Legislator Case Law & Legislation
286/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim of abuse of right regarding statutory severance payment.

Case Number 286/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's ruling in favor of two employees. The employees resigned shortly before reaching retirement age to claim statutory severance pay under Law 3198/1955, arguing the First Instance Court erred by not examining the 'abuse of right' defense. The Court held that the employees' conduct did not meet the strict criteria for abuse of right under Article 281 of the Civil Code, as they had no special reason to resign and had accepted the full severance amount without reservation. Consequently, the appeal was rejected, and the Bank was ordered to pay the employees' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 Law 3198/1955; Art. 281 Civil Code: The right to statutory severance pay is not considered abused merely because an employee resigns shortly before retirement age to claim the benefit, unless the behavior creates unacceptable consequences contrary to good faith or social purpose.

Keywords

AI generated
abuse of right statutory severance pay retirement age resignation good faith principle Article 281 Civil Code Labor Law 3198/1955 dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 Law 3198/1955
Art. 281 Civil Code
Art. 559 No. 1 CPC
Art. 183 CPC

Cited Case Law

AI generated
A.P. 19/13
A.P. 2253/09

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 286 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 286/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείοντος: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Σ. Μ., κατοίκου ..., 2. Ι. Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 6-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2058/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6249/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.

αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται σης διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 8, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα, προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.

Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ) 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη (Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), η μεν πρώτη, στις 28-9-1973, ο δε δεύτερος, στις 3-3-1969, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Αποχώρησαν, δε, από την εργασία τους, η μεν πρώτη, με το βαθμό της Εντεταλμένης Τμηματάρχη Προϊσταμένης στις 23-3-2009, κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης, που έγινε δεκτή από τη διοίκηση, με σχετική πράξη στις 11-3-2009, δηλαδή, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 ετών, που προέβλεπε το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού των υπαλλήλων, στον οποίο η πρώτη ενάγουσα είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή της.

Ο δε δεύτερος, αποχώρησε από την εργασία του με το βαθμό του υποδιευθυντή στις 24-2-2009, με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή, κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης, που έγινε δεκτή από τη διοίκηση, με σχετική πράξη στις 26-1-2009, δηλαδή, πριν από τη συμπλήρωση των 63 ετών, που προέβλεπε το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού των υπαλλήλων, στον οποίο και ο δεύτερος ενάγων είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του.

Επομένως, πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας τους, που μετατράπηκε έτσι, εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, εφόσον οι ενάγοντες είχαν συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία, κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησής τους η οποία έγινε με τη συγκατάθεση της εναγομένης, δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α'Ν. 3198/55, η οποία ανέρχεται για τους ενάγοντες στα ποσά των 83.504,60 € και 105.802 € αντίστοιχα. Τα ποσά δε αυτά αντιστοιχούν στο 50% της αποζημίωσης που θα ελάμβαναν σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την Τράπεζα και όχι στο 40% του άρθρου 8 εδ. β'Ν. 3198/1955, λόγω του ότι συμπλήρωναν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος και ήταν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και το Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής.

Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 3 Ν.435/76, η οποία έχει ανάλογη εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, δικαίωμα λήψεως του 50% της αποζημίωσης έχουν όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α'του Ν. 3198/55, όπως στην ένδικη περίπτωση οι ενάγοντες, ανεξαρτήτως αν δικαιούνται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικά ασφαλισμένοι, αφού η ρύθμιση του εδαφίου α'του πιο πάνω άρθρου, του οποίου πληρούν τις προϋποθέσεις, είναι ευνοϊκότερη γι'αυτούς σε σχέση με εκείνη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου 8 του πιο πάνω νόμου.

Με την κρίση του δε αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1α του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης, υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης, στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας, ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία, δεν επηρεάζει τη μετατροπή της σύμβασης των τελευταίων σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτών προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης με παραίτησή τους από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της, εκ των προτέρων, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωση της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου και η συμπλήρωση 1 δετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του, με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, με την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο 50% της αποζημίωσης αντί 40%, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος, διότι με την ανέλεγκτη επί της ουσίας παραδοχή της απόφασης, ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν στις 23-3-2009 και 24-2-09, αντίστοιχα, κατόπιν, υποβολής έγγραφης παραίτησης, που έγινε δεκτή από τη διοίκηση της εναγομένης με σχετικές πράξεις αυτής ήτοι πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 60 και 63 αντίστοιχα ετών", δηλαδή, κατά το χρόνο της παραίτησής τους δεν είχαν συμπληρώσει τις προυποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, εδικαιούντο σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να λάβουν την παραπάνω αποζημίωση (ΑΠ 20/2013).

ΙΙ. Με το αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λπ., η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ.

με το άρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του .Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21 §13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της).

Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1978 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, επί πλέον, ότι οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο κατ' άρθρ. 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955, να λάβουν ποσοστό 50% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβαναν σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς τους από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που τους κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003.

δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη στα ποσά των 68.504 και 90.802,76 ευρώ, αντίστοιχα, στους ενάγοντες και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά τη πρωτόδικης, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου γιατί τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, στον οποίο και θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση από τη συμπεριφορά του δικαιούχου ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα προέβαλε στο Εφετείο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της τα εξής περιστατικά: Ότι ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την παραίτησή του ελάχιστο χρόνο πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου συνταξιοδοτήσεώς του, χωρίς να υφίσταται ιδιαίτερος λόγος και χωρίς να απειλούνται τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, ενώ εισέπραξε το σχετικό ποσό της αποζημιώσεως χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη ή να προβάλει περαιτέρω αξίωση σχετικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ότι ο λόγος της παραιτήσεώς του ήταν αποκλειστικά και μόνο η είσπραξη της αποζημιώσεως του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 την οποία δεν θα εισέπραττε αν ανέμενε την αυτοδίκαιη, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, λύση της εργασιακής του σχέσεως.

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούται το πραγματικό της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. (AΠ 19/13 και AΠ 2253/09).

Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε τον εν λόγο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η σχετική αιτίαση, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούται το πραγματικό της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει κατ'ουσίαν και να διαλάβει αιτιολογία για την απόρριψή του (ΑΠ 19/13). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος) από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο δεν διέλαβε σχετική αιτιολογία στην απόφασή του πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΙV. Κατόπιν αυτών η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης 329/2013 κατά της απόφασης 6249/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ