σχέση με αυτό αντιφάσεις, αναφέρονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Ο όγδοος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, παρέθεσε τις εργασίες που εκτέλεσε τις εργασίες της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά των εργασιών που επέβαλε ο επισκευαστής, ούτε το περιεχόμενο της αναφοράς που συνυπέγραψε ο μηχανικός του πλοίου.
Οι ένατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκα τέταρτος, λόγοι της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμοι, καθόσον η προσβαλλόμενη διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού, δέχεται κατά την ανεξέλεγκτη κρίση της, ότι στο λιμένα του ALGESIRAS της Ισπανίας, συνεργείο της ...Z, αποσυναρμολόγησε τον υπερσυμπιεστή και διαπίστωσε ότι η φτερωτή του είχε βλάβη, λόγω επαφής της με τον οδηγό και τα σπασμένα τμήματά της προξένησαν βλάβη στο λαβύρινθο αέρος.
Η βλάβη της φτερωτής αποδόθηκε... σε κακή συναρμολόγηση της φτερωτής κατά την επαφή της με άξονα του ρότορα και η προσβαλλόμενη κατέληξε ότι υπαίτιοι της βλάβης του υπερσυμπιεστή υπήρξαν τα αρχικά μέλη του αρχικού συνεργείου της εναγόμενης. Ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών ήσαν περιοδικά παρόντες ο αρχιμηχανικός και ο α' μηχανικός του πλοίου, η παρουσία των οποίων δεν ήταν ουσιαστική, διότι δεν είχαν την αναγκαία εξειδίκευση και ο σκοπός της παρουσίας τους ήταν η άσκηση μιας μορφής εποπτείας, ώστε να διαπιστωθεί η εκτέλεση των εργασιών.
Η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι η ζημία επήλθε εξ αρχής, ότι το πλοίο έπλευσε προσωρινά με μειωμένη ταχύτητα ναυλοσυμφώνου, η οποία δεν ήταν η μεγαλύτερη δυνατή και ότι ζημία δεν θα αποφευγόταν, ακόμη και σε περίπτωση παύσεως της λειτουργίας, ούτε μεγεθύνθηκε από τον πλου του πλοίου. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση του παραδοθέντος έργου από τη στιγμή που ανεφάνη η βλάβη, το πρώτο με τη θέση σε λειτουργία της κύριας μηχανής του πλοίου, ενώ η οποιαδήποτε (δευτερεύουσα) εμπλοκή του αρχιμηχανικού και του πρώτου μηχανικού στη διαδικασία ελέγχου της καταστάσεως του υπερσυμπιεστή έλαβε χώρα, ενώ η κύρια μηχανή του έργου δεν λειτουργούσε.
Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο εμμέσως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, εφόσον με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018).
Με το δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ, (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 1), μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι καίτοι προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, τον ισχυρισμό ότι το αρχικό πρόβλημα στη μηχανή του πλοίου, το οποίο προκάλεσε και τον θόρυβο, οφειλόταν σε τυχαία μετατόπιση του στροβιλοκινητήρα και όχι σε κακή τοποθέτηση της φτερωτής, δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι, "τόσο η απεγκατάσταση τμημάτων του υπερσυμπιεστή όσο και η επανεγκατάστασή τους διενεργήθηκαν, σύμφωνα με τις υποδείξεις των εγχειριδίων της κατασκευάστριας εταιρείας, και ότι η αρτιότητα της επανεγκατάστασής τους βασίστηκε σε μετρήσεις που πραγματοποίησε το συνεργείο της εναγόμενης...".
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον οι ως άνω αιτιάσεις συνιστούν αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής και μη έχων αυτοτέ-λεια πραγματικό επιχείρημα το οποίο αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν συνιστά πράγμα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως.
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (Α.Π. 309/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 570/2010). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 1 ΚΠολΔ σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 183 ΚΠολΔ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται σε περίπτωση που αυτό γίνει δεκτό σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε.
Αν το Εφετείο εξαφανίσει εν όλω ή εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και αποφασίσει οριστικά επί της υπόθεσης, εξαφανίζει και την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της τελευταίας και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς, εφόσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα του διαδίκου. Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ, εκθέτοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, την υπ' αριθ.
κατάθ. 1009/2012 έφεση της κατά της υπ' αριθ.3548/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και την εξαφάνισε, ακολούθως αντιφατικά δεν απέρριψε, αλλά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης και αντιφατικά διέταξε την επιστροφή του παραβόλου και ταυτόχρονα την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ορίστηκε αντιφατικά ότι "Τα δικαστικά έξοδα τα αναλογούντα στην έκταση της νίκης της ενάγουσας- εκκαλούσας(ενώ εκκαλούσα ήταν η εναγομένη) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτής πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αντίστοιχα ηττώμενης εναγόμενης- εκκαλούσας".
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκανε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν την έφεση κατά της υπ' αριθ. 3548/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού εξαφάνισε κράτησε την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ, και δικάζοντας την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει. Κατά συνέπεια, ορθά διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στην εναγομένη- εκκαλούσα και επέβαλε σε βάρος της, ως ηττηθείσας διαδίκου, τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1, 183,191 παρ.2 ΚΠολΔ και 63 επ. του Ν. 4194/2013. Κατά τα λοιπά είναι προφανές ότι πρόκειται για προφανή παραδρομή, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (τα δικαστικά έξοδα τα αναλογούντα στην έκταση της νίκης της ενάγουσας - εκκαλούσας) ενώ εκκαλούσα ήταν η εναγόμενη, η παραδρομή δε αυτή είναι επιδεκτική διορθώσεως , σύμφωνα με το άρθρο 315 Κ.Πολ.Δ, και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, ο μεν πρώτος λόγος είναι αβάσιμος ο δε τρίτος λόγος απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ "Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος... Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ εκθέτοντας ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο των 3.536 ευρώ, για την αξία των αεροπορικών εισιτηρίων προς και από τους λιμένες όπου ναυλοχούσε το πλοίο για τη μετάβαση και επιστροφή τόσο του αρχιμηχανικού της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας όσο και των μελών των συνεργείων της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας, καθόσον αυτή είναι νικήσασα διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε και δη στην ουσία του το επικαλούμενο αγωγικό κονδύλιο. Ούτε άλλωστε επικαλείται έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση αναίρεσης ως νικήσασας διαδίκου κατά την ως άνω παρ. 2 του άρθρου 556 Κ.Πολ.Δ.
Οι από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο σκέλος του 15ου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες ως επί εσφαλμένων προϋποθέσεων. Ειδικότερα, α) Η αιτίαση ως προς τη δαπάνη ποσού 9.895 ευρώ, εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η εταιρεία στην οποία καταβλήθηκε, το ως άνω ποσό, ο χρόνος που καταβλήθηκε το ποσόν αυτό και η σχετική εργασία, η δε κρίση του Εφετείου ότι η δαπάνη αυτή ήταν αναγκαία είναι ανέλεγκτη.
β) η αιτίαση ως προς το ποσόν των 5.105,02 ευρώ ως αμοιβή πράκτορα, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι, αμέσως μετά τον απόπλου του πλοίου και την εμφάνιση προβλημάτων στη λειτουργία της μηχανής του, κατέστη αναγκαίος ο κατάπλους αυτού στο Γιβραλτάρ αρχικά και στη συνέχεια στο Algesiras της Ισπανίας, σε μια προσπάθεια αποκαταστάσεως της βλάβης, και συνεπώς ήταν αναγκαία η πρακτόρευση του πλοίου στα δύο αυτά λιμάνια.
γ) η αιτίαση ως προς το ποσόν των 1.012,11 ευρώ για αμοιβή νηογνώμονα, εφόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πάντοτε μετά την οποιαδήποτε επισκευή πλοίου ακολουθεί η επιθεώρηση του οικείου νηογνώμονα. δ) η αιτίαση για την αγορά και τοποθέτηση νέων εξαρτημάτων ποσών 108.001,37 ευρώ και 5.583,93 ευρώ, αντίστοιχα, εφόσον δέχθηκε ότι η δαπάνη αυτή ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της βλάβης, και ε) η αιτίαση για την απώλεια ναύλου ποσού 60.898,46 ευρώ, εφόσον, το Εφετείο δέχθηκε ότι εξαιτίας της βλάβης της μηχανής έμεινε το πλοίο της αναιρεσίβλητης εκτός ναυλοσυμφώνου για 1,62500 ημέρες.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, " Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει από 1-1-2016," Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που εξέδωσε την υπόθεση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 493/2011, ΑΠ 975/2000). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέρος παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται (ΑΠ 443/2006, ΑΠ 570/2005) και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1899/2005), ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της αποφάσεως διατηρείται το δεδικασμένο της.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 1833/2001). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (Ολ ΑΠ 27/2007.
ΑΠ 129/2005). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. (ΑΠ 738/2012). Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκθέτοντας ότι αυτό δίκασε εκτός των ορίων που διαγράφηκαν από την υπ' αριθ.2272/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω η εν λόγω αναιρετική απόφαση δέχθηκε τον ένα λόγο της αναίρεσης της ενάγουσας- εφεσίβλητης και αφού αποφάσισε ότι "παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων" η αναιρετική πλημμέλεια κάλυψε το σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά στο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα όταν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης, που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 501/2018, ΑΠ 201/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθ.2272/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 589/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης), για έλλειψη νόμιμης βάσης, και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη νομική σημασία που το Δικαστήριο προσέδωσε στο γεγονός, ότι το ένδικο πλοίο δεν πραγματοποίησε δοκιμαστικό πλού, δηλαδή κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, στη συνέχεια δε εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Εφόσον, όμως, η ως άνω προηγούμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για το λόγο αυτόν, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της προσβαλλόμενης -με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης- απόφασης προς την αναιρετική και επομένως ο τέταρτος κατά το κύριο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος.
Με το δέκατο έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης της η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1, εκθέτοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα επεδίκασε τόκους από 24-3-2011, πριν την επίδοση της αγωγής. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ τυγχάνει επίσης αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, στις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, διαλαμβάνει ότι έγινε όχληση και η αναιρεσείουσα δεν αποδίδει συγκεκριμένη ασάφεια ή έλλειψη αιτιολογίας ή αντίφαση, αλλά με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου πλήττει την ανεξέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ- ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ ΠΛΟΙΩΝ- ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθ 471/2017. απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΙΩΣΗΦ ΤΣΑΛΑΓΑΝΙΔΗΣ