286/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 286 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated286/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 286 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 286 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 286/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Ντάλλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1106/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-11-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Μπαλιτσάρης, ανέγνωσε την από 24-8-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999 12/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1106/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά την δικάσιμο της 27-4-2015, κατά την οποία με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επέσπευσε τη συζήτησή της, κλήθηκε να παραστεί και ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει τούτο από την με αριθ. ...12-2-2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Ν. Π.. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (28-9-2015) κατά την οποία όμως δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε καθ’ οιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών. Από τις διατάξεις των αρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια και στην περίπτωση ανεπάρκειας της αιτιολογίας, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής (ΟλΑΠ 32/1999). Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση τους, στην αξιολόγηση των πραγματικών επιχειρημάτων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατ’ αποδοχή της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου και μετ’ εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. …/2009 διαταγής πληρωμής με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 181.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, απέρριψε την ανακοπή. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω λόγο της ανακοπής με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε το μεν ότι οι επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν αφορούσαν σε οφειλή του καθόσον είχαν παραδοθεί στην λήπτρια εταιρεία ως επιταγές "ευκολίας" προκειμένου αυτή να εμφανίζει πιστοληπτική ικανότητα έναντι των Τραπεζών, το δε ότι ο καθ’ ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος κατά τον χρόνο λήψεως αυτών δι’ οπισθογραφήσεως γνώριζε ότι οι επιταγές δεν αφορούν σε οφειλή του ανακόπτοντος και ενήργησε με σκοπό να τον βλάψει. Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ 1 και 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο ότι: α) "ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό και τα διδάγματα της κοινής πείρας" με το να δεχθεί ότι δρώντας αφανώς, λόγω της ιδιότητάς του ως ομορρύθμου εταίρου σε ομόρρυθμη εταιρεία, είχε επαγγελματική σχέση με τον Β. Π. που ενεργούσε τη δραστηριότητα της λήπτριας των επιταγών εταιρείας με την επωνυμία ... ως αντιπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα, ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) είναι επιδιορθωτής υποδημάτων και δεν είχε καμία επαγγελματική σχέση με τον ανωτέρω, β) "εσφαλμένα κρίνοντας και χωρίς επαρκή αιτιολογία" δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε ότι δεν υπήρχε απαίτηση της εταιρείας κατ’ αυτού από τις επίδικες επιταγές και δεν ενήργησε προς βλάβη του και γ)ότι "ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό" με το να δεχθεί ότι η σύζυγός του νοσούσε κατά το χρονικό διάστημα 2003-2008 και με το να μη δεχθεί ότι οι επίδικες επιταγές ήταν επιταγές ευκολίες. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας, αναφορικά μεν κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στην αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρεται ούτε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ούτε σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αναφορικά δε με το μέρος του από τον αριθμό 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην δίκη έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής και από που προκύπτουν. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος ως προς αμφότερα τα μέρη του αλλά και ως προς την επιχειρούμενη θεμελίωσή του για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη με αυτόν εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1106/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ