Legislator Case Law & Legislation
286/2010 AI generated

286/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 286/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Ψ1 απεβίωσε στις 19/3/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ...ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Νικαίας Ιωάννας Γεμιστού, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) ...χήρα Ψ1, β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

286/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Μεταξύ των μελών της οικογένειας, κατά την άνω διάταξη, περιλαμβάνονται οι γονείς και οι αδελφοί του θανατωθέντος, όπως και ο παππούς και η γιαγιά αυτού.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 286 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 286/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) Χ1, 5) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Βρώτσου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Ψ1 απεβίωσε στις 19/3/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ...ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Νικαίας Ιωάννας Γεμιστού, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) ...χήρα Ψ1, β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2511/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3903/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/2/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 και β) ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως από τα εδάφια 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομίμως φέρεται προς συζήτηση, μετά τη διακοπή της δίκης, την επελθούσα λόγω του θανάτου του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Ψ1 και τη νόμιμη επανάληψη αυτής, κατά τα αρθ. 286 εδα', 287, 290, 291 ΚΠολΔ, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των νυν αναιρεσιβλήτων α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) .... Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Μεταξύ των μελών της οικογένειας, κατά την άνω διάταξη, περιλαμβάνονται οι γονείς και οι αδελφοί του θανατωθέντος, όπως και ο παππούς και η γιαγιά αυτού.

Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει περαιτέρω ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής.

Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όσο από το άρθρο 559 αρ. 1, όσο και από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παραγρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.

Στην προκειμένη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) προσάπτονται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του αρθ. 932 ΑΚ) διότι το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του προσδιόρισε γι' αυτούς ποσά πολύ μικρότερα από αυτά που ζήτησαν με την αγωγή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας της θανατώσεως, κατά το τροχαίο ατύχημα που έγινε από υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, του Θ1, ο οποίος ήταν γιος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, αδελφός της τρίτης και μνηστήρας της τέταρτης αναιρεσείουσας.

Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, ως άνω, πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η κρίση του Εφετείου δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση για παραβίαση του αρθ. 4 του Συντάγματος, εκ του ότι τα επιδικασθέντα με την προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, είναι κατώτερα, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, από εκείνα, τα οποία, με άλλες δικαστικές αποφάσεις, επιδικάσθηκαν σε άλλες, όμοιες, περιπτώσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις, δεν στοιχειοθετείται παράβαση της ως άνω συνταγματικής διάταξης.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν αιτίαση από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δήθεν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο της εφέσεώς τους με τον οποίον εξέφραζαν παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, αναφορικά με τα ποσά που προσδιόρισε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε στο σύνολο της την έφεση των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε υπόψη και ερεύνησε όλους τους προβαλλομένους με αυτή λόγους εφέσεως.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης. Η ρύθμιση αυτή ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγος αναιρέσεως, ο οποίος προβάλλεται (και αφορά) μόνο από τον τέταρτο αναιρεσείοντα (Χ1) αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε την έφεσή του και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα ποσού 1.000 ευρώ, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη το μοναδικό λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία εξέφραζε παράπονα ως προς το ύψος των δικαστικών εξόδων στα οποία καταδικάστηκε ύστερα από την απόρριψη της αγωγής του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων Χ1 προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή από αυτόν της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως προς τον αναιρεσείοντα την έφεση και τον προβληθέντα από αυτόν μοναδικό λόγο εφέσεως.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από τo γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 και 11 του ως άνω κώδικα οδικής κυκλοφορίας οι οδηγοί οχημάτων είναι υποχρεωμένοι να διακόπτουν τη πορεία του οχήματός τους πριν από την ρυθμιστική πινακίδα κυκλοφορίας με την ένδειξη STOP, η δε εκ νέου εκκίνηση δεν μπορεί να γίνει πριν ο οδηγός βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "...

Στις ... και περί ώρα 8.45, στη λεωφόρο Βάρης - Κορωπίου - Σουνίου, στο ...και συγκεκριμένα στο ρεύμα πορείας προς ...και στο ύψος της συμβολής της λεωφόρου με την (από τα αριστερά κατά την ως άνω πορεία ευρισκόμενη) οδό ..., συγκρούσθηκαν μετωπικά η κινούμενη προς ..., με αριθμό κυκλοφορίας.... δίκυκλη μοτοσικλέτα (που οδηγούσε ο Θ1) με το προερχόμενο από τη παρακείμενη οδό ..., με αριθμό κυκλοφορίας ....ΙΧΕ όχημα (που οδηγούσε ο εναγόμενος Ψ1) και καλυπτόταν ασφαλιστικώς από την εταιρεία "Γιούρο Σταρ ασφαλιστική ΑΕ".

Η σύγκρουση αυτή οφειλόταν σε συντρέχουσα (κατά ποσοστά 20% και 80%, αντίστοιχα) υπαιτιότητα των ως άνω οδηγών. Ειδικότερα 1) του εναγομένου οδηγού του επιβατηγού, ο οποίος, προερχόμενος από δεξιά, κατά τη πορεία της μοτοσικλέτας παρακείμενη οδό ..., όλως αμελώς περί την οδήγηση και κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 Ν. 2696/1999, παραβίασε την στη πορεία του (επί της άνω οδού) πινακίδα Ρ2 ΣΤΟΠ, μπήκε στη λεωφόρο και διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα πορείας προς ...έστριψε αριστερά στη λεωφόρο, παρά την στο σημείο αυτό ύπαρξη διπλής διαχωριστικής διαγραμμίσεως. 2) του οδηγού της μοτοσικλέτας, που (κατ' εκτίμηση από τη σφοδρότητα της επακολουθήσασας συγκρούσεως) εκινείτο καθ' υπέρβασή του, λόγω εκτελουμένων δημόσιων έργων, στο σημείο αυτό ορίου ταχύτητος των 30 χιλ/τρων ανά ώρα (υπάρχουσα πινακίδα Ρ 32, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας) με επακόλουθο να μην αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που παρεμβλήθηκε στη πορεία του οχήματος, παρά τον ανεπιτυχή αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησε προς τα αριστερά.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος της πρώτης των αντιθέτων εφέσεων, περί συνυπαιτιότητος του οδηγού της μοτοσικλέτας, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ ο περί αποκλειστικής υπαιτιότητος αυτού, λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί....". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 21-2-2006 έφεση των αναιρεσειόντων και δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, την αντέφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως των αναιρεσιβλήτων.

Έτσι, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες (πλην του τετάρτου) και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σ'αυτούς τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά και περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στον πρώτο και στη δεύτερη από τους αναιρεσείοντες 17.120 Ευρώ και 12.000 Ευρώ, αντίστοιχα.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της συντρέχουσας υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των αρθ. 300, 330, 914 ΑΚ και των αρθ. 4 παρ.3, 12 παρ.1 και 19 παρ.1 του ΚΟΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340, 346, 671 και 681 Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση των διαφορών από ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγο, αποδίδεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το δικάσαν Εφετείο των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων και ειδικότερα α) την υπ' αριθμ. 381183/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και την 3227/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ....

Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης βεβαίωση ότι το δικαστήριο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, έστω και εάν δεν μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστο το καταψηφιστικό αίτημα και αρκέσθηκε στο αναγνωριστικό (ΑΠ 1599/1995) ή όταν εσφαλμένα υπέλαβε τον μερικό περιορισμό της αγωγής σε αναγνωριστικό ως περιορισμό μείζονος εκτάσεως (ΑΠ 1324/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι, μετά τον γενόμενο με τις έγγραφες προτάσεις τους μερικό περιορισμό της αγωγής σε αναγνωριστική, αναφορικά με αγωγικά κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το Εφετείο εσφαλμένα υπέλαβε ότι μετετράπηκαν σε αναγνωριστικά και τα αιτήματα που αφορούν τα αγωγικά κονδύλια σχετικά με τα έξοδα κηδείας, μνημοσύνου και της ζημίας που υπέστησαν εξαιτίας της καταστροφής της μηχανής που οδηγούσε ο θανατωθείς, παρότι δεν είχε γίνει περιορισμός αυτών με τις προτάσεις τους.

Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους. VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστεί στο Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έφεση, την αντέφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσιβλήτων, που παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, αυτοί εξεκάλεσαν την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ζητώντας να γίνει δεκτή η προβληθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος κατά ποσοστό 95%, που έχει άμεση επίδραση επί των επιδικαστέων ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, τα οποία, εν όψει της συνυπαιτιότητας, έπρεπε να είναι πολύ μικρότερα από αυτό που καθορίσθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η τελευταία αναιρεσείουσα (Χ2) αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα μείωσε το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης σε 9.000 ευρώ από το ποσό των 30.000 ευρώ που είχε καθορίσει η εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς να ζητηθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων. (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-2-2008 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 3903/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ