286/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated286/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εκκαλών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αιτήσεως είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία της κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής (άρθρ. 6 § 3 ν. 3869/2010) προς τις κατωτέρω πιστώτριες: 1) προς την "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 286 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 286/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ψ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχαλάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (... BANK)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... BANK ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, οι 2η, 3η, 5η και 7η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Σπυρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ" (3η) έχει καταστεί ειδική διάδοχος της 2ης και οιονεί καθολική διάδοχος των 5ης και 7ης λόγω συγχώνευσής τους από αυτήν, η 4η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόντη και η 6η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/Φ4433/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5890/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 10-2-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5890/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α’ εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/201 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/ 2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α’ του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ’ ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι’ αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία, κατά παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της παραδεκτώς προβληθείσας, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενστάσεως της δεύτερης των καθ’ ων - πιστώτριας - ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε." ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", περί δόλιας περιελεύσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, είχε απορριφθεί η αίτησή του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, δεχόμενο ότι δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να υπαχθεί στο νόμο αυτό και να ρυθμίσει τις οφειλές του, καθώς εξειδίκευσε εσφαλμένα την αόριστη νομική έννοια του "δόλου", διευρύνοντάς την, τόσο χρονικά, ώστε το στοιχείο του δόλου να είναι δυνατόν να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, όσο και ποιοτικά, ώστε για την παραδοχή της ως άνω ενστάσεως να αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας την προεκτεθείσα διάταξη, δέχθηκε ότι "...το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Τέτοια περίπτωση αφορά στο διάστημα στο οποίο ο οφειλέτης έχει ολοκληρώσει τη δημιουργία του παθητικού του, αλλά δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού του ή τη σωστή διαχείρισή του, προκειμένου επαρκώς να εξυπηρετήσει τα χρέη του. Σε αυτή την περίπτωση ο οφειλέτης δεν ήταν δόλιος κατά την ανάληψη της υποχρέωσής του, αλλά η συμπεριφορά του ήταν δόλια στο μεταγενέστερο στάδιο, κατά το οποίο περιήλθε σε δόλια αδυναμία πληρωμών και δε δύναται να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του.
Τέτοια δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμών μπορεί να προκύπτει μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο οφειλέτης προβαίνει σε απερίσκεπτη απώλεια ή και κατασπατάληση εισοδήματος ή περιουσιακών στοιχείων. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να χαρακτηριστούν ενέργειες του οφειλέτη που εν γνώσει του χειροτερεύουν την οικονομική του θέση και δεν συνάδουν με την περιουσία του, το εισόδημά του και την γενικότερη θέση του.
Επίσης τέτοια κατάσταση δημιουργείται και όταν ο οφειλέτης εξοφλεί χρέη τρίτων ή επιβαρύνει την περιουσία του προς όφελος τρίτων. Τέλος στην έννοια του δόλου κατ’ άρθρο 330 ΑΚ εμπίπτει τόσο ο άμεσος, όσο και ο ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει και επιδιώκει την παραγωγή ενός αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το συγκεκριμένο αποτέλεσμα και το αποδέχεται, χωρίς να πράττει κάτι για να το αποφύγει.
Συμπερασματικά των ανωτέρω, ο οφειλέτης, ο οποίος με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, δε δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και να ρυθμίσει τις οφειλές του ή να απαλλαγεί από αυτές".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ενστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση (ενδεχόμενου δόλου) συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον επικουρικά προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ’ έφεση, υπέπεσε στην πλημμέλεια από την παρ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.
της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επέβαλαν την παραδοχή της αιτήσεώς του, με την οποία ισχυριζόταν ότι χωρίς δόλο είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, γεννηθείς το 1955, είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ λόγω βαρείας αναπηρίας από κοινή νόσο ήδη από τις 3-6-2003 (βλ.
αποφάσεις υπ’ αρ. ...19-1-2011 του Δ/ντή του τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-...). Λαμβάνει εκ του λόγου αυτού σύνταξη ύψους 750,75 € μηνιαίως, η οποία αποτελεί και το μοναδικό του εισόδημα. Μέχρι το 2003 όταν και ασθένησε, ο εκκαλών ήταν μέλος του δ.σ. της ανωνύμου τεχνικής εμπορικής και βιομηχανικής και τουριστικής εταιρίας "...", αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη, ενώ από το 2003 έως και το 2009 λάμβανε και το ποσό των 10.000 € ετησίως ως αμοιβή παραστάσεων.
Στις 30-6-2009 ο εκκαλών για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε από μέλος του δ.σ. της ως άνω εταιρίας (βλ. το από 30-6-2009 πρακτικό γενικής συνέλευσης της εταιρίας). Ο εκκαλών διαμένει με τη σύζυγό του Φ. Ψ. το γένος Γ. σε διαμέρισμα κυριότητάς του, εμβαδού 85 τ.μ., έτους κατασκευής 2000, που βρίσκεται στον 3° όροφο πολυκατοικίας, κειμένης επί της οδού ...
στην Αθήνα, αντικειμενικής αξίας 108.460 € και εμπορικής αξίας περίπου 93.000 €, λαμβανομένης υπόψη της περιοχής που βρίσκεται, της παλαιότητάς της, του ορόφου, καθώς και της ελλείψεως αγοραστικού ενδιαφέροντος, λόγω της γενικότερης οικονομικής συγκυρίας. Έχει επίσης στην κυριότητά του ένα ΙΧΕ (αναπηρικό) αυτοκίνητο, Μάρκας Volks Wagen EOS 1600 cc., έτους 1ης κυκλοφορίας 2007.
Περαιτέρω, η σύζυγος του εκκαλούντος εργάζεται στην Ανώνυμη Εργοληπτική εταιρία "Α.Γ." (...) και λαμβάνει μηνιαίως από τα μέσα του 2011, λόγω οικονομικών προβλημάτων της ως άνω εταιρίας το ποσό των 500 €, έναντι του μισθού της που ανερχόταν σε 1.500 €. Διαθέτει δε τρία (3) ΙΧΕ αυτοκίνητα, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη δήλωση φορολογίας του έτους 2012.
Ο εκκαλών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αιτήσεως είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία της κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής (άρθρ. 6 § 3 ν. 3869/2010) προς τις κατωτέρω πιστώτριες: 1) προς την "...
ΤΡΑΠΕΖΑ": α) από σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 12.200,10 €, β) από σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 28.272,26 €, γ) από σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 65,932,60 €, δ) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφειλή, ύψους 4.914,40 €, 2) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ....": α) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας Visa οφειλή, ύψους 14.032,98 €, β) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας Mastercard οφειλή, ύψους 7.236,34 €, γ) ως εγγυητής σε σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 83.657,48 €, δ) ως εγγυητής σε σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 82.200,59 €, 3) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ...
Α.Ε.": α) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφειλή, ύψους 3.763,17 €, β) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφειλή, ύψους 3.232,92 €, 4) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε" από σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφειλή, ύψους 8.270,42 €, 5) προς τη "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." από σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφειλή, ύψους 6.155.94 €, 6) προς την "... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.":
α) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας οφειλή, ύψους 2.742,85 €, β) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου οφειλή, ύψους 7.825,21 €, 7) προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ... BANK Α.Ε." ως εγγυητής σε σύμβαση στεγαστικού δανείου οφειλή, ύψους 104.332.52 €.
Συνεπώς η συνολική οφειλή του εκκαλούντος προς τις ανωτέρω πιστώτριες τράπεζες ανέρχεται στο ποσό των 434.769,52 €. Ο εκκαλών, παρότι ισχυρίζεται ότι από το έτος 2009 και εντεύθεν η οικονομική του δυνατότητα περιοριζόταν απλώς και μόνο στην αναπηρική του σύνταξη, ωστόσο, αφενός μεν συνέχισε να κάνει χρήση επτά (7) συνολικά πιστωτικών καρτών, χρεώνοντας αυτές με σημαντικά ποσά που προφανώς αφορούσαν την αγορά καταναλωτικών αγαθών, καθώς αυτός είναι ο κύριος προορισμός του ως άνω τραπεζικού προϊόντος, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα επίπεδο ζωής ανώτερο από αυτό που του επέτρεπαν οι πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες, αφετέρου δε υπέγραψε στις 31-5-2010 τις με αρ. ...
συμβάσεις με την 2η εφεσίβλητη, με τις οποίες εγγυήθηκε την αποπληρωμή δύο στεγαστικών δανείων τρίτων προσώπων ύψους 84.330 € και 95.670 €. Ενώ μάλιστα η οικονομική κατάσταση του ιδίου - αλλά και της συζύγου του, όπως ο ίδιος δηλώνει - χειροτέρευε με την πάροδο των ετών, το 2011 η τελευταία αγόρασε νέο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ήτοι το υπ’ αρ.
κυκλ. ... cc (βλ. δήλωση φορολογίας εισοδήματος έτους 2012), ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των οχημάτων του ζεύγους στα τέσσερα (ένα ο εκκαλών και τρία η σύζυγός του). Δεδομένου λοιπόν ότι οι ως άνω σύζυγοι δεν είχαν ανήλικα ή έστω ενήλικα τέκνα που να συνοικούν μαζί τους, γεγονός που θα διαφοροποιούσε τα πραγματικά δεδομένα τόσο ως προς την τυχόν χρήση των πιστωτικών καρτών, όσο και ως προς την αγορά νέου αυτοκινήτου πέραν των ήδη υπαρχόντων, η ανωτέρω καταναλωτική συμπεριφορά οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο εκκαλών γνωρίζοντας ότι δεν ανέμενε αύξηση των εισοδημάτων του, προέβλεψε την αδυναμία του να ανταποκριθεί στην πληρωμή των χρεών του και παρά ταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, διογκώνοντας αλόγιστα το παθητικό της περιουσίας του, επιβαρύνοντας μάλιστα αυτήν και προς όφελος τρίτων και αψηφώντας τις συνέπειες.
Περιήλθε λοιπόν σε δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθώς προέβη σε ενέργειες που εν γνώσει του χειροτέρευσαν την οικονομική του κατάσταση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Ισχυρίζεται ο εκκαλών - σχετικά με την περίπτωση των παρασχεθεισών από τον ίδιο τραπεζικών εγγυήσεων - ότι δολιότητα νοείται μόνον όταν ο δανειολήπτης ή κατ’ επέκταση ο εγγυητής εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους και ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν υποχρέωση να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του.
Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος εμπεριέχεται και στον 1° λόγο έφεσης, δεν γίνεται δεκτός από το παρόν Δικαστήριο. Τούτο διότι ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου δεν μπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά έτερου προσώπου και δη της τράπεζας, αλλά από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή.
Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψή της να το πράξει δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία.
Υποστηρίζει περαιτέρω ο εκκαλών με τις προτάσεις του ότι πλέον έχουν πάψει να ισχύουν οι αναφερθείσες ως ανωτέρω από 31-5-2010 συμβάσεις εγγυήσεως, καθώς η συμβαλλόμενη 2η εφεσίβλητη τον ελευθέρωσε από αυτές, προσάγει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του τα σχετικά δύο - εκδοθέντα μετά την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης - από 1-10-2013 έγγραφα της ως άνω τράπεζας.
Ωστόσο και αυτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος τυγχάνει απορριπτέος τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Τούτο διότι αφενός μεν τυχόν μεταγενέστερη ελευθέρωσή του από τις ως άνω συμβάσεις εγγύησης δεν αναιρεί το στοιχείο του δόλου, το οποίο υπήρχε κατά την ανάληψη των ως άνω υποχρεώσεών του και κατά το χρόνο αδυναμίας εξόφλησής τους και αφετέρου δε διότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προσάγονται απαραδέκτως στο δεύτερο βαθμό.
Και είναι βεβαίως επιτρεπτοί στην κατ’ έφεση δίκη, που διεξάγεται κατά τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως εν προκειμένω, η υποβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων (765 ΚΠολΔ), τούτο όμως μόνο εφόσον το αρχικό αίτημα της αίτησης παραμένει αναλλοίωτο (526 ΚΠολΔ) και οι νέοι ισχυρισμοί ή αποδεικτικά μέσα εισφέρονται στη δίκη προς επίρρωση αυτού και όχι όταν γίνεται επίκληση μεταβολής των συνθηκών, η οποία ουσιαστικά μεταβάλει απαραδέκτως την ιστορική βάση της αιτήσεως στο δεύτερο βαθμό, όπως επιχειρεί εν προκειμένω ο εκκαλών".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (υπ’ αριθμ. 123/2013 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αίτησή του, εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, αλλά και σύμφωνα το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔικ και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (18.2.2015), "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Από την παραπάνω διάταξη όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015, κατά τα ήδη εκτεθέντα, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ενδοιαστικής και ασαφούς αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις, κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αυτό ίσχυε, κατά τα προεκτεθέντα.
Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, στην διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ αρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της 5890/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ